Νικήτας Σινιόσογλου «Ο καρπός της ασθενείας μου, Δοκίμια με σάρκα και οστά», εκδόσεις Κίχλη, 2022


«Δεν μπορούμε να βγούμε από το καυκί μας»

Κλέων Παράσχος

 

«Έχουμε δύο εαυτούς τον ένδον και τον καθημερινό, και πολλές διαθλάσεις», υπογραμμίζει ο συγγραφέας. Μιλά ακόμα για κύλισμα μέσα μας και παίζει, όπως αντιλαμβάνεται κανείς διαβάζοντας το βιβλίο του, είτε ειρωνικά είτε σαρκαστικά είτε μελαγχολικά είτε λογικά με το μέσα και το έξω, με τον εαυτό και τον Άλλο, τα ψεύδη και την αλήθεια, τη φαντασία και την πραγματικότητα και γενικώς με όλα τα δίπολα που ταλανίζουν τον άνθρωπο στο διάβα του στον κόσμο. 

Αυτός που περιπλανήθηκε στην Λεωφόρο ΝΑΤΟ, εξέτασε τα όρια της γραφής στις Μαύρες Διαθήκες, ή ξεχώρισε μερικές σπουδαίες φυσιογνωμίες ανθρώπων της σκέψης του παρελθόντος που συγκρότησαν τον Αλλόκοτο κόσμο του, εδώ «σκάπτει ένδον», όπως μας προέτρεπε ο Μάρκος Αυρήλιος, επιχειρώντας μια εσωτερική περιπλάνηση σαν αδιόρθωτος flaneur που είναι.

 

Ο Σινιόσογλου γνωρίζει καλά το μηχανισμό του αφοριστικού αλλά και του δοκιμιακού λόγου που είναι είδος ιδιαίτερα απαιτητικό και παρά το ότι ανήκει στον πεζό λόγο είναι με την ευρύτερη έννοια ποιητικό. Ανατρέχει στους «βιρτουόζους» του είδους: Μοντένιο, ο οποίος είναι ελάχιστα καρτεσιανός, Κίρκεγκορ (του «Ασθένεια προς θάνατον»), Κλέωνα Παράσχο, που ήταν ένθερμος θιασώτης του Μοντένιου, Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, Ρ.Μ. Ρίλκε, και βέβαια Μάρκο Αυρήλιο και προσπαθεί να μας κάνει να νιώσουμε με το σώμα, που φλέγεται από επιθυμίες και παθαίνεται, ό,τι μπορούμε να συλλάβουμε με τη σκέψη και το στοχασμό μας ή ό,τι απομένει πια από αυτόν, αφού οι λέξεις έχουν απισχανθεί, όπως λέει, και το νόημα απουσιάζει. Εξ ου κι ο υπότιτλος «Δοκίμια με σάρκα και οστά». 

Αλλά κι ο τίτλος έχει ίσως ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ασθενής είναι αυτός που του λείπει το σθένος, αφού το α είναι στερητικό. Αρχικά η λέξη που έχει χρησιμοποιηθεί ευρύτατα στον πεζό λόγο σήμαινε τον φτωχό, ύστερα τον αδύναμο και τέλος πολύ αργότερα, αυτό που σημαίνει σήμερα, τον άρρωστο. 

Όμως αντί να προτάξει της ασθένειας τη λέξη καιρός, π.χ., βάζει τη λέξη καρπός να προηγείται, δημιουργώντας ένα παράδοξο οξύμωρο, λες και η ασθένεια είναι κάτι που μπορεί ν’ ανθίσει. Αλλά η ασθένεια σε οδηγεί –άμα περάσεις το αγωνιώδες και απελπισμένο ερώτημα «γιατί σε μένα;»– να σκεφτείς, να αναθεωρήσεις, να αναρωτηθείς για κείνο που σ’ αρρώστησε. Η ασθένεια δίνει ένα χαστούκι στις βεβαιότητές μας δημιουργώντας ένα ράγισμα, μια ενοχή για ό,τι αφήσαμε να φύγει χωρίς να το ψηλαφήσουμε κι ίσως να το υιοθετήσουμε, αντί να το τοποθετήσουμε στο ράφι κάποιων ανεκτίμητων πραγμάτων που συνεχίζουν να μας διαφεύγουν. Αν και η παρατήρηση μας μετατρέπει σε κείνους που δύσκολα τους διαφεύγουν τα πράγματα, ακόμα και τα φευγαλέα, τα εφήμερα, εκείνα τα σχεδόν αόρατα έντομα που γεννιούνται και πεθαίνουν αυθημερόν. Εμείς οπωσδήποτε έχουμε λίγο περισσότερο χρόνο από τα εφήμερα. Αλλά είμαστε έτσι κι αλλιώς περαστικοί κι έχουμε την τάση να περιπλανιόμαστε στη γύρω πραγματικότητα, στο έξω και να αιχμαλωτίζουμε με το βλέμμα μας όχι τόσο αυτό που μας θαμπώνει, αλλά αυτό που μας ξενίζει, που ζει και υπάρχει εκεί απ’ όπου έχουμε περάσει πολλές φορές, χωρίς να το προσέξουμε. Στο μεταξύ ο χρόνος μας είναι περιορισμένος και εναπόκειται σε μας να τον διαχειριστούμε με σύνεση και φειδώ. Προσπαθώντας να επιβιώσουμε, δηλαδή με άλλα λόγια να επιπλεύσουμε, δεν δίνουμε χρόνο στην ικανότητα που έχουμε, σαν έλλογα όντα που είμαστε, να σκεφτόμαστε. Ο flaneur κοντοστέκεται, βλέπει, ξεχωρίζει, παρατηρεί και καταγράφει ό,τι του αποσπά την προσοχή, αλλά δεν έχει παρά τον χρόνο που διαθέτει ο αμφιβληστροειδής. Αντίθετα, ο ασθενής έχει περισσότερο χρόνο. Έχει όλο το χρόνο να σκεφτεί, γιατί βρίσκεται εκεί ξαπλωμένος σε κρεβάτι που είναι ταυτόχρονα κινούμενο, φορείο.

Ασθενείς και οδοιπόροι, λοιπόν, όπως είναι κι ο τίτλος του γνωστού μυθιστορήματος του Γ. Θεοτοκά, δανεισμένος βέβαια από εκκλησιαστικό κείμενο που εξαιρεί αυτές τις δύο κατηγορίες από τη νηστεία. Έτσι κι αλλιώς κι οι δυο καταστάσεις είναι εξαιρετικές, υπό την έννοια ότι δεν διαρκούν, τουλάχιστον η ασθένεια, επ’ άπειρον. 

Εκεί στην κλίνη ή στον δρόμο εκτός από τον χρόνο εξίσου σημαντικό ρόλο παίζει και η μνήμη. Ο χρόνος είναι το διακύβευμα της φιλοσοφίας, ενώ η μνήμη της λογοτεχνίας. Και τα δυο συνυπάρχουν στα αφοριστικά δοκίμια του βιβλίου καθότι είναι απαραίτητα στο χτίσιμο του αποφθεγματικού λόγου τους. 

Αλλά ας δούμε τι κάνει ο ασθενής καρφωμένος σ’ ένα κρεβάτι όλη μέρα κι όλη νύχτα. Στενοχωριέται, νιώθει ανήμπορος, αδύναμος, φοβάται, σκέφτεται τον θάνατο. Τότε αρχίζει να σκέφτεται και να ψάχνει τα γιατί και τα πώς της ύπαρξης και του βίου του. Δηλαδή πραγματοποιεί μια εσωτερική περιπλάνηση που έχει σωματικότητα.

Έτσι σκέφτεται ο άνθρωπος και έτσι, διατυπώνοντας τη σκέψη και τον στοχασμό του ο συγγραφέας, παρά τη ματαιότητα του εγχειρήματος, δρέπει τον καρπό της ασθενείας του, δηλαδή τον καρπό, το όφελος μιας απώλειας, οπωσδήποτε όχι θανάσιμης. Όσο για τις ασθένειες αυτές διακρίνονται σε ιάσιμες και ανίατες. Η ασθένεια της γραφής είναι ανίατη. 

Η ασθένεια είναι ανατροπή από τη συνήθεια, μια φυγή, αθέλητη πάντως, από το καθημερινό και τον καθημερινό εαυτό. Φυγή από την καθημερινή πραγματικότητα, μια ανιαρή, μακρόσυρτη παραμονή σ’ ένα θάλαμο μαζί με άγνωστους ομοιοπαθείς. 

Ο ασθενής συνειδητοποιεί, ίσως, ενδεχόμενα που δεν διέκρινε ή δεν αντιλαμβανόταν προηγουμένως με τον έξω εαυτό, αυτόν που κυκλοφορεί στη στενωπό του καθ’ ημέραν βίου. Ο άνθρωπος μετά τη δοκιμασία της ασθένειάς του, ή κατά τη διάρκειά της, συνειδητοποιεί τη μηδαμινότητα της ύπαρξής του, τα κόλπα που μετέρχονταν για να επιβιώνει, τα προσωπεία που κρεμούσε στον καλόγηρο μαζί με το παλτό και την ομπρέλα του μπαίνοντας στο σπίτι του, και εν τέλει, όπως λέει ο συγγραφέας, καταφέρνει ν’ αγαπήσει την ίδια τη γελοιότητά του, κι αν μπορέσει και του κόσμου, έτσι που να θυμίζει τον Αλσέστ, τον Μισάνθρωπο του Μολιέρου που θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο, αλλά δεν συνειδητοποιεί την ανεπάρκεια και τη γελοιότητα που τον διακατέχει. Μιλά για ένα σωρό ακόμη πράγματα ο συγγραφέας κι ας αναγνωρίζει την προϊούσα εξασθένιση της φιλοσοφίας καθώς και τον ανίσκιωτο κόσμο που διαρκώς θρυμματίζεται, κατακερματίζεται, ασθενεί. Αν μπορούσαμε τουλάχιστον να «καθρεφτίσουμε την ψυχή μας και να γίνουμε διάφανοι και κατανοητοί». Ή όπως λέει ο Σαχτούρης: 

«Μεσ’ στην οσμή της ερημιάς

γινόμαστε διαφανείς». 

«Ο καρπός της ασθενείας μου» δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αποσπασματική αυτοπαθής αυτοβιογραφία, ή όπως ο ίδιος ο συγγραφέας την προσδιορίζει, μια «άσκηση αυτομυθοπλασίας».

 

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet