Ήταν μια από τις πολύ σπάνιες φορές που οι ΥΠΕΞ Γερμανίας και Ρωσίας έδειξαν να συμφωνούν ουσιαστικά σε κάτι. Η Ανναλένα Μπέρμποκ δήλωνε από το Βερολίνο ότι Φινλανδία και Σουηδία είναι ήδη μέλη του ΝΑΤΟ, απλώς δεν έχουν πάρει ακόμα την κάρτα μέλους. Και ο Σεργκέι Λαβρόφ εκτιμούσε ότι η συνεργασία των μέχρι τώρα ουδέτερων χωρών με τη Συμμαχία έχει προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό στην πράξη, που η ένταξή τους δεν θα αλλάξει και πολλά.

Οι επισημάνσεις αυτές είναι σωστές, αλλά αυτό δεν αποκλείει την πιθανότητα η 18 Μαΐου του 2022 να περάσει στην ιστορία ως μια (ακόμα) κακή μέρα για την ειρήνη στην Ευρώπη. Η επίσημη κατάθεση αιτήματος ένταξης στη Συμμαχία από τις δύο αυτές χώρες επισφραγίζει ουσιαστικά την στρατιωτικοποίηση της Ευρώπης. Στέλνει το μήνυμα ότι στην ΕΕ δεν υπάρχει πλέον χώρος για ουδέτερους. Απομένει έτσι η «περικυκλωμένη» από συμμάχους Αυστρία να κρατά τυπικά υψωμένη τη σημαία της ουδετερότητας, παρά τις σχετικές βολιδοσκοπήσεις κάποιων «ανήσυχων» Βρετανών δημοσιογράφων προς τη Βιέννη για τις δικές της προθέσεις.

 

Τι μπορεί να φοβήθηκε η Φινλανδία;

 

Ειδικά για την Φινλανδία, μια χώρα που μοιράζεται σύνορα 1.300 χιλιομέτρων με την Ρωσία η απόφαση αυτή θα γραφτεί σίγουρα στα βιβλία της ιστορίας ως μια τομή, που αλλάζει το χαρακτήρα, την ίδια την ταυτότητα της χώρας. Η απόφαση των Φινλανδών να «συνυπάρχουν» με τον ασύγκριτα ισχυρότερο γείτονά τους, στη λογική «ζήσε και άσε τους άλλους να ζήσουν» γαλούχησε ολόκληρες γενιές. Ήταν κάτι που βεβαίως και δεν χώνεψαν ποτέ τα γεράκια στην Ουάσιγκτον και στις Βρυξέλλες. Για αυτό και ο όρος «φινλανδοποίηση» είχε πάντα μια αρνητική χροιά, ως απόδειξη παραίτησης από ένα κομμάτι εθνικής κυριαρχίας, κάτι που στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ.

Οι Φινλανδοί ήταν επί δεκαετίες υπερήφανοι για την επιλογή τους και ουδέποτε απειλήθηκαν μεταπολεμικά από την Σοβιετική Ένωση στην αρχή και από την Ρωσία αργότερα. Αναγνώριζαν στον Λένιν και στους μπολσεβίκους, ότι αποφάσισε να τους δώσει την ανεξαρτησία τους και καμάρωναν, γιατί όταν το 1939 ο Στάλιν αποφάσισε να τους καταπιεί, αυτοί αντιστάθηκαν σθεναρά, χαρίζοντας στην ανθρωπότητα την ανακάλυψη ενός... κοκτέιλ από καύσιμο και στουπί, που πετούσαν στην απέναντι πλευρά, στέλνοντας χαιρετίσματα στον υπουργό Εξωτερικών Βιάτσεσλαβ Μολότωφ.

Η ξαφνική μεταστροφή των Φινλανδών από το 80% κατά του ΝΑΤΟ σε 75% υπέρ, αν θεωρήσουμε αξιόπιστες τις δημοσκοπήσεις είναι μια ακόμα απόδειξη της αποτυχίας του Βλαντίμιρ Πούτιν να πετύχει αυτό που λέει ότι επεδίωκε, να σταματήσει δηλαδή την περικύκλωση της χώρας από εχθρικές δυνάμεις, αλλά είναι παράλληλα και ένας θρίαμβος της επικοινωνιακής εκστρατείας, που εκτυλίσσεται εδώ και εβδομάδες στη Δύση με κόστος πολλών δισεκατομμυρίων. Το τελικό συμπέρασμα είναι αυτό που είχε πει παλιότερα και ο Μπους: «ή είσαι μαζί μας ή είσαι εναντίον μας». Ακόμα και στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου η ουδετερότητα ήταν ανεκτή. Στο πέρασμα στον «ολοκληρωτικό πόλεμο» που συντελείται τώρα τέτοιες πολυτέλειες δεν γίνονται ανεκτές.

 

Ποιος θυμάται την «Πρωτοβουλία των Έξι»;

 

Το ίδιο φυσικά ισχύει και για την Σουηδία, η οποία πάντως βρισκόταν ήδη πιο κοντά στη «Δύση» όχι μόνο λόγω της έλλειψης κοινών συνόρων με τη Ρωσία. Η εποχή που η πατρίδα του Ούλοφ Πάλμε και η Ελλάδα του Ανδρέα Παπανδρέου επέκριναν ανοικτά την πολιτική των ΗΠΑ του Ρόναλντ Ρέιγκαν ως «λανθασμένη» μέσα από την «Πρωτοβουλία των Έξι» μαζί με την Ινδία, την Αργεντινή, το Μεξικό και την Τανζανία, μοιάζει σήμερα πολλούς αιώνες πίσω. Ίσως κιόλας γιατί η πρωτοβουλία αυτή, που ξεκινούσε τέτοιες ημέρες (22 Μαΐου 1984) τελείωνε άδοξα, πρώτα με τη δολοφονία της Ιντιρα Γκάντι τον ίδιο χρόνο και του Πάλμε δύο χρόνια αργότερα.

Για όσους πίστεψαν σε μια Ευρώπη ειρηνικής συνύπαρξης και αφοπλισμού η εικόνα της πρωθυπουργού της Σουηδίας και του πρόεδρου της Φινλανδίας να ταξιδεύουν στην Ουάσιγκτον για να πάρουν την ευλογία του υπέργηρου πλανητάρχη πρέπει να δημιουργεί αισθήματα ανάλογα με εκείνα, που γεννά η συμμετοχή στην κηδεία ενός αγαπημένου προσώπου.

 

Μια τόνωση ηθικού για κλονισμένους Ατλαντιστές

 

Δεν είναι τυχαίο ότι η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς τον παγωμένο Βορρά έρχεται σε μια στιγμή, που είχαν αρχίσει να διαφαίνονται κάποιες ρωγμές στο εξωτερικά συμπαγές οικοδόμημα του αραγούς πολεμικού μετώπου κατά της Μόσχας. Τα «συμπτώματα» πολλά. Ο Μάριο Ντράγκι καλούσε το Τζο Μπάιντεν να αναζητήσει πάλι διαύλους διαλόγου με την Μόσχα, ο Εμανουέλ Μακρόν αποκαλυπτόταν ως... αποτυχών σύμβουλος του Ζελένσκι προς μια κατεύθυνση υποχωρήσεων, ο γερμανός υπουργός Οικονομίας παραδεχόταν ότι η χώρα του και η ΕΕ βρίσκονται μπροστά στο φάσμα μιας «απόλυτης κατάστασης κρίσης», με τους 27 να αδυνατούν να χαράξουν πλέον περαιτέρω κοινή γραμμή για να συνεχίσουν την πορεία των κυρώσεων που μοιάζει να οδηγεί σε αδιέξοδο. Χρειαζόταν λοιπόν ένα τονωτικό για ραγισμένες καρδιές των Ατλαντιστών.

Η ελαφρότητα με την οποία άφησαν την Ευρώπη να αιματοκυλιστεί, η ανεμελιά με την οποία υπερφίαλα δήλωναν ότι θα «τελειώσουν» οικονομικά την Ρωσία, η αδιαφορία για το κόστος σε ζωές και φύση ενός αέναου πολέμου αποδεικνύεται ότι είναι συμπτώματα μιας μεταδοτικής ασθένειας απέναντι στην οποία κανείς πολιτικός της ΕΕ δεν είναι εμβολιασμένος. Το να λαμβάνονται αποφάσεις που δεσμεύουν ολόκληρες γενιές για το μέλλον, υπό το βάρος της συναισθηματικής φόρτισης, που δημιούργησε το καλολαδωμένο αγγλοσαξονικό μιντιακό σύστημα είναι πραγματικά δυστοπικό και δείχνει τα όρια της δημοκρατίας, και της ελευθερίας μέσα στην ΕΕ. Οι αντιδράσεις των κομμάτων της Αριστεράς και των Πρασίνων της Σουηδίας δεν ήταν αρκετές για να φρενάρουν τη βιασύνη των υπάκουων και ευθυγραμμισμένων να εκτελέσουν την δοθείσα εντολή. Το να προσδοκάς να διαβάσεις μια άλλη, πιο ψύχραιμη προσέγγιση του ζητήματος στα συστημικά ΜΜΕ που καθορίζουν την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου πανευρωπαϊκά, ήταν σαν να περιμένεις να βρεις φρέσκο αστακό στην καντίνα των στρατοπεδευμένων κοντά στα ουκρανικά σύνορα Αμερικανών πεζοναυτών.

 

Ένα προαναγγελθέν μιντιακό κατασκεύασμα

 

Θα πει κανείς ότι η επιλογή ανήκει στους ίδιους τους Φινλανδούς και τους Σουηδούς. Αλλά η ιστορία έχει αποδείξει ότι επιλογές που γίνονται βεβιασμένα, εν μέσω προπαγάνδας, υπό το κράτος πιέσεων και απειλών ή έστω και ενθουσιασμού (μήπως παροξυσμού;) και με ανυπαρξία προηγουμένως ουσιαστικού διαλόγου δεν είναι πάντα οι καλύτερες.

Οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα σε ολόκληρη την ΕΕ, από την Αθήνα μέχρι το Ελσίνκι είναι ολοφάνερα καθ' υπόδειξη του μιλιταριστικού μπλοκ της Ουάσιγκτον, που «ευτύχησε» να διαθέτει σε θέσεις κλειδιά του μηχανισμού των Βρυξελλών, ανθρώπους που έχουν αποδεδειγμένα καλές σχέσεις με το αμερικανικό στρατιωτικό-βιομηχανικό-ενεργειακό σύμπλεγμα και εγκλωβίζουν πλέον τους ευρωπαίους πολίτες σε ακραία διλήμματα, με την επίκληση ομοβροντίας «σφυγμομετρήσεων». Είναι «αποφάσεις ζωής και θανάτου». Πρακτικά δε μπορούν να ανακληθούν παρά μόνο ίσως μετά την εμπειρία μιας ακόμα μεγαλύτερης καταστροφής.

Κανείς όμως δεν μπορεί να εύχεται ότι οι ευρωπαίοι πολίτες θα συνειδητοποιήσουν το μέγεθος των σφαλμάτων που διαπράττονται εις βάρος τους μόνο όταν θα κληθούν να πληρώσουν το απάνθρωπο σχετικό τίμημα. Η επίγνωση αυτού του δεδομένου κάνει την κατάσταση να φαντάζει ολοένα και πιο αδιέξοδη.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet