Σε μια συνέντευξη ποταμό, πάνω από 6.000 λέξεις, ο Ζαν Λικ Μελανσόν, επικεφαλής της Νέας Οικολογικής και Κοινωνικής Λαϊκής Ενότητας, που συσπειρώνει το δικό του πολιτικό σχήμα (Ανυπότακτη Γαλλία), το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Κομμουνιστικό Κόμμα και τους Πράσινους στις επικείμενες γαλλικές βουλευτικές εκλογές (12 και 19 Ιουνίου), αναλύει τα σημαντικότερα κεφάλαια της πολιτικής ενός ελπιδοφόρου εγχειρήματος, που προκαλεί το ενδιαφέρον και πέρα από τα γαλλικά σύνορα. Με έναν τρόπο «πολύ πιο συνετό, δηλαδή αμφίσημο», «κινούμενος μεταξύ ριζοσπαστισμού και συνεννόησης, αποφασιστικότητας και πραγματισμού», όπως παρατηρεί εισαγωγικά ο γάλλος δημοσιογράφος που συζήτησε μαζί του.

Από τη μεγάλη αυτή συνέντευξη επιλέξαμε το τμήμα που αφορά την οικονομική πολιτική, αλλά και το δημόσιο χρέος, καθώς και τη σχέση με την ΕΕ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και άλλα μεγάλα κεφάλαια, όπως το συνταξιοδοτικό και τα εργασιακά, αλλά και οι θέσεις για την κλιματική κρίση και την πράσινη μετάβαση ή για τον πόλεμο στην Ουκρανία, δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον και για τον εγχώριο αναγνώστη και αναγνώστρια. Ίσως βρούμε την ευκαιρία να επανέλθουμε.

 

 

Στις αρχές του έτους η οικονομική μεγέθυνση παρουσίασε μείωση του ρυθμού, τη στιγμή που ο πληθωρισμός συνεχίζει την ανοδική πορεία του. Ποια μέτρα προτίθεστε να πάρετε, για να μη γίνει ανεξέλεγκτη η κατάσταση;

Ας αρχίσουμε από τις βαθύτερες αιτίες της. Ζούμε μια ιστορική καμπή. Υπάρχουν παράμετροι που αποσταθεροποιούν πλήρως την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Πρόκειται για τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, της κρίσης που αντιμετωπίζει η ηγεμονία των ΗΠΑ με την αποδιοργάνωση της πολιτικής τάξης, για το σύνολο ενός συστήματος παραγωγής, που ασφυκτιά εξαιτίας μιας ανεξέλεγκτης χρηματοπιστωτικής σφαίρας. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο ήρθε να προστεθεί η πανδημία, που αποδιοργάνωσε τις εφοδιαστικές αλυσίδες, οι οποίες βρίσκονται στην καρδιά του καπιταλιστικού προτύπου. Το ίδιο και ο πόλεμος στην Ουκρανία με τις γεωπολιτικές και οικονομικές συνέπειές του. Αντιμετωπίζω αυτή την κρίση, σημαίνει ότι πηγαίνω στη ρίζα καθενός από τα προβλήματα αυτά, για να μεταβάλω τις παραμέτρους. Χωρίς να ξεχνούμε ότι υπάρχουν επείγουσες ανάγκες, που πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα. Υπάρχουν, λοιπόν, δύο επίπεδα παρέμβασης: της μακράς διάρκειας, στη ρίζα του προβλήματος και της βραχείας διάρκειας, για τις επείγουσες ανάγκες. Σε αυτά θα ήθελα να προσθέσω την παράμετρο της οικολογικής κρίσης, που μας φέρνει σε μια νέα κατάσταση, σε μια εποχή δομικής αβεβαιότητας. Για να αντιμετωπίσουμε αυτή την πραγματικότητα, θα ευνοήσουμε λύσεις με τα χαρακτηριστικά της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας. Δεν υπάρχουν ατομικές λύσεις ή λύσεις που θα προέκυπταν από μια προσπάθεια τακτοποίησης των προβλημάτων, ενώ αυτά χρειάζονται ριζική αντιμετώπιση.

 

Τον πληθωρισμό τροφοδοτεί η κερδοσκοπία

 

Ποια πολιτική σχεδιάζετε για τον έλεγχο του πληθωρισμού;

Η καρδιά του σημερινού πληθωριστικού μηχανισμού βρίσκεται στη σχέση τιμής–κέρδους. Οι τιμές ανεβαίνουν λόγω της δράσης κερδοσκοπικών μηχανισμών, καθώς είναι απεριόριστη η εξουσία των επιχειρήσεων που παράγουν, να καθορίζουν τις τιμές. Το πρώτο πράγμα που χρειαζόμαστε, είναι ένα παρατηρητήριο τιμών. Παρακολουθώντας την κίνηση των τιμών ορισμένων προϊόντων θα μπορέσουμε να εντοπίσουμε τους κερδοσκοπικούς μηχανισμούς και να τους καταστείλουμε σε κάθε τομέα. Για το πετρέλαιο π.χ., από τη στιγμή που η ζήτηση είναι ακόμα μικρότερη από την προ κορονοϊού περίοδο, θα μπορούσε η τιμή του να πέσει πολύ εύκολα, αν η παραγωγή αυξανόταν. Αν η ΕΕ εγκατέλειπε τη νεοφιλελεύθερη θρησκοληψία, θα όριζε μια τιμή πλαφόν για το πετρέλαιο. Κανείς δεν θα μπορούσε να της αντιταχθεί, λέγοντάς της ότι δεν θα της προμηθέψει πετρέλαιο, γιατί κανένας δεν λέει όχι σε μια αγορά 450 εκατομμυρίων προσώπων, που αντιπροσωπεύει το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Η ΕΕ δεν το κάνει, γιατί θέλει να διασώσει τον μηχανισμό της αγοράς, μια κοσμοθεωρία. Πρόκειται για μια στάση απόλυτα ιδεολογική. Οι κυβερνήσεις μοιράζουν επιδόματα, παίρνουν δηλαδή από το δημόσιο ταμείο για να ενισχύσουν τα ιδιωτικά ταμεία. Δεν αγγίζουν στο ελάχιστο τα κέρδη των πετρελαϊκών επιχειρήσεων που σημειώνουν ρεκόρ. Και σ’ όλους εμάς λένε «σφίξτε το ζωνάρι, μπόρα είναι θα περάσει, όλα θα διευθετηθούν». Τίποτα, όμως, δεν διευθετείται, όταν δεν επεμβαίνεις για να το διευθετήσεις. Μα, όταν η τιμή του σταριού ανεβαίνει, είμαστε υποχρεωμένοι να ανεβάσουμε τις τιμές των προϊόντων ζύμης, μου αντιτείνουν. Όχι, αυτό δεν έχει τίποτα το φυσιολογικό. Είναι αλήθεια πως κάποιος πρέπει να πληρώσει την άνοδο αυτή, αλλά γιατί δεν θα πρέπει να είναι όσοι παρεμβάλλονται από τον παραγωγό ως τον καταναλωτή; Αρχής γενομένης από τους μεγαλοδιανομείς. Άλλωστε, υπάρχει ήδη μηχανισμός περιορισμού των τιμών, που λειτουργεί με τη συμβολή μιας επιτροπής πολιτών, οι οποίοι επιλέγονται με κλήρωση. Το πλαφόν στις τιμές των ειδών πρώτης ανάγκης είναι ουσιώδες μέτρο, αλλά δεν θα σας απαριθμήσω ποια είναι αυτά τα είδη. Θα πρέπει να οριστούν από τις ενώσεις καταναλωτών, τα συνδικάτα και τις εργοδοτικές ενώσεις.

 

Οι δημόσιες δαπάνες δημιουργούν δημόσια έσοδα

 

Το πρόγραμμα της Νέας Οικολογικής και Κοινωνικής Λαϊκής Ενότητας προβλέπει σημαντικές δημόσιες δαπάνες. Αν εκλεγείτε πρωθυπουργός, πώς θα τις χρηματοδοτήσετε;

Ας αρχίσουμε από τα δημόσια έσοδα. Η κατανομή των προσωπικών φόρων θα γίνει με διαφορετικό τρόπο, με δεκατέσσερις κλίμακες αντί για πέντε. Οι πιο πλούσιοι θα πληρώσουν περισσότερα, η μεσαία τάξη λιγότερα. Για τις δαπάνες τώρα, πρέπει να σημειώσουμε ότι δημιουργούν απασχόληση, που με τη σειρά της αυξάνει τις κοινωνικές εισφορές, τους φόρους, τους δασμούς, που καταλήγουν στο δημόσιο ταμείο. Όπως έχει υπολογιστεί με βάση το μοντέλο της Τράπεζας της Γαλλίας, αρχίζοντας με δαπάνη 250 δισ. ευρώ, καταλήγουμε να έχουμε έσοδα 267 δισ. Εξάλλου, το κράτος δημιουργεί χρήμα, παρότι το δικαίωμα αυτό έχει παραχωρηθεί στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, και μέσω αυτού του μηχανισμού γίνεται η χρηματοδότηση των δαπανών. Η Τράπεζα Επενδύσεων θα δανείζει όσα θα της πούμε να δανείσει. Τέλος, υπάρχει η συζήτηση που έχει ανοίξει στην ΕΕ. Όλοι ξέρουν ότι, με το σημερινό επίπεδο στο οποίο βρίσκεται, το χρέος καταλήγει να μη μπορεί να αποπληρωθεί. Όταν προχωρήσαμε λίγο πιο πέρα τη συζήτηση γι’ αυτό το θέμα, ακόμα και ο υπουργός Οικονομικών κατέληξε να μου πει: «Μα το χρέος σήμερα, έτσι κι αλλιώς, είναι διηνεκές, αφού δανειζόμαστε για να το εξυπηρετούμε». Αν, όμως, αυτό συμβαίνει, η μόνη συζήτηση που αξίζει τον κόπο, είναι για το ύψος του επιτοκίου και ποιον ωφελεί. Όταν η ΕΚΤ αυξάνει τα επιτόκια, το κάνει από ενδιαφέρον για τον έλεγχο του πληθωρισμού; Όχι, το κάνει για να εξασφαλίσει μερικούς στρατηγικούς παίκτες χωρίς παραγωγική συνείδηση. Αυτή η αύξηση, όμως, των επιτοκίων δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα στον κερδοσκοπικό πληθωρισμό, ενώ θα αυξήσει το κόστος του χρήματος φρενάροντας τις επενδύσεις και την οικονομική δραστηριότητα. Πιστεύω ότι είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να συζητήσουμε. Αν δεν το κάνουμε, οδηγούμαστε στην καταστροφή. Η Γαλλία έχει μια ατομική βόμβα στα πόδια της: πάνω από 2.600 δισ. ευρώ δημόσιο χρέος. Κανέναν δεν συμφέρει να φτάσει στο σημείο να μην μπορεί να το αποπληρώσει. Το πρόβλημα μπορεί τεχνικά να ρυθμιστεί, αν η ΕΚΤ μηδενίσει το τμήμα του χρέους των κρατών μελών, που διατηρεί στο χρηματοκιβώτιό της, μετατρέποντάς το σε διηνεκές χρέος με μηδενικό επιτόκιο. Για τη Γαλλία αυτό θα σήμαινε μια ελάφρυνση κατά 20%.

 

Η Γαλλία τα τελευταία χρόνια δανείζεται με ιστορικά χαμηλά επιτόκια. Μήπως η διαπραγμάτευση με την ΕΚΤ για τη μετατροπή του χρέους σε διηνεκές με μηδενικό επιτόκιο θα αποτελούσε χάσιμο ενέργειας, τη στιγμή που άλλα επείγοντα προβλήματα απαιτούν λύση;

Μην ανησυχείτε, υπάρχει ενέργεια για όλα…Το μέτρο αυτό έχει ενδιαφέρον, γιατί στις ευρωπαϊκές συνθήκες έχει γραφεί ότι το χρέος κάθε κράτους μέλους δεν μπορεί να ξεπερνάει το 60%. Για να διαπραγματευτούμε την έξοδο από την κρίση, καλύτερα να το κάνουμε με ανώδυνο τρόπο. Ξεκινώ από τα υφιστάμενα πλαίσια, για να βγω πιο εύκολα από αυτά.

 

Η «προσεκτική ανυπακοή» του κοινού προγράμματος

 

Για την Ευρώπη παρατηρούμε μια διαφορά ανάμεσα στα σχέδια Α και Β που προβλέπατε σε προηγούμενα προγράμματα, με βασικό χαρακτηριστικό την αναδιαπραγμάτευση των συνθηκών με ανυπακοή, και την προσεκτική ανυπακοή του προγράμματος της Νέας Λαϊκής Ενότητας.

Στις διαπραγματεύσεις με τα άλλα κόμματα της Αριστεράς, διαπιστώσαμε μια στρατηγική δυσκολία. Η δική μας τοποθέτηση άνοιγε μια συζήτηση καθαρά ιδεολογική, «υπέρ ή κατά της Ευρώπης;», από την οποία δεν υπήρχε διέξοδος. Αντί να ξεκινήσουμε από το γενικό σχήμα, επιλέξαμε να καταπιαστούμε με τις συγκεκριμένες περιπτώσεις: ποιες πολιτικές θα ακολουθήσουμε για κάθε συγκεκριμένο ζήτημα; Όταν τις προσδιορίσαμε, διαπιστώσαμε ότι ορισμένες από αυτές έρχονταν σε αντίθεση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Θα εφαρμόζαμε αυτούς ή το πρόγραμμά μας; Ξέροντας ότι οπωσδήποτε κανένας από εμάς δεν προτείνει να εγκαταλείψουμε την ΕΕ ή να τελειώνουμε με το ευρώ, καταλήξαμε σ’ αυτό το συγκεκριμένο, πρακτικό, συζητήσιμο σχέδιο. Στο παρελθόν είχαμε πολύ μεγαλύτερη αμφισημία στις διατυπώσεις μας. Δεν το κάναμε επειδή θεωρούμε αποδεκτή τη νεοφιλελεύθερη Ευρώπη, αλλά γιατί δεν μπορούσε ο λόγος μας να έχει ελκυστικό αποτέλεσμα. Αν προκαλούσαμε ένα καθαρά ιδεολογικό σοκ, θα είχαμε χάσει, γιατί ποιος προτιμάει το χάος από την τάξη σε περίοδο κρίσης; Κανείς, και το λέμε απερίφραστα. Εκτιμώ ότι ο τρόπος με τον οποίο προχωρήσαμε ήταν πιο παιδαγωγικός, πιο κατανοητός και κατάλληλος για να συσπειρώσει την πλειονότητα. Πολύ περισσότερο που απέναντί μας έχουμε ανθρώπους που μιλάνε για να μην πούνε τίποτα, όπως ο κ. Μακρόν με τη λεγόμενη ευρωπαϊκή λαϊκή κυριαρχία του: ο άνθρωπος δεν έχει όραμα για την Ευρώπη, για το τι θα έπρεπε να κάνει γι’ αυτήν –αν εξαιρέσουμε τον τομέα της ευρωπαϊκής άμυνας.

Πρόσφατα άρθρα ( Συνεντεύξεις )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet