Ο θάνατος του Άγγελου Ελεφάντη στις 29 Μαΐου 2008 βρήκε κάποιους από μάς στην αγορά της Κυψέλης να συμμετέχουμε στη δεύτερη νύχτα της εκδήλωσης του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς με τίτλο «Όψεις του 68’: Μια βδομάδα με ταινίες και συζητήσεις». Ο Άγγελος είχε ξεψυχήσει το πρωί και το δυσάρεστο γεγονός επισκίασε συναισθηματικά την προβολή, το βράδυ, του ντοκιμαντέρ του Κρις Μαρκέρ για το Μάη του 1968 «Το βάθος του ουρανού είναι κόκκινο», καθώς και τη συζήτηση που ακολούθησε.

Σήμερα, δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια από εκείνη την ημέρα, τιμούμε τη μνήμη του Ελεφάντη με λίγα αποσπάσματα από το εμβληματικό έργο του «Στον αστερισμό του λαϊκισμού» (εκδόσεις ο Πολίτης, 1991/εξώφυλλο: Κυριάκος Κατζουράκης). Η επιλογή των αποσπασμάτων, καθώς και οι μεσότιτλοι που «εφευρέθηκαν», είναι προφανώς μεροληπτικοί και σε καμιά περίπτωση δεν εκφράζουν τις πρωτοποριακές ιδέες για το φαινόμενο του λαϊκισμού στην Ελλάδα που υπάρχουν στις 352 σελίδες του εν λόγω βιβλίου. Όμως, κατά τη γνώμη μου, συμβάλλουν σε έναν προβληματισμό που είναι αναγκαίος στη σημερινή περίοδο.

 

Χ.Γο.

 

Το πρώτο γνώρισμα του ΠΑΣΟΚ, κεφαλαιώδους σημασίας, τόσο μάλιστα εντυπωσιακό που το κάνει να μη μοιάζει με κανένα άλλο σημερινό κόμμα, αλλά και με κανένα άλλο της ελληνικής πολιτικής ιστορίας, είναι ο προσωποπαγής του χαρακτήρας. Ας το θέσουμε προκαταβολικά ως αξίωμα: το ΠΑΣΟΚ επί μια δεκαπενταετία ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου. Αλλά παρά τη μεγάλη ανάπτυξη της οργανωμένης βάσης του, η βάση αυτή δεν μετείχε στη διαμόρφωση των πολιτικών θέσεων και των προγραμματικών αρχών. Παρά την έντονη παρουσία τους, οι διάφορες ομάδες στελεχών και τάσεων δεν θα διαδραματίσουν κάποιον αποφασιστικό ρόλο. Εδώ τον κύριο και αποφασιστικό λόγο έχει η πολιτική πράξη και βούληση του Ανδρέα Παπανδρέου που θα προηγηθεί οποιασδήποτε εσωκομματικής διεργασίας ή, ακόμη, θα υπερφαλαγγίσει πολιτικές αντιλήψεις και προτάσεις που διατυπώνονται από κομματικά στελέχη. Η προσωπικότητα και η αίγλη του αρχηγού θα περάσει πάνω από το κεφάλι της οργάνωσης. Η τελευταία προεκτείνεται σε δίκτυα κάθετα, μονής κατεύθυνσης, από τα πάνω προς τα κάτω, ενώ η αντίστροφη, διαδικασία, ουσιαστικά, δεν υπήρξε.

Η πρωταρχικότητα του ρόλου του Α. Παπανδρέου για τη συνοχή του ΠΑΣΟΚ ήταν όχι μόνο η βαθύτερη πεποίθηση του κόσμου που το ακολουθούσε, αλλά και των πολιτικών δυνάμεων που το αντιμαχόταν. Ο πρωσοποπαγής και αρχηγικός χαρακτήρας του ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε πάγιο και αδιαμφιβήτητο εσωτερικό θεσμό, τρόπο ύπαρξής του.

Το ΠΑΣΟΚ θα πραγματοποιήσει το Α’ Συνέδριό του μόνον αφού περάσουν 10 χρόνια από την ίδρυσή του, το Μάιο του 1984, κι αφού ήδη βρίσκεται στην εξουσία. Στο συνέδριο αυτό, και καταστατικά πλέον, αναγνωρίζεται ο πρωταρχικός ρόλος του Α. Παπανδρέου: του παρέχεται η ευχέρεια να αποφασίζει για όλα τα θέματα, εκπροσωπεί το «Κίνημα», παραμένει έξω από κάθε έλεγχο των συλλογικών οργάνων.

Αυτή η προσήλωση στο πρόσωπο του Α. Παπανδρέου, μια προσήλωση που έπαιρνε συχνά μελοδραματικές εκφράσεις θαυμασμού και θρησκευτικής υποταγής διαπερνά όλη την ιστορία του «Κινήματος» και τις εσωτερικές του λειτουργίες. Αυτός είναι που αποφασίζει, αυτός ορίζει ή παύει τα όργανα, ορίζει τους υποψήφιους βουλευτές, προωθεί στελέχη σε εκλόγιμες θέσεις, διαμορφώνει επιτροπές κατά το δοκούν, που επεξεργάζονται, υπό την επίνευσή του, θέσεις και προγράμματα, παύει υπουργούς, αναδομεί κυβερνήσεις, αλλάζει Κεντρικές Επιτροπές, «ψηφίζεται» πρόεδρος δια βοής.

 

Ο «Ανδρέας» του «λαού»

 

Το μοντέλο του χαρισματικού ηγέτη στις ελληνικές πολιτικές παραδόσεις δεν είναι άγνωστο. Ήδη από το 19ο αιώνα αλλά και σε όλη τη διάρκεια του 20ού, η ελληνική πολιτική ζωή κυριαρχείται από τις φυσιογνωμίες του Κωνσταντίνου, του Βενιζέλου, του Πλαστήρα, του Καραμανλή που κατά περιόδους υλοποίησαν τον ρόλο του σωτήρα. Χαρισματικός ηγέτης σημαίνει σωτήρας, υπερβατικός ως προσωπικότητα, που κερδίζει το γόητρό του γιατί, όντας ο ίδιος άτρωτος, είναι σε θέση να σώσει και τους άλλους.

Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία που επέλεξε το λαϊκό ένστικτο στην περίπτωση του Α. Παπανδρέου για να ανανεώσει τον παραδοσιακό του μύθο: τον «πατέρα-σωτήρα», τον αυστηρό απρόσιτο εθνάρχη-πατριάρχη, διαδέχεται ο «γιος λυτρωτής», οικείος, προσηνής, που ο καθένας μπορεί να τον ακουμπήσει, να καθήσει δίπλα του, να του μιλήσει στον ενικό. Είναι ο συμπάσχων στα ίδια δεινά αδελφός, προδομένος όπως ο ίδιος ο λαός, κυνηγημένος όπως οι πολλοί, ωστόσο ικανός, δυναμικός, ασυμβίβαστος, επιστήμονας. Είναι άμεσος, ανεκτικός, όχι ενοχοποιητικός και κυρίως «ο άνθρωπος που ξέρει», ο ικανός διαχειριστής, καθώς χρόνια θήτευε εκεί που παίζονταν τα μεγάλα παιχνίδια. Τα στοιχεία αυτά ανανεώνονται, συνεχώς και αναζωογονούν τη σχέση οπαδού-αρχηγού. Ωστόσο, από μόνα τους δεν επαρκούν για να διατηρηθεί η λατρευτική σχέση. Απαιτούνται συνεχείς επιτυχίες, πραγματικές ή πλασματικές, που θα καταγράφονται σαν προσωπικές επιτυχίες του αρχηγού. Η ανάγκη αναπαραγωγής της σχέσης αρχηγού-οπαδών είναι καθημερινή. Αλλά δεν επιδέχεται διαμεσολαβήσεις, γιατί τότε φιλτραρισμένη η σχέση μέσα από τα στοιχεία που την διαπλάθουν (π.χ. η οργάνωση) αυτοκαταργείται και μαζί της όλο το οικοδόμημα. Γι’ αυτό η οργάνωση παίζει τόσο δευτερεύοντα ρόλο, ή μάλλον παίζει ακριβώς τον ρόλο της διαχείρισης του μυθολογικού μοντέλου και κυρίως της πρακτικής αξιοποίησής του.

Όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως θέτουν ένα ερώτημα γενικότερου χαρακτήρα. Γιατί το κίνημα που λανσάρησε ο Α. Παπανδρέου είχε μια ισχυρή ανταπόκριση σε λαϊκές μάζες, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, μια ανταπόκριση διαρκώς αυξανόμενη; Ήταν αποτέλεσμα της προσωπικής ιδιοφυίας του Α. Παπανδρέου;

Καμιά προσωπικότητα, όσο ισχυρή κι αν είναι, δεν μπορεί να πλάσει μάζες κατ’ εικόνα και ομοίωσή της, αν ήδη ορισμένα στοιχεία, έστω ανεπεξέργαστα, έστω στη μορφή συναισθηματικού-ψυχολογικού ρευστού, δεν προϋπάρχουν ως πεποιθήσεις ή ευαισθησίες ενός κόσμου που η εξέχουσα προσωπικότητα έρχεται να σαγηνεύσει.

 

Ο «λαός» που έχει πάντα δίκιο

 

Ωστόσο, η πολιτική δύναμη που άρθρωσε τα διάχυτα και εν πολλοίς ετερόκλητα λαϊκά αιτήματα και λαϊκές ή πληβειακές ιδεολογίες σε ένα συνεκτικό πολιτικό κίνημα ήταν ο Α. Παπανδρέου, τα προσέγραψε στο κόμμα του ΠΑΣΟΚ και τους απέδωσε συγκεκριμένη υλική υπόσταση. Προϋπήρξε δηλάδή ένα είδος προδιάθεσης και λαϊκής διαθεσιμότητας, ένα ρευστό στον αέρα σε μορφή επιφωνηματικής έκρηξης κι έντονης προσδοκίας, την οποία ο «Ανδρέας», από το ύψος του προεκλογικού εξώστη ή στις τηλεοπτικές «μονομαχίες» με τον Κ. Καραμανλή, του έδινε πολιτική μορφή, το μετέτρεπε σε οργάνωση, εκλογικό ποσοστό, βουλευτές, κοινοτάρχες, συνδικαλιστές. Ο ίδιος, ισχυροποιούμενος συνεχώς από τη λαϊκή επικύρωση, κεφαλαιοποιούσε το γενικό ποσοστό αποβαίνοντας γενικό ισοδύναμο του βουλευτή, του κοινοτάρχη, του συνδικαλιστή, του αγωνιστή, του αρχηγού.

Ο Α. Παπανδρέου, μέσα στη συγκυρία της μεταπολίτευσης, βρέθηκε σε πλεονεκτική, σε προνομιακή θέση για να πυροδοτήσει αλλά και για να εισπράξει τη λαϊκη διαθεσιμότητα. Αυτός στο ύψος του πολιτικού εξώστη και από κάτω οι μάζες έτοιμες να τον ακούσουν. Πιο σωστά: έτοιμες να ακούσουν κάτι ή πολλά από εκείνα που οι ίδιες πίστευαν. Ήθελαν να ακούσουν τη φωνή τους. Και όντως, ο κόσμος άκουσε από του στόμα του «Ανδρέα» τις δικές του φωνές, αν και θολές, αποσπασματικές, ενισχυμένες όμως γοερά όπως η φωνή μας σε ηχείο, σε μια ρεματιά ή άδειο δωμάτιο. Γιατί ο μύθος του σωτήρα πάντα συνδέεται με τον μύθο του «λαού». Ο λαός που «πάντα έχει δίκιο», όταν από παντού αισθάνεται τη διάψευση ή την απειλή, δεν χρειάζεται παρά κάποιον που θα του πει ότι έχει δίκιο. Τα πολλά χειροκροτήματα και οι ζητωκραυγές θα σκεπάσουν τις αντιφάσεις αλλά και τις παραφωνίες.

Έτσι, όσο αναπτύσσονταν τα αρχηγικά γνωρίσματα του ΠΑΣΟΚ, όσο τονιζόταν η πρωταρχικότητα κι η αποκλειστικότητα του ρόλου του Α. Παπανδρέου, όσο, τελικά όλο και περισσότερος κόσμος απαλλοτρίωνε πολιτικές ευαισθησίες, απόψεις και ιδιαιτερότητες εκχωρώντας τες στην αρχή του ενός, τόσο το ίδιο το «Κίνημα» του ΠΑΣΟΚ παραπαίει σε μια συντεχνιακή αποδιοργάνωση. Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, στην κοινή συνείδηση, θα βιώνονται ως πράξεις χαριστικές, πράξεις εύνοιας ή ευμένειας, αποτέλεσμα συναλλαγής με τους ανθρώπους της εξουσίας, απόρροια καπατσοσύνης, επιμονής, οχλήσεων, διαβημάτων που θα ασκήσει η συντεχνία, η επαγγελματική κατηγορία, ο κλάδος και οι εκπρόσωποί του. Η πολιτική συμμετοχή δεν υποδηλώνει εδώ ούτε αυτενέργεια ούτε συναυτουργία, αφού το αποτέλεσμα, έτσι κι αλλιώς, αναμένεται από την αξιοσύνη τους αρχηγού.

 

Ο αρχηγισμός, αναίρεση της δημοκρατίας

 

Το παράδοξο αυτής της αντιστροφής των πραγμάτων δείχνει καθαρά ότι η αρχηγία του Α. Παπανδρέου δεν είναι απάντηση σε ένα απλό οργανωτικό-τεχνικό πρόβλημα αλλά απόρροια σοβαρών κοινωνικών προσδιορισμών. Η διασπασμένη και κατεκερματισμένη βούληση της κοινωνίας αναζητεί και κατασκευάζει, σαν σε οθόνη φανταστική, το ανεστραμμένο είδωλο του εαυτού της: ό,τι η ίδια δεν μπορεί να έχει, αλλά το επιθυμεί το αποδίδει στις μαζικές-υπερβατικές ιδιότητες του χαρισματικού ηγέτη.

Παρά ταύτα όμως η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα δεν υπακούει στην επιδεξιότητα των αρχηγών παρά μόνο όσο είναι αναγκαίο για να φτιαχτούν οι μύθοι και οι γενικές εκχωρήσεις. Ύστερα, το μόνο καταφύγιο των αυτονομημένων πλέον αρχηγών είναι η φυγή μέσα στον κρατισμό, στην αυθαιρεσία, τον υπερσυγκεντρωτισμό, στη βολονταριστική προσπάθεια να τα βγάλουμε πέρα. Αν το δίδυμο δημοκρατία-σοσιαλισμός είναι αυταξία και συνάμα προϋπόθεση για την κοινωνική ανασύνθεση, αντίθετα το δίδυμο κρατισμός-κορπορατισμός, με την επιβαρυντική περίπτωση της αρχηγικής συγκρότησης της πολιτικής οργάνωσης, αποτελεί αυστηρή αναίρεση της δημοκρατίας, εφαλτήριο για τα αδιέξοδα, τις κοινωνικές και πολιτικές αντιφάσεις του μέλλοντος. Και δεν άργησε να επαληθευθεί η καθοδοιπόρηση από την αγαλλίαση και την πίστη στο ξέσπασμα των αντιφάσεων. Όχι μόνο γιατί η πίστη του κόσμου ταυτίστηκε με ένα πρόσωπο, αλλά κυρίως γιατί η αντιφατικοτητα των προσδοκιών όσων προσέβλεψαν σ’ αυτό προείκαζαν μιαν ακόμη μεγαλύτερη διάσπαση της ήδη κατακερματισμένης βάσης. Δεν χρειάστηκε πολύ καιρός για να φανεί ότι ο αρχηγός δεν ήταν θαυματοποιός.

 

Kόμμα μικροαστών με σταλινικές πρακτικές

 

Από κοινωνική άποψη, εκείνο που χαρακτηρίζει την οργάνωση του ΠΑΣΟΚ είναι ο καθοριστικός ρόλος των μικροαστικών-μεσοαστικών στρωμάτων σ’ αυτή. Έτσι, ο θρυλούμενος πολυσυλλεκτισμός του ΠΑΣΟΚ δεν απεικονίζεται μέσα σε οργανωτικά δεδομένα. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς ότι η οργάνωση του ΠΑΣΟΚ είναι οργάνωση κυρίως των μικροαστών.

Ας σημειωθεί ότι ο οργανωτικός ακτιβισμός στις γραμμές του ΠΑΣΟΚ είναι εντονότατος. Μάλιστα η οργανωτική γλώσσα που χρησιμοποιείται, η ορολογία, η οργανωτική μεθοδολογία, τα τυπικά οργανωτικά σχήματα, οι χαρακτηρισμοί με τους οποίους θα χαρακτηριστούν και στη συνέχεια θα στηλιτευτούν οι διαφωνούντες («διανοουμενίστικες», «ελιτίστικες» τάσεις, «φραξιονισμός», «σεκταρισμός», «αντικομματικά στοιχεία» κ.λπ.) θυμίζουν τις πιο ζοφερές στιγμές της σταλινικής πρακτικής κομουνιστικών κομμάτων.

Θα έλεγε κανείς, παίρνοντας υπόψη αφενός αυτή τη φραστική πρωταρχικότητα του οργανωτικού στοιχείου, αφετέρου τα ποσοτικά δεδομένα της οργάνωσης, που δεν είναι ευκαταφρόνητα [150.000 μέλη], ότι η οργάνωση αποτελεί διαπλαστικό στοιχείο του ΠΑΣΟΚ. Εξωτερικά θυμίζει κόμμα σταλινικού τύπου, όπου όντως η οργάνωση έχει διαπλαστική λειτουργία. Δείξαμε όμως παραπάνω ότι, και η οργανωτική πρακτική του ΠΑΣΟΚ το αποδεικνύει, το αποφασιστικό στοιχείο που συνδέει τις μάζες με το κόμμα δεν είναι η οργάνωση αλλά η ακτινοβολία του αρχηγού. Ο οργανωτικός ακτιβισμός μοιάζει συνεπώς σαν αντίφαση στο όλο σύστημα ή έστω παραφωνία. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται ούτε για αντίφαση ούτε για παραφωνία. Το ΠΑΣΟΚ και ο αρχηγός του απευθύνονται σ’ έναν κόσμο ριζοσπαστικοποιημένο, αυτόν θέλουν να περιλάβουν στις γραμμές τους, έναν κόσμο που διακρίνεται, εκτός των άλλων, από συγκεκριμένα ιδεολογικά χαρκακτηριστικά.

Το ΠΑΣΟΚ θα ήταν αδύνατο να μην υπερθεματίσει στο οργανωτικό επίπεδο, η οργάνωση και ο οργανωτικός λόγος που την συνοδεύει ήταν υποχρεωτικά στοιχεία για τη δόμησή του. Όμως δεν είναι αυτή που διαπλάθει την πολιτική φυσιογνωμία του «Κινήματος». Ο ρόλος αυτός ανήκει στον πολιτικό λόγο και στην πολιτική πρακτική της χαρισματικής προσωπικότητας του αρχηγού. Η οργάνωση έπεται ή συνοδεύει τον προσεταιρισμό οπαδών· τους εντάσσει στο γενικό σχήμα και δρα για να εξουδετερώσει τα δυσαρμονικά στοιχεία. Γι’ αυτό, άλλωστε, χρησιμοποιήθηκαν τα «κλασικά» οργανωτικά μοτίβα του σταλινισμού, δεδομένου ότι ανταποκρίνονται πλήρως σε μια υποπολιτική και ηθικολογική λειτουργία της οργάνωσης. Η πολιτική ουσία ενός προβλήματος αντιμετωπίζεται με πρωθύστερα, ηθικού χαρακτήρα, αξιώματα: π.χ. «ο διανοουμενισμός είναι κακό· αυτό που λες ή κάνεις είναι διανοουμενισμός, άρα εμείς, η βάση, δεν μπορεί παρά να είμαστε εναντίον του διανοουμενισμού». Ο μηχανισμός του συλλογισμού -και της αντίστοιχης διαδικασίας- έχει ηθικό και όχι πολιτικό ή ιδεολογικό χαρακτήρα. Η απόδειξη και η απόφαση προϋπάρχουν αποτυπωμένες στο ηθικό αξίωμα, δεν απορρέουν από την ενδοοργανωτική πολιτική πράξη.

Όταν στην οργάνωση αποδίδεται δικαιωτικός ρόλος της προϋπάρχουσας ή της έξω απ’ αυτήν πολιτικής πράξης, τότε, για τις ανάγκες μιας παρόμοιας οργανωτικής αντίληψης, η οργάνωση βάσης όχι μόνο δεν αποτελεί αντίφαση ή παραφωνία, αλλά αναγκαίο συμπλήρωμα για τη συνοχή και την εκλογίκευση του συστήματος. Αυτό το είδος οργάνωσης, με το οποίο δομείται το ΠΑΣΟΚ, αποτελεί συνάμα και το συγκεκριμένο πολιτικό μηχανισμό διατήρησης του προσωποπαγούς χαρακτήρα του κόμματος, αφού όχι μόνο δεν αποκρούει τον μύθο του «αρχηγού λυτρωτή», αλλά τον ενδυναμώνει και τον θεσμοθετεί.

Το κόμμα μεταμφιέζεται σε «Κίνημα», ο αγώνας της ηγετικής ομάδας για την εξουσία εξιδανικεύεται σε αγώνα για να έρθει ο λαός στην εξουσία, ο ρεφορμισμός και ο κορπορατισμός καλύπτονται από τη μάσκα της λαϊκής ριζοσπαστικότητας και η λαϊκότητα των εγκλήσεων γίνεται ο λαϊκισμός των αποτελεσμάτων.

 

 Λαϊκισμός στην υπηρεσία του αστισμού

 

Κανένας λαϊκισμός δεν είναι προοδευτικός, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να είναι επαναστατικός-σοσιαλιστικός. Διαχέει και διαλύει μιαν αρχική αντιεξουσιαστική ροπή και ριζοσπαστικότητα λαϊκών τάξεων μέσα σε μια μυθευτική αντίληψη περί λαού από την οποία λείπει ακριβώς η πραγματικότητα του λαού. Γιατί, αν το ζητούμενο είναι η αυτονόμηση της λαϊκότητας, δηλαδή η πολιτική και ιδεολογική οργάνωση της αντίθεσης προς την εκμετάλλευση, την υποταγή και την κυριαρχία, αυτή η κίνηση των λαϊκών μαζών δεν μπορεί να αποσυνδεθεί ούτε από τις μορφές που εκλαμβάνει ως πολιτικός λόγος και τρόπος οργάνωσης ούτε από τις ηγετικές ομάδες που αναλαμβάνουν να την οργανώσουν. Θα πρόσθετα μάλιστα ότι όσο περισσότερο οι λαϊκές εγκλήσεις εγκλείονται και περικλείονται μέσα στα σχήματα της παράδοσης, όσο περισσότερο επικρατούν δηλαδή λαϊκιστικά χαρακτηριστικά, τόσο περισσότερο αναιρούνται ως λαϊκές, τόσο περισσότερο αμβλύνεται και θολώνει η λαϊκή τους αυθεντικότητα και η αντιστασιακή τους φόρτιση. Για τούτο κανένας λαϊκισμός δεν είναι αρθρώσιμος με τη σοσιαλιστική ιδεολογία. Το παράδειγμα του ΠΑΣΟΚ είναι η απόδειξη, μην πούμε κι εμείς ότι κάποιοι εκεί μέσα κορόιδεψαν τους υπολοίπους, ότι έχασαν οι ιδεολόγοι και κέρδισαν τις καρέκλες οι ιδιοτελείς και οι καιροσκόποι...

Μεταδιδακτορικά... καταστράφηκε η βαθιά αίσθηση της πολιτιστικής λαϊκότητας, που δεν ταύτιζε το λαϊκό με λαϊκότροπο. Ο λαός έζησε αγκαλιά με τον λαϊκισμό που του δόθηκε σαν νέα πίστη για να λησμονήσει τον εαυτό του και να μοιάσει με το παρεφθαρμένο είδωλό του. Να το μιμηθεί. Καστράφηκε επίσης η λαϊκή αλληλεγγύη. Τούτα τα χρόνια επικράτησε το δόγμα «πόλεμος όλων εναντίον όλων». Δεν το έφτιαξε το ΠΑΣΟΚ το δόγμα αυτό, αυτή τη γενική εξαχρείωση και εξαγρίωση. Αλλά επί πασοκικής οκταετίας γνώρισε μέρες ανυπέρβλητου μεγαλείου. Ό,τι φάμε κι ό, τι πιούμε.

Πολύ καιρό πριν από την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» καταστράφηκε στον τόπο μας η πίστη στον σοσιαλισμό, ό,τι πολυτιμότερο δηλαδή είχε φτιάξει η ιστορική Αριστερά για και με τον λαϊκό κόσμο, παρά τις ήττες, τις στρεβλώσεις της και τους αναχρονισμούς της. Δεν ήταν το τείχος που γκρεμίστηκε στο Βερολίνο που γκρέμισε και την πίστη των αριστερών στο σοσιαλισμό. Οι κατεδαφίσεις είχαν προηγηθεί καθώς τα ανδρεοπαπανδρεϊκά ιδεολογήματα κατακτούσαν τον τόπο και τον κόσμο. Το ΠΑΣΟΚ παρέλαβε κόσμο δημοκρατικό και αριστερό, δεν τον έκανε ούτε πιο αριστερό ούτε πιο δημοκρατικό. Τον έκανε κυνικό. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη υπηρεσία του λαϊκισμού στον μεγάλο του αφέντη, τον αστισμό.

Δεν ήταν νομοτέλεια αυτή η εξέλιξη· έτσι παίχτηκαν τα πράγματα.

Πρόσφατα άρθρα ( Ιδέες )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet