Το ζήτημα της εργασίας το τελευταίο διάστημα προσεγγίζεται, όπως είναι φυσικό, κάτω από το πρίσμα της εκτίναξης του κόστους ζωής. Η πρόσφατη κυβερνητική απόφαση για την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 713 ευρώ μεικτά επικοινωνήθηκε ως κίνηση «ευθύνης και αλληλεγγύης», που «αγγίζει τα απώτατα όρια της οικονομίας». Στην ουσία της, όμως, αποτελεί περισσότερο κίνηση συγκράτησης της πτώσης της αγοραστικής δύναμης των εργαζόμενων, παρά ουσιαστική ενίσχυση εισοδήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι με βάση τα επίπεδα τιμών του Δεκεμβρίου το ΙΝΕ–ΓΣΕΕ εκτιμούσε την απώλεια αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού στο 10,4% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Με δεδομένη την αύξηση του πληθωρισμού από το 5,1%, τη στιγμή της παραπάνω εκτίμησης, στο 8,9% τον Μάρτιο γίνεται σαφές πως η συνολική αύξηση του κατώτατου μισθού για το 2022 δεν επαρκεί για να διατηρήσει στο ίδιο επίπεδο το πραγματικό εισόδημα των εργαζόμενων.

Η ίδια η ρητορική της κυβέρνησης είναι αποκαλυπτική της λογικής της: αν η αύξηση αυτή αγγίζει τα όρια αντοχών της ελληνικής οικονομίας, τότε μάλλον δεν θα πρέπει να αναμένονται ανάλογες αυξήσεις στο μέλλον. Αντί για κομμάτι μιας στρατηγικής για καλύτερους μισθούς με συγκεκριμένο στόχο –όπως έχουν κάνει οι κυβερνήσεις της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου– η κυβέρνηση ακολουθεί με μεγάλη καθυστέρηση τη συγκυρία. Το γεγονός δε ότι το όριο μπαίνει χαμηλότερα ακόμα και από το ονομαστικό επίπεδο αποδοχών του 2012, είναι ενδεικτικό μιας αντίληψης που συνεχίζει να υπερασπίζεται την καθήλωση μισθών και εργασιακών δικαιωμάτων.

 

Έλλειψη εργατικού δυναμικού λόγω επισφάλειας

 

Την ίδια στιγμή παρατηρούνται φαινόμενα έλλειψης εργατικού δυναμικού σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας, όπως ο τουρισμός και ο αγροτικός τομέας. Με την ανεργία να κυμαίνεται ακόμη σε αρκετά υψηλά επίπεδα (12,8% τον Φεβρουάριο) και τη μεγάλη οικονομική πίεση που δημιουργεί η έκρηξη των τιμών, θα έλεγε κάποιος ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα παράδοξο φαινόμενο.

Είναι όμως έτσι; Τουλάχιστον τρεις παράγοντες ευθύνονται για την κατάσταση αυτή. Πρώτον, οι επιπτώσεις της έλλειψης εργατικού δυναμικού στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας επηρεάζουν δυσανάλογα τη χώρα μας, αφού λόγω των χαμηλών μισθών υπάρχει αυξημένο κίνητρο για μετανάστευση. Η τάση αυτή δεν εξαντλείται μόνο στο υψηλά ειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Μεγάλο κομμάτι ελλείψεων σε εργάτες γης οφείλεται στη μαζική μετακίνηση τους στο εξωτερικό, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας και των διαταραχών που προκάλεσε ο κορονοϊός.

Δεύτερον, ειδικά στον τουριστικό τομέα το επίπεδο αποδοχών παραμένει αρκετά χαμηλό, ιδιαίτερα αν συνυπολογιστούν και οι ιδιαίτεροι παράμετροι των εργασιακών σχέσεων του κλάδου: τα εξαντλητικά ωράρια και συνεχόμενη εργασία χωρίς ρεπό, η αβεβαιότητα για τις συνθήκες εργασίας, η εποχιακή φύση της απασχόλησης και η προβληματική κατάσταση της στέγασης στις περισσότερες τουριστικές περιοχές.

Τρίτον, το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι καλούνται να λειτουργήσουν μέσα σε ένα περιβάλλον που η επισφάλεια αποτελεί διαρκή συνθήκη, δημιουργεί μια σειρά από δεδομένα που πρέπει να λάβουμε υπόψη. Είναι, για παράδειγμα, πιθανό σε αυτές τις συνθήκες αρκετοί άνεργοι να μην έχουν το στοιχειώδες κεφάλαιο για να ανταποκριθούν στα έξοδα μιας θέσης εργασίας (π.χ. μεταφορικό κόστος, ειδική ενδυμασία κτλ). Από την άλλη μεριά, οι εργαζόμενοι έχουν πλέον ενσωματώσει την επισφάλεια σαν καθοριστικό κριτήριο των επιλόγων τους. Η δυνατότητα εξέλιξης, η σταθερότητα απασχόλησης, η σιγουριά για την καταβολή των δεδουλευμένων λείπουν από πολλές θέσεις εργασίας. Είναι απόλυτα λογικό όταν υπάρχουν περιθώρια επιλογής οι εργαζόμενοι να αποφασίζουν με κριτήριο τι είναι αυτό που τους χτίζει μια βιώσιμη στρατηγική σταθερότητας σε ένα αβέβαιο περιβάλλον.

 

Απουσία πολιτικών για την εργασία

 

Κοινός συντελεστής για όλα τα παραπάνω είναι η απουσία πολιτικών για την εργασία και η πλήρης υποτίμηση του κοινωνικού και οικονομικού της ρόλου. Τα αποτελέσματα γίνονται με τρόπους που αλληλεπιδρούν και με άλλους παράγοντες εντείνοντας τα προβλήματα.

Ο αγροτικός τομέας είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: στη μετακίνηση μεταναστών εργατών γης από την Ελλάδα στις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η δυνατότητα νομιμοποίησης που δίνουν κάτω από την πίεση των ελλείψεων σε εργατικά χέρια αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Αδρανώντας επί σειρά ετών μπροστά στο αίτημα για νόμιμη πρόσβαση στην αγορά εργασίας των μεταναστών εργατών γης, σήμερα η χώρα μας βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες αυτής της πολιτικής σε μια περίοδο που ο αγροδιατροφικός τομέας μπαίνει σε κρίση.

Μια άλλη όψη μπορούμε να εντοπίσουμε στον τουριστικό κλάδο. Εκεί η ύπαρξη συλλογικής σύμβασης εργασίας στους ξενοδοχοϋπάλληλους εξασφάλισε την άνοδο των αποδοχών κατά 11,5% τον πρώτο χρόνο που επανήλθε η υποχρεωτικότητα της. Αυτό το αποτέλεσμα ήρθε μέσα από την επαναφορά των βασικών όρων των συλλογικών συμβάσεων, αλλά και μέσα από μια στοχευόμενη εκστρατεία ελέγχων από το ΣΕΠΕ για την εφαρμογή της συγκεκριμένης σύμβασης στην πράξη. Η κατάσταση σήμερα είναι αρκετά διαφορετική, επειδή τα φαινόμενα μη εφαρμογής της συλλογικής σύμβασης στην πράξη πληθαίνουν –συνέπεια της αδρανοποίησης των ελεγκτικών μηχανισμών– και η αβεβαιότητα σε σχέση με τις αποδοχές και τις πραγματικές συνθήκες εργασίας στον κλάδο εντείνεται.

 

Σημάδια ενδυνάμωσης

 

Ευτυχώς, όμως, για τον κόσμο της εργασίας, υπάρχει και άλλη όψη στην κατάσταση. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια υπάρχουν σε διεθνές επίπεδο σημάδια ότι οι εργαζόμενοι αρχίζουν να ανακτούν τη διαπραγματευτική τους δύναμη. Θα ήταν παρακινδυνευμένο να προβάλλουμε ευθέως το ίδιο συμπέρασμα στην ελληνική αγορά εργασίας. Στη χώρα μας ακόμα και η μείωση της ανεργίας, επειδή έχει έντονο το στοιχείο των ελαστικών σχέσεων εργασίας και των χαμηλών αποδοχών στις νέες θέσεις εργασίας, δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ενίσχυση της θέσης των εργαζόμενων.

Ωστόσο, υπάρχουν παραδείγματα συλλογικής διεκδίκησης, όπως στον χώρο του πολιτισμού και των ταχυμεταφορών, που δείχνουν πως μπαίνουμε σε μια περίοδο που μπορεί πλέον να δίνονται αγώνες με ορίζοντα νίκης.

Μπροστά σε μια τέτοια περίοδο θα θέλαμε να καταθέσουμε δύο σημεία προβληματισμού:

Πρώτον, η δυνατότητα υλοποίησης πολιτικών προς όφελος των εργαζόμενων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ενδυνάμωση ή όχι των συνδικάτων. Η αύξηση του κατωτάτου μισθού επηρεάζει περίπου το 1/3 του εργατικού δυναμικού, ενώ λίγο πάνω από το 10% καλύπτεται από υποχρεωτικές συλλογικές συμβάσεις. Ο μοναδικός διαθέσιμος αυτήν τη στιγμή τρόπος για να επηρεαστεί το επίπεδο αποδοχών των υπόλοιπων, είναι η σύναψη συλλογικών συμβάσεων σε ολοένα και περισσότερους κλάδους.

Δεύτερον, η συζήτηση δεν μπορεί πια να μένει αποκλειστικά στο ονομαστικό ύψος του μισθού. Πρέπει να περιλαμβάνει τόσο μέτρα για την ανάσχεση του κύματος ακρίβειας, όσο και ένα πιο μακροπρόθεσμο προγραμματικό στοιχείο δημόσιων πολιτικών σε τομείς όπως η στέγαση και η προσχολική φροντίδα, που παίζουν κρίσιμο ρόλο για το πραγματικά διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων.

 

Θεανώ Κακουλίδου, Πάνος Κορφιάτης Η Θεανώ Κακουλίδου είναι οικονομολόγος και μεταδιδακτορική ερευνήτρια. Ο Πάνος Κορφιάτης είναι αναλυτής επιχειρησιακών δεδομένων στον τομέα της ασφάλισης και πρώην ειδικός γραμματέας ΣΕΠΕ Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Εργασία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet