Την 25η Μαΐου 1922 γεννήθηκε στο Σάσαρι μια από τις προσωπικότητες που σημάδεψαν την ιστορία της Αριστεράς. Μετά από τον ιστορικό συμβιβασμό έκανε μια πραγματική αυτοκριτική, προωθώντας τη «δημοκρατική εναλλακτική»: η προοπτική ήταν μια πλατιά διανοητική και ηθική αλλαγή, χωρίς να παραμεληθούν οι οικονομικές ρίζες.

 

Ξαναμιλάμε, ανά περιόδους, για τον Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, πάνω απ’ όλα για την εντιμότητά του, για την καταγγελία της διαφθοράς και του πελατειακού συστήματος, με λίγα λόγια για το «ηθικό ζήτημα». Η ανάκληση αυτής της σχεδόν προφητικής πλευράς της σκέψης του (της καταγγελίας της διαφθοράς των ιταλικών κομμάτων, που ανάγεται σε μια περίφημη συνέντευξη στον Σκάλφαρι τον Ιούλιο του 1981)*, κινδυνεύει να αποδειχτεί παραπλανητική, αν δεν προσθέσουμε ότι αυτό εντάσσεται στο εσωτερικό μιας ευρύτερης και πολυπλοκότερης συζήτησης, για τον «δεύτερο Μπερλινγκουέρ» μετά από την εποχή της εθνικής αλληλεγγύης (και του ιστορικού συμβιβασμού).

Έπειτα από την αποτυχημένη εμπειρία των κυβερνήσεων έκτακτης ανάγκης υπό την ηγεσία του Αντρεότι από το 1976, έπειτα από τη δολοφονία του Άλντο Μόρο, έπειτα από την εκλογική ήττα στις δημοτικές εκλογές του ’78 και στις βουλευτικές του ’79, ο Μπερλινγκουέρ κάνει μια πραγματική αυτοκριτική, παρόλο που δεν προβλήθηκε – προωθώντας το 1980 τη «δημοκρατική εναλλακτική». Απομονωμένος στην ιταλική πολιτική από εκείνο τα τμήμα της Χριστιανική Δημοκρατίας που ήταν αντίθετο με το ρεύμα του Μόρο, δηλαδή της αριστερής πτέρυγας του κόμματος και από το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Κράξι, ο Μπερλινγκουέρ απευθύνεται στην κοινωνία. Από τον Τολιάτι στον Γκράμσι, θα μπορούσαμε να πούμε. Γιατί η ιδέα είναι να γεννηθεί μια «διανοητική και ηθική μεταρρύθμιση», χωρίς να παραμεληθούν οι οικονομικές ρίζες. Να γραφτεί στην ουσία ένα νέο «θεμελιώδες πρόγραμμα». Να προταθεί ένας ανανεωμένος τρόπος τού να είναι κανείς κομουνιστής.

Οι πρώτες βάσεις αυτού του προγράμματος είχαν τεθεί ήδη τα προηγούμενα χρόνια, πρώτα απ’ όλα σε διεθνές πεδίο, με τον ευρωκομουνισμό και την επίσημη δήλωση, που έγινε από τη Μόσχα το 1977 μπροστά στα κομουνιστικά κόμματα όλου του κόσμου, ότι η δημοκρατία είναι «μια ιστορικά οικουμενική αξία»: πρέπει να βρεθεί ένας «τρίτος δρόμος» ανάμεσα στον δεσποτικό σοσιαλισμό και την ατελέσφορη σοσιαλδημοκρατία, μια «τρίτη φάση» μετά την εξάντληση της κληρονομιάς της Β΄ και της Γ΄ Διεθνούς.
Την ίδια χρονιά, στη συνδιάσκεψη του θεάτρου Ελιζέο, ο Μπερλινγκουέρ προωθεί την ιδέα της «λιτότητας» (η οποία είχε προταθεί πριν από χρόνια από τον Πάλμε): ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, ένα νέο τύπο κοινωνίας που θα βασιζόταν περισσότερο στη δημόσια κατανάλωση, αντί για την ιδιωτική, που, μάλιστα, αναγνώριζε τις δίκαιες απαιτήσεις των λαών του Τρίτου Κόσμου, οι οποίοι είχαν κουραστεί να υπηρετούν τον ξέφρενο καταναλωτισμό των πλουσιότερων χωρών.

Πάντα αντίθετος με τους εγωισμούς των προνομιούχων, ο Μπερλινγκουέρ θα πάει στη Fiat το 1980, για να παρατάξει το Pci στο πλάι της αγωνιζόμενης εργατικής τάξης, γιατί οι εργαζόμενοι δεν ήταν οι μόνοι που έπρεπε να πληρώσουν την κρίση. Μια μάχη που θα συνεχίσει με την υπεράσπιση της ΑΤΑ: αν δεν είχε πεθάνει το ’84, το δημοψήφισμα για τη διατήρηση αυτού του μηχανισμού θα είχε κερδηθεί.
Μέσα σε ένα παρόμοιο πλαίσιο τοποθετείται η συνέντευξη στον Σκάλφαρι το ’81: το «ηθικό ζήτημα» για τον Μπερλινγκουέρ εντάσσεται σε μια οπτική καταγγελίας των μηχανισμών της κοινωνίας που βασίζονται στο κέρδος και της έκφρασης της αναγκαιότητας εξόδου από τον καπιταλισμό. Αυτή είναι η «κομουνιστική διαφορετικότητα»: δεν είναι ένα ανθρωπολογικό γεγονός, αλλά η έκφραση μιας πολιτικής που αποφεύγει το πελατειακό συμφέρον και αγωνίζεται για μια κοινωνία πιο δίκαιη και ίση.
Όμως δεν αρκεί μόνο να είμαστε πιστοί στις ρίζες μας και στα ιδανικά της νιότης μας, πράγμα που διεκδίκησε με περηφάνεια. Έπρεπε να ανανεωθεί η πολιτική και το Pci, γράφει πάλι το 1981. Αυτό σημαίνει πρώτα απ’ όλα να ανοιχτεί το κόμμα στην κοινωνία και να έχει διάλογο με τα κινήματα.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Μπερλινγκουέρ αναδομεί τη σχέση με τους νέους, στηρίζοντας το μεγάλο κίνημα για την ειρήνη εκείνων των χρόνων, δείχνοντας μια πρωτοφανή ευαισθησία για το υπό γέννηση οικολογικό ζήτημα και για τις νέες τεχνολογίες (ιδίως τις πληροφοριακές), που δεν έπρεπε να δαιμονοποιηθούν, αλλά που δεν μπορούσαν να αντικαταστήσουν τη συλλογική και συμμετοχική πολιτική. Είναι ο πρώτος κομουνιστής (και ίσως ο πρώτος πολιτικός) που διαλέγεται σοβαρά με το γυναικείο κίνημα, όχι μόνο λόγω του παραδοσιακού χειραφετητικού του στοιχείου, δηλώνοντας ότι «αν δεν υπάρξει γυναικεία επανάσταση, δεν θα υπάρξει καμία πραγματική επανάσταση».
Άρα, ήταν ένας σύγχρονος και επαναστάτης πολιτικός, ο οποίος, στα τελευταία χρόνια του, ήταν ικανός να αναζητήσει νέα θέματα και νέους τρόπους. Δεν τον ακολούθησε η πλειοψηφία της ηγετικής ομάδας του κόμματός του, αλλά άφησε μια άσβεστη ανάμνηση στον «λαό των κομουνιστών» και σε εκατομμύρια Ιταλούς.

Υπάρχει ακόμη ανάγκη για τη δική του «τρίτη φάση» αναζήτησης του σοσιαλισμού.

 

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο «Manifesto» στις 24 Μάη 2022.

 

*Ολόκληρη η συνέντευξη του Μπερλινγκουέρ, που δημοσιεύτηκε με την επιμέλεια του Εουτζένιο Σκάλφαρι στις 28 Ιουλίου 1981, στην εφημερίδα «La Repubblica», εμπεριέχεται στο βιβλίο των εκδόσεων Νήσος, «Μια άλλη ιδέα για τον κόσμο», που επιμελήθηκαν ο Πάολο Τσόφι και ο Γκουίντο Λιγκουόρι.

 

Γκουίντο Λιγκουόρι Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet