Ο κίνδυνος για ένα κόμμα με αρχηγικά χαρακτηριστικά, δεν είναι μην τυχόν τα κάνει όλα ένα πρόσωπο ή ένας στενός κύκλος προσώπων. Έτσι κι αλλιώς, τα κόμματα συνηθίζουν να έχουν έναν ηγέτη και η ολιγαρχική δομή και λειτουργία τους αποτελεί, δυστυχώς, τον κανόνα. Ο υπαρκτός κίνδυνος είναι να μην κάνουν τίποτα μέλη και οργανώσεις, εμπιστευόμενα τις ικανότητες της ηγεσίας και αρκούμενα στις εκλογικές διαδικασίες ανάδειξης του αρχηγού. Τίποτα, δηλαδή, από εκείνα που έχουν αποδειχτεί χιλιάδες φορές απαραίτητα για την ύπαρξη, τη διευρυμένη αναπαραγωγή, την επέκταση της επιρροής, την ενίσχυση της δράσης του και την αποτελεσματική προώθηση των άμεσων εκλογικών και των απώτερων πολιτικών στόχων του.

 

Ενεργειακός πόρος ή αδρανής ύλη;

 

Ίσως αναρωτηθείτε τι στο καλό χρειάζονται τώρα όλα αυτά, που θυμίζουν προσυνεδριακές συζητήσεις. Τώρα είναι που χρειάζονται. Γιατί οι συνεδριακές αντιπαραθέσεις κατανάλωσαν πολύ χρόνο για τον τρόπο εκλογής του προέδρου, και καλά έκαναν, για τη διαδικασία εκλογής της κεντρικής επιτροπής, και καλά έκαναν, για τον τρόπο απόκτησης της ιδιότητας του μέλους, και καλά έκαναν, αλλά μέλη και όργανα δεν βγήκαν από αυτό το συνέδριο πολύ σοφότερα όσον αφορά την καλλιέργεια εκείνης της πολιτικής αντίληψης και εκείνης της οργανωτικής και πολιτικής πρακτικής, που θα μπορούσαν να μετατρέψουν τα μέλη και τις οργανώσεις σε ενεργειακό πόρο, με την αξιοποίηση του οποίου δεν επιδιώκεται μόνο η εξασφάλιση του μέσου, δηλαδή η εκλογική επικράτηση, αλλά υπηρετείται και ο σκοπός, η ώθηση της κοινωνίας στον δρόμο της ριζικής αλλαγής. Ώστε να πάψει να κυριαρχεί η λογική της ανάθεσης, που στα λόγια συχνά οι πολιτικές ηγεσίες την καταδικάζουν, πλην όμως, ακόμα συχνότερα, τη χρησιμοποιούν σαν πρόφαση για αθέτηση υποσχέσεων.

Όλα αυτά θα ήταν, πραγματικά, μια παλιά ιστορία, αν δεν είχε προηγηθεί η περασμένη Κυριακή, 15 Μαΐου. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις όλων μας και παρά τις προβλέψεις, τις επιφυλάξεις, τις ενστάσεις και τους φόβους ακόμα, οι δεκάδες χιλιάδες γυναίκες και άνδρες που πήγαν να ψηφίσουν στις κάλπες του ΣΥΡΙΖΑ, δεν αποτέλεσαν μόνο ένα πολιτικά αξιοποιήσιμο γεγονός, όπως επιδίωκε το προεδρικό σχέδιο. Ήταν και ένα σήμα προς τη συγκεκριμένη Αριστερά, μια δήλωση πρόθεσης για προσέγγισή της, μια δήλωση διαθεσιμότητας για αξιοποίηση της όποιας προσφοράς τους. Θα τους υποδεχτούν οι οργανώσεις όπως (δεν) έμαθαν να το κάνουν ως τώρα; Θα έχουν καλύτερη τύχη από προηγούμενες χιλιάδες νέων μελών της διεύρυνσης, που συχνά μετατράπηκαν σε αδρανή ύλη, που δεν ενεργοποιήθηκε ούτε για τη συμμετοχή στις πρόσφατες συνεδριακές διαδικασίες, ούτε για την εκλογή των συνεδριακών αντιπροσώπων;

 

Το απωθητικό πρότυπο

 

Αν η κατάσταση μείνει ως έχει, δεν είναι δύσκολο να προβλέψει κάποιος το αποτέλεσμα. Η δύναμη της αδράνειας θα λειτουργήσει απρόσκοπτα, καθώς μόνο σε έκτακτες περιστάσεις (2011 με 2016) μέλη και οργανώσεις έτειναν προς έναν διαφορετικό τρόπο λειτουργίας και δράσης, με αποτέλεσμα το 3% να γίνει 36%. Όσοι δεν συνέβαλαν με το δικό τους, λιγότερο επικοινωνιακό τρόπο στην πρόκληση αυτού του κύματος προσέγγισης, όσοι δεν το πρόβλεψαν, όσοι δεν το αποτίμησαν σωστά μέσα στην οξύτητα της συνεδριακής αντιπαράθεσης, χρειάζεται να αντιληφθούν με νηφαλιότητα και αίσθημα γενικότερης ευθύνης τη σημασία του. Πρώτος εγώ, ως σχολιαστής. Χωρίς να παίρνω πίσω τις απόψεις, τις εκτιμήσεις, τις ενστάσεις, τις επιφυλάξεις και τις προτάσεις που έχω διατυπώσει. Κανείς δεν χρειάζεται να το κάνει. Αντίθετα, χρειάζεται να ενεργήσει ο καθένας έτσι, ώστε να αποτρέψει την ανάλωση μιας δυνατότητας να καταπολεμηθεί στην πράξη το πρότυπο κόμματος που δικαιολογημένα τον απωθεί. Και ποιος μπορεί να το επιδιώξει αποτελεσματικότερα από όσους έχουν όλο αυτό το διάστημα δώσει τη μάχη εναντίον ενός κομματικού προτύπου, που, όπως σημείωνε ο Κριστόφ Αγκιτόν για το Ινστιτούτο Έτερον («Αυγή» 15 Μαΐου), ως «προσωποπαγή κόμματα, “του ενός αρχηγού”, αποτελούν χρήσιμα εργαλεία προεκλογικής εκστρατείας για προεδρικές εκλογές, ωστόσο δεν καταφέρνουν να οδηγήσουν στη δημιουργία μιας σταθερής βάσης μάχιμων δικτύων, ούτε να φέρουν αποτελέσματα σε επίπεδο νομαρχιακών/δημοτικών εκλογών, καθώς δεν ασκούν επιρροή σε τοπικό, περιφερειακό, συλλογικό επίπεδο –το αντίθετο δηλαδή από τα παραδοσιακά κόμματα, όπως το Σοσιαλιστικό, το Κομμουνιστικό, οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Πράσινοι». Μιλούσε για τη Γαλλία, αλλά μια χαρά μιλάει και για εμάς ο μύθος.

 

Κριτήριο επιτυχίας ή αποτυχίας

 

Υπάρχει, λοιπόν, ένα διά γυμνού οφθαλμού διακρινόμενο διακύβευμα, που κυρίως μία τάση, ένα πολιτικό/ιδεολογικό ρεύμα με συνείδηση του ρόλου και της ευθύνης του για την τύχη όχι μόνο του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά συνολικά της Αριστεράς, μαζί με συγγενείς τάσεις, που έχουν παρόμοιες αγωνίες και διαθέσεις, μπορούν να το αναλάβουν καλύτερα από κάθε άλλον. Και να το αναδείξουν σε μείζονα επιδίωξη του συνόλου του πολιτικού οργανισμού γι’ αυτήν ιδιαίτερα την περίοδο. Ως επιστέγασμα μιας πολιτικής και ιδεολογικής μάχης, που δόθηκε όχι με στόχο την πρόσκαιρη επικράτηση εντός των τειχών, αλλά την καλλιέργεια της «γενικής διάνοιας» στον κοινωνικό και πολιτικό χώρο που διεκδικεί ανέκαθεν μια κριτική και μαχόμενη ριζοσπαστική Αριστερά.

Καθώς όλα αυτά τα εύηχα δεν γίνονται αυτόματα και διά μαγείας, όποιος θεωρεί συζητήσιμη μια τέτοια εκδοχή, χρειάζεται να επιδιώξει και να απαιτήσει την ανάδειξη αυτού του άμεσου στόχου σε κύρια πολιτική επιδίωξη των νέων εκλεγμένων καθοδηγητικών οργάνων, με την εκπόνηση και την υλοποίηση ενός καλά επεξεργασμένου άμεσου πολιτικού σχεδίου, που θα οργανώσει τη μέγιστη κινητοποίηση μπροστά στην κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση, με την αναγέννηση, τον αναπροσανατολισμό στην κοινωνία και τα κινήματά της του συνολικού οργανισμού της Αριστεράς που επιλέγουμε. Ώστε να αποτελέσει αυτό το κριτήριο του βαθμού επιτυχίας ή αποτυχίας όλων. Ανεξαιρέτως.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet