«Λένε ψέματα», «είναι ψευδείς οι καταγγελίες», «έχουν συμφέρον», «το κάνουν για να πάρουν αποζημίωση»…. Πόσες φορές έχουν ακουστεί αυτά σε θεσμικό και κοινωνικό επίπεδο για θύματα βιασμών και σεξουαλικής βίας και παρενόχλησης; Και πόσες φορές για θύματα μη έμφυλων αδικημάτων, είτε τελούνται είτε όχι με χρήση βίας; Δυστυχώς στην πρώτη περίπτωση, αυτή των έμφυλων εγκλημάτων, οι φράσεις αυτές είναι η πρώτη, σχεδόν αντανακλαστική αντίδραση μεγάλου κομματιού της κοινωνίας. Αντίθετα, σε όλα τα υπόλοιπα αδικήματα, βίαια ή μη, δεν αμφισβητείται το θύμα και τα κίνητρά του με τέτοιο καταλυτικό τρόπο. Ενώ λοιπόν τα αδικήματα όπου η μαρτυρία του θύματος είναι το κύριο αποδεικτικό μέσο, είναι αρκετά, τα εγκλήματα έμφυλης βίας είναι αυτά όπου τα θύματα θεωρούνται a priori ότι καταγγέλλουν ψευδώς. Το γεγονός αυτό συνιστά έμφυλη διάκριση και στερεότυπο, ενώ δεν έχει υποστηριχθεί από κανένα ερευνητικό δεδομένο.

Η σεξιστική κουλτούρα, τα έμφυλα στερεότυπα, οι πατριαρχικές αντιλήψεις στις οποίες όλες και όλοι μεγαλώνουμε και -ενίοτε- προσπαθούμε να ξεφύγουμε, αποκτώντας μία διαφορετική κουλτούρα συμπερίληψης, αποδοχής και ισότητας, διατρέχουν όλη την κοινωνία, το δικαστικό σώμα και το δικηγορικό κλάδο. Δεν είναι σπάνιες οι φορές που μία δικαστική κρίση, μία εισαγγελική πρόταση, μία αγόρευση συνηγόρου υπεράσπισης, υιοθετούν στερεοτυπικές και στιγματιστικές αντιλήψεις που επανατραυματίζουν το θύμα. Ήδη η επικαιρότητα είναι γεμάτη με παραδείγματα τέτοιων δικών.

 

Απροσδιόριστοι «προσωπικοί λόγοι»

 

Μαθαίνουμε, λοιπόν, και στην περίπτωση της Γ. Μπίκα από επίσημα, θεσμικά χείλη, από την εισαγγελική αρχή, ότι έγινε ψευδής καταγγελία βιασμού «για προσωπικούς λόγους». Αναρωτιέμαι, ποιοι είναι αυτοί οι προσωπικοί λόγοι που ποτέ δεν αναφέρονται/εξειδικεύονται, είναι όμως αρκετοί για να στείλουν μια τέτοια υπόθεση στο αρχείο χωρίς δίκη... Οι «προσωπικοί λόγοι» που ένα άτομο έβαλε τον εαυτό του σε αυτή τη διαδικασία δεν προσδιορίζονται. Πρόκειται για εισαγωγή στη νομική πρακτική ενός από τα συνήθη στερεότυπα που αφορά στις ψευδείς καταγγελίες. Είναι, ωστόσο, δυσανάλογο μία τέτοια σοβαρότατη καταγγελία για κακούργημα, να μην αξιολογηθεί από τον φυσικό της δικαστή, να μην εισαχθεί σε δίκη –αν τελικά υιοθετηθεί η εισαγγελική πρόταση– όπου θα αξιολογηθούν όλα τα αποδεικτικά μέσα και κυρίως η μαρτυρία του θύματος, μέσω μιας συνοπτικής απαξίωσης της καταγγελίας του θύματος ως καταγγελία «για προσωπικούς λόγους». Μα η μαρτυρία του θύματος, ο λόγος του, είναι συχνά το μόνο αποδεικτικό μέσο που έχει, γεγονός σύνηθες σε σεξουαλικά αδικήματα, που δε συνηθίζεται να γίνονται σε δημόσια θέα.

Γίνεται πιο κατανοητό το τουλάχιστον άστοχο του χαρακτηρισμού μίας τέτοιας επώνυμης καταγγελίας ως ψευδούς ήδη σε αυτό το στάδιο, αλλά και εν γένει της απαξίωσης του λόγου των θυμάτων ως καταρχήν ψευδούς, όταν αναλογιστούμε το σύνολο της διαδικασίας που το κάθε θύμα είναι υποχρεωμένο να περάσει προκειμένου να κριθεί η υπόθεσή του δικαστικά και να διεκδικήσει την τιμωρία των ενόχων.

 

Ξανά και ξανά

 

Αρχικά, ένα άτομο - θύμα έμφυλου αδικήματος αμφισβητείται έντονα για τις συνθήκες υπό τις οποίες έπραξε και οδήγησαν  στην καταγγελλόμενη πράξη, ενώ το ίδιο άτομο, αν καταστεί θύμα άλλου βίαιου εγκλήματος, έχοντας πράξει με τις ίδιες συνθήκες και στο ίδιο πλαίσιο, δε θα αμφισβητηθεί με τον ίδιο τρόπο. Με απλά λόγια, αν καταγγέλλει ένα άτομο ληστεία, δε θα δει την προσωπική του ζωή «φύλλο και φτερό», δεν θα ερωτηθεί για τη σεξουαλική του ζωή και τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, για τα ρούχα που φορούσε και για την ώρα και το μέρος που κυκλοφορούσε. Δε θα ερωτηθεί γιατί «προκάλεσε την τύχη του» πηγαίνοντας σε ένα πάρτι με ακριβά κοσμήματα (και έγινε θύμα ληστείας). ούτε αν ήθελε να συνεχίσει να τα έχει στην κατοχή του. Αν όμως το ίδιο άτομο καταγγέλλει βιασμό, θα ερωτηθεί γιατί πήγε σε αυτό το πάρτι, γιατί πήγε με τα ρούχα που πήγε και αν σίγουρα δεν ήθελε να έχει σεξουαλικές επαφές. Θα ερωτηθεί για την πράξη του βιασμού ξανά και ξανά, ήδη από την πρώτη επαφή με τις αρχές, όπου συχνά θα αμφισβητήσουν το γεγονός, θα αποθαρρύνουν από την υποβολή καταγγελίας και –ακόμα και τώρα– θα αμφισβητήσουν ξανά και ξανά την άρνηση του θύματος. Θα καταθέσει χωρίς ψυχολόγο, χωρίς διερμηνέα (αν δεν γνωρίζει τη γλώσσα), θα βρει διαθέσιμο ιατροδικαστή πιθανόν και 3-4 ημέρες μετά. Δεν θα κάνει μπάνιο για να μην εξαφανιστούν στοιχεία μέχρι να πάει στον ιατροδικαστή. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που θα φτάσει στις δικαστικές αίθουσες, η ακροαματική διαδικασία και πάλι θα επικεντρωθεί γύρω από αυτό, τις επιλογές του, τα σημάδια βίας, το χαρακτήρα του, τη ζωή του. Ιδίως  αν η βία δεν αποδεικνύεται, η διερεύνηση θα επικεντρωθεί αποκλειστικά στην προσωπική του ζωή, στην αξιοπιστία του και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, πόσο προκλητικά ήταν ντυμένο, το είδος των εσωρούχων του, αν και πόσο είχε πιεί, αν χόρευε και πόσο, αν φλέρταρε ή είναι σεξουαλικά απελευθερωμένο και όχι στα στοιχεία του εγκλήματος. Θα τα καταθέτει όλα αυτά μπροστά στον δράστη, ο οποίος  μπορεί να του απευθύνει και ερωτήσεις. Θα κατηγορηθεί πολλάκις ότι έχει είτε οικονομικό κίνητρο είτε «ψυχολογικά ζητήματα». Μια συνθήκη δηλαδή εξευτελιστική, ταπεινωτική και κυρίως τραυματική.

 

Παρόλα αυτά

 

Αυτή ακριβώς η συνθήκη κάνει τα θύματα να σιωπούν μέσα στη ντροπή και την ενοχή τους - μια ενοχή που τα έμφυλα στερεότυπα προκαλούν σε αυτά και όχι στους δράστες. Αν, μάλιστα, δεν καταφέρουν να αποδείξουν πέραν πάσης αμφιβολίας την αλήθεια τους, θα βρεθούν εκτεθειμένα σε μηνύσεις για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση και σε αγωγές αποζημίωσης δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Αυτά δε τα ενδεχόμενα, αλλά και το σύνολο της τραυματικής αυτής συνθήκης, η οποία παραβιάζει ευθέως τις νομικές υποχρεώσεις της χώρας απέναντι στα θύματα, όλες και όλοι οι συνήγοροι που υποστηρίζουμε θύματα σεξουαλικής βίας, δεν τους τα αποκρύπτουμε φυσικά - τα γνωρίζουν. Παρόλα αυτά όμως αποφασίζουν να προχωρήσουν, όσα αποφασίζουν, σε καταγγελία και να υποστούν αυτή τη βάσανο του ακροατηρίου και εν γένει μιας εχθρικής στο θύμα ποινικής διαδικασίας και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται.

Ιδίως στην περίπτωση της Γ. Μπίκα, η ίδια ενάντια σε όλα αυτά, διεκδίκησε ορατότητα για τα θύματα και ακόμα περισσότερο, διεκδίκησε η ντροπή και η ενοχή να αλλάξουν μεριά, να μεταφερθούν στην πλευρά που ανήκουν - του δράστη. Στη δε συνέντευξή της, εξέθεσε όλες τις παλινωδίες των διωκτικών αρχών, όλες τις ελλείψεις, τις καθυστερήσεις και τις τραυματικές αναπαραστάσεις μιας ποινικής διαδικασίας βίαιης και τραυματικής για το θύμα. Το μήνυμα που στέλνει η θέση στο αρχείο μιας τέτοιας καταγγελίας, σε όλα τα θύματα, που αν μη τι άλλο, προσδοκούν να καταθέσουν το βίωμά τους και να κριθεί αυτό από το αρμόδιο δικαστήριο,  είναι πολύ κακό. Είναι αποτρεπτικό και απογοητευτικό. Ας μην το επιτρέψουμε. Να επιμείνουμε στην απονομή δικαιοσύνης, τη στήριξη των θυμάτων, τη λήψη μέτρων ώστε η ποινική διαδικασία να μην τραυματίζει τα θύματα και να μην τα υποχρεώνει στη σιωπή.

 

Ιωάννα Στεντούμη Η Ιωάννα Στεντούμη είναι δικηγόρος, με ΠΜΣ στο Ποινικό Δίκαιο και την Εγκληματολογία και εξειδίκευση στα ζητήματα έμφυλης βίας Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet