Θα περίμενε κανείς ότι οι μέρες του Πάσχα (καθολικό και ορθόδοξο) θα έφερναν κάποια αναλαμπή ελπίδας για ειρηνική διέξοδο, λόγω και του ρόλου του πάπα Φραγκίσκου. Μια τέτοια ελπιδοφόρα προοπτική φαίνεται να απομακρύνεται όλο και περισσότερο, ενώ οι προσπάθειες διαμεσολάβησης φαίνονται αδύναμες και μη συγκεκριμένες.

Κατά κάποιο, δε, τρόπο είναι αβέβαιη η οριστική έκβαση αυτής της απαράδεκτης πολεμικής σύγκρουσης –συνέπεια μιας συγκεκριμένης πολεμικής εισβολής– ενώ είναι συγκεκριμένες και καθοριστικές οι συνέπειές της. Δεν πρόκειται μόνον για τις ανθρώπινες τραγωδίες και τεράστιες υλικές καταστροφές, που θα έχουν σαν συνέπεια μια κατάσταση αλληλένδετου μίσους χωρίς τέλος, μεταξύ των δύο λαών. Αλλά ανεξάρτητα από τη διαδικασία και τον χρόνο που θα βάλει τέλος στον πόλεμο, θα έχει εκ των πραγμάτων επιπτώσεις στη μέχρι τώρα επικρατούσα παγκοσμιοποίηση και στις σχέσεις μεταξύ των λαών. Μια άμεση και εντόνως ορατή επίπτωση είναι ότι μπήκε σε κρίση η θεωρητικά επιδιωκόμενη οικολογική–ενεργειακή μετάβαση. Ένας στόχος που, μέσα από μια βασανιστική και πολυετή πορεία, είχε γίνει αποδεκτός από τις κυβερνήσεις όλων των κρατών του μοναδικού αυτού πλανήτη.

Η αύξηση των τιμών των ορυκτών ενεργειακών πηγών και προϊόντων, αλλά και των μετάλλων και ορυκτών υλικών που έχουν σχέση με την ενεργειακή μετάβαση, είχαν πάρει την ανηφόρα προς το τέλος του 2021. Η σε εξέλιξη πολεμική σύγκρουση μετέδωσε, αντίθετα, το μήνυμα ότι η αβεβαιότητα και η ανεπάρκεια θα διαρκέσει χρονικά και ίσως μόνιμα, και κατά συνέπεια σπρώχνει προς τη χρήση οποιασδήποτε ενεργειακής πηγής, ανεξάρτητα από τις επιπτώσεις της στο περιβάλλον, όπως π.χ. η χρήση του άνθρακα.

Τα προαναφερόμενα όχι μόνον κάνουν αβέβαιη τη μετά Covid ανάκαμψη, αλλά και ωθούν προς ριζικές αλλαγές βασικών πολιτικών επιλογών. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναζητούν προμηθευτές ενεργειακών πηγών, για να αντικαταστήσουν τις προερχόμενες από τη Ρωσία. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ αναίρεσε όλες του τις δεσμεύσεις για την απανθρακοποίηση, καταργώντας τα περιοριστικά μέτρα για την παραγωγή μεθανίου (φυσικού αερίου) και πετρελαίου με τον θρυμματισμό σχιστολιθικών πετρωμάτων, διαδικασία εξόχως αντιπεριβαλλοντική, μιας και απελευθερώνει, για παράδειγμα, περισσότερο μεθάνιο σε σχέση με την παραδοσιακή παραγωγή, που είναι 2,5 φορές πιο επιβαρυντικό από το διοξείδιο του άνθρακα.

Γι’ αυτόν τον λόγο αύξησε κατά 582 τετραγωνικά χιλιόμετρα τις εκτάσεις που ελέγχονται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, δηλαδή αυτές όπου θα μπορούσε με ευκολία να εφαρμόσει χωρίς δυσκολία τα μέτρα.

Η προσέγγιση για το πετρέλαιο είναι εντελώς διαφορετική: η τιμή του Φ.Α. διαμορφώνεται κατά κάποιον τρόπο περιφερειακά και ευνοεί τις ΗΠΑ, ενώ η τιμή του πετρελαίου διαμορφώνεται πλανητικά και αφορά άμεσα και τις ΗΠΑ, γιατί η εσωτερική αγορά του πετρελαίου είναι άμεση συνέπεια της διεθνούς τιμής του βαρελιού πετρελαίου, που θα επηρεασθεί από την αναγκαστική μείωση της ρωσικής παραγωγής ή εξαγωγής. Ενδείξεις είναι ήδη υπαρκτές και με αυτές σχετίζονται οι δηλώσεις–συμβουλές της J. Yellen περί αποφυγής άμεσου εμπάργο του ρωσικού πετρελαίου. Η ΕΕ εισάγει από τη Ρωσία 3,4 εκατ. βαρέλια (Ε.β.ημ.) πετρελαίου και παραγώγων του την ημέρα, το 30% του ό,τι καταναλώνει, που δεν απέχει πολύ από την εξάρτηση του 40% του Φ.Α.

Είναι πολύ δύσκολο για την ΕΕ να αναπληρώσει τα 3,4 Ε.β.ημ. και η μόνη δυνατότητα έχει σχέση με την αύξηση της παραγωγής της Σαουδικής Αραβίας, η οποία φαίνεται να μην επιθυμεί κάτι παρόμοιο, λόγω των σχέσεών της με τη Ρωσία, που, στα πλαίσια του Opec Plus, το 2020 συνέβαλε στην αύξηση της τιμής του βαρελιού από τα 18 δολ. που είχε φτάσει. Η ευαισθησία της ηγεσίας των ΗΠΑ οφείλεται στο γεγονός ότι η τιμή της βενζίνης έχει ήδη ξεπεράσει τα 4 δολ. το γαλόνι, δηλαδή 1 ευρώ το λίτρο. Όριο που, κατά τους ειδικούς, αποτρέπει τους πολίτες να ξαναψηφίσουν τον κρατούντα πρόεδρο. Γι’ αυτόν τον λόγο, το θέμα του εμπάργο του ρωσικού πετρελαίου από τη μεριά της ΕΕ γίνεται ένα θέμα ευαίσθητο και για τις ΗΠΑ. Ενώ παράλληλα ακυρώνεται η απαγόρευση για την εισαγωγή πετρελαίου από τη Βενεζουέλα, και ξεπερνιόνται οι τριβές που είχε με τη Σαουδική Αραβία για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο φόβος για την αύξηση της τιμής της βενζίνης –για τους πολίτες των ΗΠΑ– υπερτερεί σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ ο φόβος να μείνουν οι Ευρωπαίοι χωρίς μεθάνιο υπερτερεί σε σχέση με την επιδίωξη της ενεργειακής μετάβασης. Εκείνο που διττώς και σαφώς υπερτερεί είναι η ενίσχυση του ΑΕΠ των ΗΠΑ και η δυνατότητα να μη χάσει ο Μπάϊντεν τις εκλογές τον Νοέμβρη.

 

Πρόσφατα άρθρα ( Περιβάλλον )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet