Η εισαγγελική αγόρευση στη δίκη των δολοφόνων του Ζακ Κωστόπουλου, την περασμένη Τετάρτη 13 Απριλίου, υπήρξε ίσως μια πολύ περιεκτική επιτομή του βασικού ζητήματος σε αυτή την υπόθεση. Ο εισαγγελέας, άνθρωπος που και κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και της εξέτασης μαρτύρων δεν έδειξε πρόθυμος να συμφιλιωθεί ούτε με τους κραυγαλέους ισχυρισμούς των κατηγορούμενων ούτε με την ιδέα να σκοτώνεται ένας άνθρωπος στο ξύλο στη μέση του δρόμου, περιέγραψε τα γεγονότα εκείνης της μέρας αρκετά αναλυτικά. Διέψευσε οριστικά τον ισχυρισμό ότι το θύμα είχε βρεθεί στην οδό Γλάδστωνος για να ληστέψει ή ότι αποτελούσε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κίνδυνο για τον οποιονδήποτε. Περιέγραψε γλαφυρά την αγριότητα της βίας που του ασκήθηκε και την επιμονή των θυτών να τον χτυπούν βάρβαρα ακόμα και όταν περίοικοι τους ικέτεψαν να σταματήσουν. Μίλησε για την προειδοποίηση που έλαβαν οι θύτες ότι η ζωή του Κωστόπουλου κινδύνευε και για τη σαφή γνώση που είχαν για αυτό καθώς τον χτυπούσαν. Περιέγραψε το πώς οι αστυνομικοί που βρέθηκαν εκεί συνεργάστηκαν με τους θύτες και συμμετείχαν στον βασανισμό του θύματος, αντί να το βοηθήσουν. Και αφού τα έκανε όλα αυτά, κατέληξε σε μια πρόταση που αρνείται να αναγνωρίσει ότι τον Σεπτέμβριο του 2018 στην οδό Γλάδστωνος υπήρξε το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, εμμένοντας στην κατηγορία της «θανατηφόρας σωματικής βλάβης», και πρότεινε την αθώωση των αστυνομικών. Το συμπέρασμα είναι σαφές: ακόμα και αν αναγνωρίσουμε τα πραγματικά γεγονότα ως έχουν, στην Ελλάδα όλες οι ζωές δεν αξίζουν το ίδιο.

Φυσικά και το πρόβλημα δεν ξεκινά από την εισαγγελική πρόταση και τον εισαγγελέα, που πολύ απέχει από το να είναι ο χειρότερος που έχουμε συναντήσει στα ελληνικά δικαστήρια. Το αδίκημα της θανατηφόρας σωματικής βλάβης είναι η κατηγορία με την οποία εισήχθησαν στο δικαστήριο οι δύο πολίτες, ο μεσίτης Χορταριάς και ο «κοσμηματοπώλης» Δημόπουλος και οι τέσσερις αστυνομικοί, βάσει του σχετικού παραπεμπτικού βουλεύματος. Η ανακριτική διαδικασία, δηλαδή, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εκτελεστές του νόμου του Λιντς που κλωτσούσαν και πατούσαν στο κεφάλι τον Ζακ Κωστόπουλο, ακόμα και όταν αυτός είχε χάσει τις αισθήσεις του, όχι απλά δεν είχαν σκοπό να τον σκοτώσουν, αλλά δεν περνούσε καν από το μυαλό τους ότι μπορεί να τον οδηγήσουν στον θάνατο. Αυτό σημαίνει δικονομικά «θανατηφόρα σωματική βλάβη». Λεπτομέρεια, όχι ασήμαντη: κανένας από τους κατηγορούμενους αυτής της δίκης δεν έχει περάσει μετά από 3,5 χρόνια έστω μία μέρα στη φυλακή. Για την ελληνική δικαιοσύνη, που έχει ένα δυσάρεστο ρεκόρ στο να προφυλακίζει τον οποιονδήποτε για ψύλλου πήδημα –και ενίοτε να βρίσκει διάφορες μεθόδους για να παρατείνει τις προφυλακίσεις και πέραν του καθορισμένου ορίου- αυτή είναι μια παράδοση και θεαματική κρίση συγκατάβασης και επιείκειας. Μια ακόμη δήλωση ότι όλες οι ζωές δεν αξίζουν το ίδιο.

Και δεν πρόκειται μόνο για τη δικαιοσύνη. Η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου, μια δολοφονία αδιανόητης αγριανθρωπιάς, εξ αρχής αντιμετωπίστηκε ως αστερίσκος από μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας. Δεν ήταν μόνο οι συνήθεις εκπομπές κανονικοποίησης του λούμπεν της ελληνικής τηλεόρασης, που έκαναν δημοσκοπήσεις για το ορθό ή όχι της δολοφονίας του «ληστή». Υπήρξε και ένα μεγάλο τμήμα στα «αριστερά» της κοινωνίας, εξέφραζε την αγανάκτησή του για το γεγονός ότι η υπόλοιπή αριστερά «ασχολούταν με τον Ζακ», αντί να ασχολείται «με τα προβλήματα του λαού». Αν όλες οι ζωές δεν αξίζουν το ίδιο, τότε και όλοι οι άνθρωποι δεν αξίζουν να φέρουν το ιερό φωτοστέφανο του λαού.

Οι αγορεύσεις των δύο συνηγόρων της οικογένειας του Ζακ Κωστόπουλου –στην οποία θα ήταν άδικο να μην αποδοθεί φόρος τιμής για την υποδειγματική αξιοπρέπεια της στάσης της-, την περασμένη Δευτέρα, επιχείρησαν να αναδείξουν αυτό που θα όφειλε να είναι αυτονόητο. Ότι η δολοφονία ενός ανθρώπου με κλωτσιές στο κέντρο της πόλης μέρα μεσημέρι, είναι δολοφονία. Ακόμα και όταν το θύμα είναι ΛΟΑΤΚΙ και δεν μπαίνει στον κόπο να το κρύβει, όπως απαιτούν οι καλοί οικογενειάρχες. Μέσα στον Μάιο, το μεικτό δικαστήριο, αποτελούμενο από δικαστές και ενόρκους, θα κληθεί να αποφασίσει για την αλλαγή ή όχι του κατηγορητηρίου, και για την ενοχή των αστυνομικών. Οφείλει να δείξει τη γενναιότητα που απέφυγε να δείξει κρυπτόμενος πίσω από την ανατριχιαστική αιτιολογία της «απερισκεψίας» ο εισαγγελέας. Οφείλει επίσης να σπάσει το απόστημα της ελληνικής δικαιοσύνης, που συνηθίζει να απαλλάσσει μαζικά τους αστυνομικούς ό,τι κι αν κάνουν, σε όλη τη Μεταπολίτευση. Η Κλειώ Παπαπαντολέων επισήμανε ορθά ότι ο Ζακ Κωστόπουλος πέθανε στα χέρια του κρατικού μηχανισμού. Η Άννη Παπαρούσου με ευθυκρισία πρόσθεσε ότι στα χέρια των αστυνομικών ο Ζακ Κωστόπουλος φοβόταν, πονούσε και τελικά πέθανε. Στη δίκη αυτή, που δεν απέκτησε ποτέ το κλέος της δίκης της Χρυσής Αυγής, κρίνεται το ήθος της ελληνικής δικαιοσύνης, αλλά και το δικό μας. Τη μέρα της απόφασης, ο κόσμος που θα βρεθεί έξω από το δικαστήριο για να φωνάξει ότι η ζωή ενός ΛΟΑΤΚΙ αξίζει όσο κάθε άλλη ζωή, πρέπει να είναι πολύς.  

 

Γιάννης Ανδρουλιδάκης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet