Ιδιαίτερα πολυπληθείς αναμένονται οι συγκεντρώσεις της Εργατικής Πρωτομαγιάς, την Κυριακή, σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας, αφού φέτος η ιστορική ημέρα βρίσκει τη ζωή των εργαζομένων σε ακόμη χειρότερη θέση απ’ ό,τι πέρυσι –αλλά και επειδή αυτή τη φορά οι κινητοποιήσεις δεν θα σπάσουν σε δύο μέρες, όπως έγινε το 2021, με τη ΓΣΕΕ φέτος να απευθύνει κάλεσμα την ίδια μέρα με τις υπόλοιπες ομοσπονδίες εργαζομένων και συνδικάτα.

 

Τα αιτήματα

 

Δυστυχώς, όμως, 136 χρόνια μετά την εξέγερση στο Σικάγο, οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα εξαιτίας της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας (αλλά και λόγω των μνημονιακών χρόνων), έχουν οδηγηθεί τόσα βήματα πίσω, που βρίσκονται σήμερα να διεκδικούν αντί την προώθηση καλύτερων συνθηκών και όρων εργασίας, κυρίως την τήρηση των παλαιότερων κεκτημένων τους: 8ωρη εργασία, κυριακάτικη αργία, συλλογικές συμβάσεις και διαπραγματεύσεις, αύξηση του κατώτατου μισθού, δημόσιο κοινωνικό κράτος.

«Έπειτα από έναν αιώνα και παραπάνω, εξαιτίας του νόμου Χατζηδάκη που βάλλει κατά της έννοιας του ωραρίου και της υπερωρίας, το αίτημα για 8ωρο και αργία την Κυριακή είναι και πάλι επίκαιρο. Πέραν από την επαναφορά αυτών όμως, ειδικά φέτος λόγω της μεγάλης ακρίβειας και των παγωμένων μισθών σε χαμηλά επίπεδα εδώ και 12 χρόνια, προτεραιότητα είναι και η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και των διαπραγματεύσεων του κατώτατου μισθού μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών, ώστε οι εργαζόμενοι να ξαναπάρουμε στα χέρια μας τη ζωή και την εργασία μας και να καταφέρουμε την αύξηση των μισθών», τονίζει στην «Εποχή» ο Θέμης Γρηγοριάδης, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων.

Προφανώς, η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού από την κυβέρνηση μόλις κατά 50 ευρώ, την ώρα που ο πληθωρισμός και η ακρίβεια σε όλα τα προϊόντα έχουν εκτοξευτεί, δεν μπορεί να ανακουφίσει κανένα νοικοκυριό. «Ήταν μια καθαρά προεκλογική κίνηση, προκειμένου να δείξει ότι ανταποκρίνεται στα προβλήματα της κοινωνίας, που έχει αρχίσει να βράζει. Γι’ αυτό, άλλωστε, το έφερε και λίγες μέρες νωρίτερα απ’ ό,τι είχε εξαγγείλει. Παρόλ’ αυτά, με αυτή την αύξηση δεν σώζεται τίποτα, όπως όλοι καταλαβαίνουμε», σημειώνει και ο Γιώργος Μυλωνάς, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εργατικού Κέντρου Αθήνας, προσθέτοντας στα αιτήματα και την ανάγκη στήριξης του δημόσιου κοινωνικού κράτους και αγαθών.

Αντίστοιχα, η Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (ΑΔΕΔΥ) σε ανακοίνωσή της ζητά: «Αυξήσεις στους μισθούς μας, άμεσα, τουλάχιστον ίσες με την αύξηση του ΑΕΠ και του πληθωρισμού. Κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης. Ξεπάγωμα του μισθολογικού κλιμακίου της διετίας 2016 – 2017. Αφορολόγητο στις 12.000 ευρώ. Επαναφορά 13ου – 14ου μισθού. Αύξηση και επέκταση του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας. Καμία περικοπή του. Στήριξη του ΕΣΥ με γενναία χρηματοδότηση. Μέτρα υγιεινής και ασφάλειας στους χώρους εργασίας και στα σχολεία. Μείωση του αριθμού των μαθητών στο 1:15. Όχι στις απολύσεις και στις αναστολές εργασίας του υγειονομικού προσωπικού. Κατάργηση του νόμου Χατζηδάκη (Ν4808/21) για τα εργασιακά, καθώς και κατάργηση όλων των νόμων που ιδιωτικοποιούν την κοινωνική ασφάλιση. Προσλήψεις μόνιμου προσωπικού για να καλυφθούν τα χιλιάδες οργανικά κενά που υπάρχουν στο Δημόσιο, ιδιαίτερα στους τομείς της Υγείας, της Παιδείας, της Κοινωνικής Ασφάλισης κ.ά. Ταυτόχρονα, λέμε όχι στις ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων οργανισμών και φορέων».

 

Η μεθοδικότητα της κυβέρνησης

 

Η κυβέρνηση, βέβαια, βρίσκεται σε τελείως διαφορετικό μήκος κύματος, με τον υπουργό Εργασίας, Κωστή Χατζηδάκη, να συνεχίζει μεθοδικά να βάλλει κατά των δικαιωμάτων των εργαζομένων και των οικονομικά ασθενέστερων τάξεων. Μετά τις διατάξεις που κατήργησαν το 8ωρο, έβαλαν εμπόδια στην απεργία και τον συνδικαλισμό, ξήλωσαν ουσιαστικά την Επιθεώρηση Εργασίας, έδωσαν τη δυνατότητα πάλι στους εργοδότες να απολύουν χωρίς βάσιμο λόγο, μετέτρεψαν το σύστημα των επικουρικών σε κεφαλαιοποιητικό, αφαιρώντας τη διαγενεακή αλληλεγγύη κ.ά, τώρα μετάλλαξε και τη φυσιογνωμία του ΟΑΕΔ. Έτσι, μεταξύ άλλων, οι άνεργοι πια δεν θα έχουν τη δυνατότητα να λένε όχι σε δουλειές που προσφέρονται με άθλιες συνθήκες και όρους, αλλιώς θα διαγράφονται από τα μητρώα, και οι εργοδότες θα μπορούν να βρουν ακόμα πιο ευέλικτο και φθηνό εργατικό δυναμικό ή να απειλούν με την ύπαρξη αυτού τους εργαζόμενους που έχουν, ώστε και αυτοί να καταστούν πιο «συνεργάσιμοι».

«Ο νόμος στοχοποιεί τους πολίτες, τους βάζει ποινολόγιο και ο οργανισμός σταματάει να παίζει τον ρόλο του, δηλαδή να υποστηρίζει τους ανέργους και τις ευάλωτες εργασιακές ομάδες. Να θυμίσουμε ότι ο ΟΑΕΔ χρηματοδοτείται από τις εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών. Η κυβέρνηση, δηλαδή, αγνοεί τους πραγματικούς χρηματοδότες αυτού του συστήματος και τα αιτήματά τους, για να διαθέσει τα χρήματα αυτά πού και με ποιο τρόπο άραγε; Από πού και ως πού δεν θα λάβει ένας άνεργος τα χρήματα που έχουμε προσφέρει γι’ αυτό τον λόγο οι εργαζόμενοι και ο ίδιος;», υπογραμμίζει ο Θέμης Γρηγοριάδης.

Ενώ και ο Γιώργος Μυλωνάς επισημαίνει τον τιμωρητικό χαρακτήρα του νόμου, προσθέτοντας πως «το μόνο που ενδιαφέρει τον υπουργό, είναι να φαίνεται στα χαρτιά η μείωση της ανεργίας. Τόσο ώστε να μπορούν να λένε ότι έχει έρθει η ανάπτυξη και όχι βέβαια κάτω από το 10%, γιατί τότε θα έπρεπε να επαναφέρει και τις τριετίες και τις συλλογικές συμβάσεις και πολλά άλλα που έχουν πετσοκοπεί την τελευταία δεκαετία».

 

Ελπιδοφόρες νίκες των εργαζομένων

 

Παρά, όμως, την επίθεση της κυβέρνησης στα κεκτημένα των εργαζομένων και τις δυσκολίες που προκύπτουν από τις απανωτές κρίσεις (υγειονομική, ακρίβειας, ενεργειακή, ειρήνης κτλ), από την περασμένη Εργατική Πρωτομαγιά μέχρι σήμερα σημειώθηκαν και σημαντικές νίκες των εργαζομένων, που πέραν της ελπίδας, αναδεικνύουν και τον δρόμο της συλλογικότητας και του αγώνα πάλι, για να ξεπεραστούν οι προκλήσεις.

Από τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων της e-food και της Cosco, μέχρι αυτές των δανειζόμενων τραπεζοϋπαλλήλων, αλλά και το πάγωμα ουσιαστικά των αλλαγών για την απεργία στην πράξη, όπως υπενθυμίζει ο Γιώργος Μυλωνάς, «γεμίζουμε αισιοδοξία. Από την άλλη, όμως, δείχνουν ότι ενώ για επιμέρους ζητήματα κάθε κλάδου υπάρχει κινητοποίηση και μπορούμε και να κερδίσουμε, για ευρύτερα κοινωνικά θέματα, όπως πχ ο δημόσιος χαρακτήρας της ΔΕΗ, δεν καταφέρνουμε να κινητοποιηθούμε. Ο κάθε τομέας κοιτάζει μόνο τα του οίκου του και αυτό πρέπει να αλλάξει και να ενδιαφερθούμε και για ένα πλατύτερο κοινωνικό κίνημα», σημειώνοντας παράλληλα την ανάγκη να καταστεί ελκυστικός ο συνδικαλισμός και σε πιο νέους/νέες εργαζόμενους και εργαζόμενες, προσεγγίζοντάς τους με καινούργιους τρόπους.

«Σχεδόν κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, λέμε περίπου τα ίδια τετριμμένα πράγματα, καθώς δεν βελτιώνεται και κάτι δυστυχώς. Αν θέλουμε να κατανοήσουμε, όμως, τι πρέπει να γίνει και να διεκδικήσουμε, αρκεί να σκεφτούμε δύο νέα εργαζόμενα παιδιά σήμερα, που δεν μπορούν να ξεκινήσουν τη ζωή τους, αφού ο μισθός τους είναι πολύ χαμηλός, τα ενοίκια απλησίαστα, όλα τα προϊόντα ακριβαίνουν καθημερινά και ταυτόχρονα δεν υπάρχει ουσιαστικά κοινωνικό κράτος για να τους στηρίξει στις δυσκολίες και τη ζωή τους. Αν σκεφτούμε αυτή την καθημερινότητα, η απάντηση για το τι πρέπει να αλλάξει, είναι πολύ εύκολη», καταλήγει ο Γιώργος Μυλωνάς.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet