Μία ακόμα γυναικοκτονία σημειώθηκε την περασμένη εβδομάδα, η τέταρτη για το 2022, αυτή τη φορά στην Καβάλα, όπου ο 55χρονος στραγγάλιζε επί 4 λεπτά τη 43χρονη γυναίκα που ήθελε διαζύγιο απ’ αυτόν. Ο δράστης, αφού πέρασαν πολλές ώρες από την αποτρόπαιη πράξη και είχε σύρει το πτώμα της γυναίκας από τα μαλλιά έξω από το καμαράκι του φαρμακείου όπου τελέστηκε η δολοφονία, όπως είναι οι πληροφορίες από τις κάμερες, αποφάσισε τελικά να καλέσει την αστυνομία, ενώ πριν αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει –ή να αυτοτραυματιστεί, προκειμένου να φανεί ψευδώς ότι είχε τέτοια πρόθεση «μεταμέλειας», όπως τονίζουν οι συγγενείς και ο δικηγόρος του θύματος.

Σημειώνεται ότι ο δράστης έχει γνωστό βίαιο παρελθόν, αφού το 2002 είχε κατατεθεί μήνυση εναντίον του για ξυλοδαρμό προηγούμενης σχέσης του, ενώ μία ακόμα πρώην του μίλησε δημόσια για απόπειρα πνιγμού και της ίδιας παλαιότερα. Βίαιος λόγω κτητικότητας και ζήλειας είχε υπάρξει πολλές φορές, άλλωστε, και με τη 43χρονη δολοφονημένη, όπως περιγράφουν φίλοι και συγγενείς της.

 

Καμία πρωτοβουλία δράσης από την πολιτεία

 

Μετά και τις 30 γυναικοκτονίες που καταγράφηκαν το 2021, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελληνικού Τμήματος του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τη Γυναικοκτονία, και την αναγνώριση που έχει λάβει επιτέλους αυτό το μείζον κοινωνικό πρόβλημα, θα ανέμενε κάποιος πως η δημόσια συζήτηση πια –και δράση– θα εστίαζε στην απαραίτητη ανάπτυξη προγραμμάτων, δομών και θεσμών της πολιτείας που θα προστατεύουν τα θύματα έμφυλης βίας, θα σωφρονίζουν/επανακοινωνικοποιούν πραγματικά τους δράστες και δεν θα τους αφήνεται περιθώριο να συνεχίζουν και να κλιμακώσουν τη βία τους, στην εκπαίδευση όλων μας στα ζητήματα έμφυλης ισότητας κ.ο.κ. Παρόλ’ αυτά, η κυβέρνηση συνεχίζει να μη δίνει καμία σημασία στο φαινόμενο, να μην αναφέρεται καν σ’ αυτό, πόσο μάλλον να αναλαμβάνει κάποια πρωτοβουλία. Ο υπουργός Δικαιοσύνης Κ. Τσιάρας, άλλωστε, ήταν και αντίθετος στο να συμπεριληφθεί ο όρος γυναικοκτονία στον ποινικό κώδικα, κατά τις τελευταίες αλλαγές που προώθησε.

Ενώ, υπάρχουν ακόμα και φωνές που δικαιολογούν τους γυναικοκτόνους με τη λογική ότι λίγο–πολύ τα ΄θελε και ο κ&λος του θύματος. Έτσι, ο σύλλογος Συνεπιμέλεια (που τα δικά τους αιτήματα είχαν εισακουσθεί από τον υπουργό Δικαιοσύνης, όπως θυμόμαστε) δημοσίευσε άρθρο με αφορμή την τελευταία γυναικοκτονία, όπου μεταξύ άλλων αναρωτιούνται: «Παρακαλούμε όσους μας διαβάζουν να μας επισημάνουν: από τα θύματα που επιπόλαια αναφέρονται στο τύπο ως γυναικοκτονίες, ήταν γυναίκα χωρίς παιδιά; Είναι αλήθεια ότι όλες είχαν παιδιά; Είναι αλήθεια ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπήρχαν “προβλήματα”; Είναι αλήθεια ότι το θύμα απειλούσε ότι “θα πάρει τα παιδιά και θα φύγει”; Συμμετέχουν στη τέλεση τέτοιων εγκλημάτων όσοι δημοσιογράφοι αποσιωπούν την αλήθεια».

 

Επικίνδυνες δικαιολογίες

 

Ας τους διαφωτίσουμε, λοιπόν: Πρώτον, όχι, δεν είχαν όλα τα θύματα γυναικοκτονίας παιδιά. Ποιος δεν θυμάται την Γαρυφαλλιά που έριξε ο σύντροφός της από τα βράχια στη Φολέγανδρο ή την Ελένη Τοπαλούδη, που αυτές τις μέρες διεξάγεται η δίκη για τον βιασμό και τη δολοφονία της (με την εισαγγελέα να προτείνει την καταδίκη και των 2 κατηγορουμένων), αλλά και πολλές ακόμα περιπτώσεις, που είτε δεν ήταν μητέρες, είτε τα παιδιά ήταν ενήλικα και δεν υπήρχε ζήτημα επιμέλειας –η πρώτη γυναικοκτονία για το 2022, για παράδειγμα, αφορούσε μια 79χρονη γυναίκα.

Προφανώς, την απάντηση αυτή θα μπορούσαν εύκολα να την βρουν και μόνοι τους από μια σύντομη αναζήτηση στο ίντερνετ. Τα ερωτήματα, όμως, τίθενται όχι γιατί επιθυμούν να «καταπολεμήσουμε την πηγή του εγκλήματος», όπως γράφεται στο άρθρο, αλλά γιατί ακριβώς διέπονται από τη λογική αυτής της πηγής –της πατριαρχίας.

Σαφώς και υπήρχαν προβλήματα –χωρίς εισαγωγικά– στις σχέσεις που κατέληξαν στη γυναικοκτονία, σχεδόν πάντα προηγείται μικρότερης κλίμακας βίαιη συμπεριφορά του δράστη, η οποία κορυφώνεται με τον καιρό. Γι’ αυτό, συνήθως, προκαλείται και η αντίδραση των θυμάτων, που στο άρθρο αποδίδεται σαν απειλή «θα πάρει τα παιδιά και θα φύγει». Μπορεί, βέβαια, και απλά να μην επιθυμούσαν να συνεχίσουν τη σχέση για άλλους λόγους. Σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν λέγεται απειλή, λέγεται χωρισμός και είναι δικαίωμα της κάθε γυναίκας, ακόμα και αν είναι μητέρα προφανώς, όπως και προφανώς τίποτα απ’ αυτά δεν δικαιολογεί τη δολοφονία της. Δεν φτάνει κάθε άνδρας που τον χωρίζει η γυναίκα του και αλλάζουν οι όροι συμβίωσης με τα παιδιά του, στο σημείο να την δολοφονήσει –και αν είναι ικανός για κάτι τέτοιο, σίγουρα δεν θα έπρεπε να βρίσκεται και κοντά στα παιδιά ούτως ή άλλως. Φτάνουν αυτοί που αντιλαμβάνονται τις γυναίκες σαν περιουσιακό τους στοιχείο, σαν συζύγους/μητέρες που τους ανήκουν και πρέπει να τους αναθρέφουν τα παιδιά όπως ακριβώς θέλουν εκείνοι (όπως φάνηκε και από την απολογία του Μπάμπη Αναγνωστόπουλου για τη γυναικοκτονία της Καρολάιν αυτές τις μέρες, παρά και τη 10ωρη παράσταση που έδωσε στο βήμα). Συμμετοχή, λοιπόν, στην τέλεση τέτοιων εγκλημάτων έχουν όσοι δικαιολογούν και ασπάζονται τέτοιες αντιλήψεις, όχι κάποια δημοσιογραφική απόκρυψη του ζητήματος της επιμέλειας.

 

Αναγκαίες παρεμβάσεις στην αστυνομία

 

Ο σύλλογος Συνεπιμέλεια, όμως, δεν ήταν ο μόνος που αναρωτήθηκε μήπως φταίει και το θύμα της έμφυλης βίας. Την περασμένη Κυριακή στο πρωτοσέλιδο του Πρώτου Θέματος φιλοξενούταν ο εξής τίτλος κειμένου: «Μήπως το παραξηλώσαμε με το metoo;», με αφορμή και την κατηγορία γνωστού σκηνοθέτη για βιασμό.

Κάθε άλλο, δυστυχώς. Πέραν ότι ποτέ ένα κίνημα που ενδυναμώνει τις φωνές των γυναικών και φωτίζει τις καθημερινές ιστορίες σεξουαλικής βίας που υπόκεινται, δεν μπορεί να θεωρηθεί «παραξήλωμα», τις τελευταίες μέρες φάνηκε και πάλι πως ίσα–ίσα έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας να διανύσουμε. Και αυτό γιατί σε ακόμη μία υπόθεση βιασμού, η αστυνομία είχε εγκληματική στάση. Μετά και τις απαράδεκτες καθυστερήσεις και παραλείψεις στην υπόθεση βιασμού της Γεωργίας Μπίκα στη Θεσσαλονίκη, που μπορεί να προκαλέσουν ακόμα και την ένταξη της υπόθεσης στο αρχείο, αυτή τη φορά ήταν η αστυνομία της Καλύμνου που «συμβούλεψε» μια 19χρονη επιζήσασα βιασμού να μην καταθέσει μήνυση κατά του δράστη, διώχνοντάς την ουσιαστικά. Τελικά η κοπέλα αναγκάστηκε να ταξιδέψει μέχρι την Αθήνα για να καταφέρει να υποβάλλει μήνυση. Δεν έκαναν, βέβαια, και το ίδιο με την αδερφή του δράστη, που κατέθεσε μήνυση κατά της 19χρονης για συκοφάντηση, με αποτέλεσμα μετά απ’ όλα όσα έχει περάσει η επιζήσασα, να συλληφθεί και να οδηγηθεί στην εισαγγελία στην Κω.

Παρόλ’ αυτά, μετά και από το νέο περιστατικό που επιβεβαιώνει το μοτίβο υποτίμησης/συγκάλυψης των εγκλημάτων σεξουαλικής και έμφυλης βίας από την αστυνομία, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Τ. Θεοδωρικάκος, ζήτησε μόνο από τις Εσωτερικές Υποθέσεις να διερευνηθεί η στάση των εν λόγω αστυνομικών και να παραπεμφθούν για επιβολή κυρώσεων, «αν αποδειχτεί κάποια παράλειψη». Καμία πρωτοβουλία για εκπαίδευση όλων των αστυνομικών σε αυτά τα ζητήματα, κανένα σχέδιο ίδρυσης ειδικών γραφείων και συνεργασία με άλλες ειδικότητες (ψυχολόγοι κτλ) για την αντιμετώπισή τους, ενώ η αύξηση των μόλις 6 γραφείων ενδοοικογενειακής βίας της αστυνομίας, που είχε αναγγείλει πριν κάτι μήνες, μάλλον έχει παραπεμφθεί στις καλένδες.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet