Ο Ευθύμης Παπαβλασόπουλος, επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του πανεπιστημίου Κρήτης αναλύει στην «Εποχή» τα συμπεράσματα από το συνέδριο της ΝΔ και το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και τη σημασία των εννοιών της «προόδου» και του «κέντρου», τις οποίες προτάσσουν και τα δύο κόμματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η εκτίμησή του για τις διεργασίες στην ακροδεξιά και τις ανακατατάξεις στο χώρο της ευρύτερης Δεξιάς.

 

 

Το συνέδριο της ΝΔ ολοκληρώθηκε χωρίς πολλές εντάσεις, ούτε διαφοροποιήσεις. Οι διοργανωτές του το χαρακτήρισαν ταυτοτικό συνέδριο. Ήταν;

Τα συνέδρια των κομμάτων, είναι ένα ακόμη γλωσσικό ερείπιο της ύστερης νεωτερικότητας: επιβλητικά στην πρόσοψη, κενά και γυμνά στο εσωτερικό τους. Έτσι όταν δεν υπάρχουν κρίσιμα εσωκομματικά διακυβεύματα, όπως η ανάδειξη  ηγεσίας, εξυπηρετούν κατεξοχήν επικοινωνιακές στρατηγικές. Το συνέδριο αυτό επιβεβαίωσε δυο ομόρροπες τάσεις: Στο ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο την εδραιωμένη συστημική συναίνεση σε νεοφιλελεύθερες και αυταρχικές βάσεις. Στην κατεύθυνση αυτή είναι ενδεικτικό ότι η καραμανλική πτέρυγα ευθυγραμμίστηκε πλήρως με τις επιλογές της ηγεσία. Από την άποψη αυτή, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί όντως ταυτοτικό. Στο οργανωτικό επίπεδο τη δραματική υποβάθμιση των καταστατικών οργάνων και διαδικασιών. Είναι εντυπωσιακό ότι στην ηλεκτρονική ψηφοφορία για την ανάδειξη του κορυφαίου συλλογικού οργάνου, στη σύνθεση του οποίου αποτυπώνονται και οι εσωκομματικοί συσχετισμοί, συμμετείχαν λιγότεροι από τα 2/3 των συνέδρων. Θα έλεγα λοιπόν συμπερασματικά ότι η έκβασή του ήταν προεξοφλημένη και το πολιτικό του αποτύπωμα ασήμαντο.

 

Η τοποθέτηση του Α. Σαμαρά τάραξε τα νερά;

Έχει υπερεκτιμηθεί, νομίζω, η παρέμβαση Σαμαρά, η οποία περισσότερο εκφράζει τις δικές του εμμονές και στρατηγικές και λιγότερο ενεργές ιδεολογικοπολιτικές διαιρέσεις και ανταγωνισμούς στο εσωτερικό του κόμματος. Θεωρώ ότι ο Σαμαράς, επί της ουσίας, δεν έχει σοβαρές διαφωνίες με την κυβερνητική πολιτική. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια διαμάχη που αφορά την ιστορία και τα σύμβολα της παράταξης και ενδεχομένως  τους όρους άσκησης της ιδεολογικής ηγεμονίας. Ο Σαμαράς επιθυμεί να συντρίψει την Αριστερά και τους αριστερούς εν γένει, ο Μητσοτάκης αρκείται να απομονώσει και να στιγματίσει όσους αντιδρούν στην ακραία αντικοινωνική και αυταρχική πολιτική του.

 

Ο Κ. Μητσοτάκης δήλωσε ότι «οι εκλογές κερδίζονται στο Κέντρο» και ο Α. Σαμαράς είπε «να κοιτάξουμε στα δεξιά μας». Αυτή η διαφορετική προσέγγιση δεν προμηνύει και ένα χάσμα;

Στην παρούσα συγκυρία ασφαλώς όχι. Εξηγούμαι: το κέντρο δεν αποτελεί ένα διακριτό χώρο με προσίδια ιδεολογικοπολιτικά χαρακτηριστικά και κοινωνική βάση. Τα χαρακτηριστικά αυτά διαμορφώνονται με βάση τους εκάστοτε συσχετισμούς δυνάμεων, όπως συμπυκνώνονται στις κρατικές πολιτικές και αποτυπώνονται στις πολιτικές και εκλογικές συμπεριφορές. Οι κεντρώοι έχουν αποδεσμευτεί προ πολλού από τις περιορισμένες κοινωνικές τους ευαισθησίες και τον πολιτικό τους φιλελευθερισμό. Το κέντρο έγινε ακραίο σε σημείο που οι διαφορές του με τη δεξιά να είναι δυσδιάκριτες. Η μόνη διαφοροποίηση που εντοπίζω στις παραπάνω προσεγγίσεις αφορά περισσότερο την ρητορική πλαισίωση των ιδεολογικών εγκλήσεων και δευτερευόντως τα μείγματα πολιτικής. Ο Σαμαράς επενδύει στον εσωστρεφή και φοβικό συντηρητισμό του παραδοσιακού ακροατηρίου της ΝΔ, ενώ ο Μητσοτάκης στο κοσμοπολίτικο ανταγωνιστικό ατομικισμό της Νέας Δεξιάς.  Επί της ουσίας, όμως, συγκλίνουν στρατηγικά στο έδαφος του νεοφιλελεύθερου αυταρχισμού.

 

Είναι μία στιγμή επαναπροσδιορισμού του χώρου της Δεξιάς. Βλέπουμε να συγκροτούνται νέες συμμαχίες, όπως και την ακροδεξιά να ανασυγκροτείται. Επιχειρεί η ΝΔ να οριοθετηθεί;

Τα ερωτήματα πολλά και σύνθετα. Καταρχάς σύμφωνα με τα εμπειρικά ευρήματα, η ακροδεξιά αποτελεί μια διαχρονική σταθερά του πολιτικού μας συστήματος με σημαντική απήχηση. Σε περιόδους σχετικής σταθερότητας, η κοινωνική της βάση και το πολιτικό της προσωπικό ανέπτυξαν μια συμβιωτική σχέση με τη ΝΔ. Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η θεσμική δεξιά πήρε σαφείς αποστάσεις από τις εξτρεμιστικές της αποφύσεις αν και αξιοποίησε ενίοτε την οργανωτική  τεχνογνωσία και τον πολιτικό  ακτιβισμό των στελεχών της. Η διαχείριση της κρίσης διέρρηξε την σχετικά σταθερή συντηρητική κοινωνική συμμαχία και δημιούργησε παράθυρα ευκαιρίας για αυτόνομη και δυναμική παρουσία ακροδεξιών σχηματισμών. Η δυναμική ωστόσο που ανέπτυξαν στη χώρα μας και διεθνώς οφείλεται κυρίως στον βίαιο αποκλεισμό ακόμα και ήπιων ρεφορμιστικών προγραμμάτων που αμφισβητούν τη νεοφιλελεύθερη κανονικότητα,  γεγονός που προσφέρει στην ποικιλόμορφη ακροδεξιά τη δυνατότητα να αυτοσυστήνεται ως η μοναδική αντισυστημική εναλλακτική εισπράττοντας την διογκούμενη  δυσαρέσκεια. Την ίδια στιγμή, όμως, παρά τις ρητορικές ανησυχίες και αποδοκιμασίες των συστημικών δυνάμεων,  η ακροδεξιά όχι μόνο δεν απομονώνεται πολιτικά, αλλά αξιοποιείται  ενίοτε ως χρήσιμος  συνδιαχειριστής των αυταρχικών προγραμμάτων ανταγωνιστικής λιτότητας (ΛΑΟΣ). Το φαινόμενο αυτό δεν αποτελεί μια τακτική παρέκκλιση οφείλεται στο γεγονός ότι η σύγχρονη ακροδεξιά εκφράζει ιδεοτυπικά την κυρίαρχη ιδεολογικοπολιτική συνάρθρωση που συγχωνεύει τον δρεπανηφόρο οικονομικό φιλελευθερισμό, τον πολιτικοθεσμικό αυταρχισμό και τον αξιακό συντηρητισμό. Εκτιμώ λοιπόν ότι η κινητικότητα που εκδηλώνεται στα δεξιά της Δεξιάς δεν προοιωνίζεται ριζικές ανακατατάξεις στο κομματικό σύστημα. Πρώτον, διότι η δυσαρέσκεια παροχετεύεται σε όμορους πολιτικούς χώρους και δεύτερον διότι τα ακροδεξιά νεόφυτα, παρά την φαινομενικά σκληρή κριτική τους στη ΝΔ, αποτελούν μια αξιόπιστη εφεδρεία για μελλοντικές κυβερνητικές συμμαχίες.

 

Επιχειρεί η ΝΔ να αφανίσει το δίπολο Αριστερά-Δεξιά και να φέρει την πολιτική αντιπαράθεση στο επίπεδο της «προόδου», της «αποτελεσματικότητας» και του «ρεαλισμού».

Πράγματι και τα δυο κόμματα εξουσίας επιχειρούν να μετατοπίσουν τον πολιτικό ανταγωνισμό στο δίπολο Πρόοδος - Συντήρηση. Η πρόοδος είναι μία ιστορικά προσδιορισμένη  έννοια με συγκεκριμένα, κοινωνικά, πολιτικά, ιδεολογικά φορτία. Συνυφάνθηκε με το πρόγραμμα  της κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης και σφραγίστηκε από τους αγώνες των υποτελών στρωμάτων για πολιτικές ελευθέριες και κοινωνική δικαιοσύνη. Στη συνθήκη του μεταμοντέρνου σχετικισμού, η πρόοδος ρευστοποιείται, γίνεται αμφίσημη. Ο καθένας μπορεί να την νοηματοδοτεί με διαφορετικά αξιακά και πολιτικά φορτία Για παράδειγμα, η ΝΔ θεωρεί «προοδευτική» πολιτική την κατεδάφιση των κοινωνικών κατακτήσεων στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και της αριστείας. Θα έλεγα λοιπόν ότι η επίκληση της προόδου είναι ένας βολικός τρόπος για να αποσιωπηθούν και να απωθηθούν οι πραγματικοί κοινωνικοί και ιδεολογικοπολιτικοί διαχωρισμοί.

 

Ποιοι είναι οι διαχωρισμοί του σήμερα;

Η summa division (ύπατη διάκριση) ήταν και παραμένει η διάκριση Δεξιάς και Αριστεράς. Σε πείσμα όσων επαγγέλθηκαν το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων της νεωτερικότητας, η Ιστορία επέστρεψε. Ο 21ος αιώνας βρίσκεται αντιμέτωπος με το δικό του «κοινωνικό ζήτημα». Από το βυθό της νεοφιλελεύθερης δυστοπίας αναδύονται νέα κοινωνικά ιζήματα και πρωτότυπες ταξικές πρακτικές που σχηματίζονται στις διεθνοποιημένες σχέσεις εκμετάλλευσης και αποστέρησης. Η περίφραξη της πολιτικής από ανέλεγκτες τεχνοκρατικές, οικονομικές και πολιτικές ελίτ αποχυμώνει τη δημοκρατία και συρρικνώνει τις πολιτικές ελευθερίες, προκαλώντας πρωτοφανείς πολιτικούς αποκλεισμούς. Πρόκειται για αντικειμενικούς και ενεργούς κοινωνικούς διαχωρισμούς, οι οποίοι ωστόσο δεν έχουν ακόμα αποκρυσταλλωθεί στο επίπεδο της κοινωνικής συνείδησης και της πολιτικής οργάνωσης. Αυτή είναι η πρόκληση για την σύγχρονη ριζοσπαστική αριστερά και δεν εννοώ ασφαλώς εκείνη που ρίχνει τη μπάλα στις εξέδρες της προόδου.

 

Βλέπεις να συγκροτείται ένα αντιΝΔ ρεύμα;

Η ανεξέλεγκτη ενεργειακή κρίση, η ασύδοτη αισχροκέρδεια και ο καλπασμός του πληθωρισμού οξύνουν τις αντιφάσεις της κυβερνητικής πολιτικής και απογυμνώνουν το αφήγημα της αποτελεσματικότητας του επιτελικού κράτους, επιταχύνοντας τη φθορά της Νέας Δημοκρατίας, η οποία εκτιμώ ότι είναι μεγαλύτερη από αυτήν που αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις. Είναι πλέον προφανές ότι η ΝΔ όχι μόνο δεν μπορεί, αλλά κυρίως δεν επιθυμεί να αντιμετωπίσει τα σωρευμένα κοινωνικά προβλήματα. Ωστόσο η γενικευμένη δυσαρέσκεια δεν φαίνεται να μεταβάλει ριζικά τους ιδεολογικοπολιτικούς συσχετισμούς και να αναδιατάσσει τις κομματικές συμμαχίες. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι που εξηγούν αυτό το παράδοξο. Καταρχάς η πρωτοφανής μιντιακή χειραγώγηση, πιστοποιημένη με τον πλέον έγκυρο τρόπο, κυρίως όμως η  απουσία μιας αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης.

 

Επιχειρείται η αναθέρμανση του αντιΣΥΡΙΖΑ ρεύματος;

Πραγματικά δυσκολεύομαι να κατανοήσω την έννοια του αντιΣΥΡΙΖΑ ρεύματος. Η δυσπιστία ή και ο θυμός της κοινωνίας για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι νομίζω φυσιολογική συνέπεια των δικών του κυρίως επιλογών: Υποσχέθηκε περισσότερα από αυτά που μπορούσε να κάνει και από αυτά που ανέμενε η κοινωνία. Η πολιτική του έπληξε οικονομικά και κοινωνικά, κατεξοχήν τα στρώματα που τον περαίωσαν στην κυβέρνηση. Αντί να δώσει πολιτική μορφή και προοπτική στα κοινωνικά ερείπια που προκάλεσε η κρίση επέλεξε να ανασυγκροτηθεί με τα φθαρμένα υλικά του απαξιωμένου πολιτικού συστήματος. Και εν τελεί ενσωματώθηκε πλήρως σε ένα σύστημα που ενίοτε με τρόπο υπερβολικό αποδοκίμαζε. Στο μέτρο μάλιστα που η ηγετική ομάδα μοιάζει προσηλωμένη σε αυτήν την τακτική, εξηγείται απόλυτα γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ αδυνατεί να εισπράξει τη φθορά της Νέας Δημοκρατίας και δυσκολεύεται να σταθεροποιήσει τη θέση του σε ένα ρευστό κομματικό σύστημα. Ασφαλώς στην ενίσχυση αυτών των στάσεων  συνέβαλαν αποφασιστικά τα φιλοκυβερνητικά μέσα και οι οργανικοί διανοούμενοι του συστήματος. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν έχουν την αποκλειστική ευθύνη, αφού σε μια διαφορετική συγκυρία δεν κατόρθωσαν να αναχαιτίσουν  την δυναμική της Αριστεράς, παρά τις εργώδεις προσπάθειές τους.

 

Σήμερα, ολοκληρώνεται με τις ψηφοφορίες το τρίτο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Ποια τα δικά σου συμπεράσματα; Πώς θεωρείς ότι βγαίνει από αυτή τη διαδικασία;

Δεν παρακολούθησα συστηματικά τις εργασίες του συνεδρίου, ωστόσο νομίζω ότι κάποια στιγμιότυπά του είναι  εξόχως αποκαλυπτικά  για την ολική μετάλλαξη ενός κόμματος που στην ηρωική του φάση επαγγέλθηκε ότι θα αλλάξει την Ελλάδα και τον κόσμο. Ξεκινώ από την θηριώδη σύνθεση του συνέδριου, η οποία καταργούσε εκ προοιμίου κάθε δυνατότητα ουσιαστικού διαλόγου, συνθετικών αποφάσεων και παραγωγής πολιτικής. Για να χρησιμοποιήσω την ιδιόλεκτο της επιστήμης μου, αποτέλεσε το στίβο όπου το συγκεντρωμένο πλήθος, δυσανεκτικό στην διαφορετική άποψη, επευφημούσε τον ηγέτη και τους πιστούς του και αποδοκίμαζε με αήθη τρόπο ιστορικά στελέχη της Αριστεράς σε ένα κλίμα διάχυτου οπαδισμού. Οι αψιμαχίες για τις καταστατικές αλλαγές περιορίστηκαν στα ζητήματα που έθιγαν τους ενδοοργανωσιακούς συσχετισμούς προσπερνώντας  το γεγονός ότι στο σύνολό τους ακυρώνουν στοιχειώδεις συλλογικές διαδικασίες και δημοκρατικές λειτουργίες. Έχω την αίσθηση ότι η αριστερή πτέρυγα αντιλαμβάνεται τελικά τον πόλεμο θέσεων ως σύγκρουση για τα κομματικά στασίδια. Διαπίστωσα επίσης μια καθολική συναίνεση γύρω από τον στρατηγικό στόχο: Ανατροπή της κυβέρνησης και επιστροφή στον απολεσθέντα παράδεισο της  εξουσίας, με επιχειρήματα μάλιστα στα όρια του γκροτέσκ. Για να απαντήσω λοιπόν στο ερώτημά σου ο ΣΥΡΙΖΑ βγαίνει από αυτήν την πρωτότυπη συνεδριακή διαδικασία με ενισχυμένα και θεσμοποιημένα τα χαρακτηριστικά που ήδη είχε διαμορφώσει: Ένα κόμμα κρατικοποιημένο και προσηλωμένο στην κυβερνητική διαχείριση. Ένα κόμμα, πλέον και καταστατικά, αρχηγικό όπου ο λαϊκότροπος ηγέτης του, περιορισμένης πολιτικής αποτελεσματικότητας, μονοπωλεί την ισχύ, αποδεσμεύεται από την υποχρέωση λογοδοσίας στα συλλογικά όργανα, ελέγχει τον γραφειοκρατικό μηχανισμό και δημιουργεί αδιαμεσολάβητες σχέσεις συμβολικής νομιμοποίησης με μια σκοπίμως ασαφή κομματική βάση. Και τέλος ένα κόμμα εκλογικό, επαγγελματικό, που διαμορφώνει τις οργανωτικές του δομές και στρατολογεί το πολιτικό του προσωπικό στη βάση των αναγκών του εκλογικού ανταγωνισμού, που διεξάγεται αποκλειστικά με όρους πολιτικού μάρκετινγκ, και κυρίως της τεχνοκρατικής διαχείρισης των κρατικών πολιτικών.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet