Φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

 

 

Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης μιλά στην «Εποχή» για τα 4 συνέδρια «ανασύνταξης μετά από δύο χρόνια μουδιάσματος», τις δυνατότητες συμμαχιών και χαρτογραφεί το πολιτικό πεδίο που διαμορφώνεται με τα νέα δεδομένα που προκύπτουν από τις κομματικές διεργασίες.

 

 

 

 

Τις τελευταίες εβδομάδες πραγματοποιήθηκαν τα συνέδρια 4 κοινοβουλευτικών κομμάτων, του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ και του ΜέΡΑ25, που πέραν της τρέχουσας πολιτικής, ασχολήθηκαν και με ταυτοτικά ζητήματα, ενώ σχεδόν όλα μίλησαν για ανανέωση. Διαπιστώνεται αυτή; Ποια τα πρώτα σας συμπεράσματα από τις διεργασίες;

Πράγματι, λόγω και της πανδημίας που είχε επιβάλει αναγκαστική παύση στην ενσώματη πολιτική, συντονίστηκαν οι διεργασίες σε όλα σχεδόν τα κοινοβουλευτικά κόμματα, δίνοντάς μας μια πυκνή εικόνα που προσφέρεται για συγκρίσεις. Φυσικά κάθε συνέδριο διακηρύσσει την ανανέωση, λίγα ωστόσο την πετυχαίνουν –και σε κάθε περίπτωση οι συνέπειές τους παίρνουν χρόνο για να εκδηλωθούν. Μια γενική εντύπωση είναι ότι πρόκειται μάλλον για συνέδρια ανασύνταξης, μετά από δύο χρόνια «μουδιάσματος». Και ταυτόχρονα, συνέδρια που μάλλον επικύρωσαν τις κατευθύνσεις στον δρόμο προς τις εκλογές, παρά διαμόρφωσαν πλούσιο προγραμματικό λόγο ή παραγωγικές αντιπαραθέσεις ιδεών. Τηλεγραφικά, θα λέγαμε ότι στη Νέα Δημοκρατία επιβεβαιώθηκαν οι βασικές κυβερνητικές επιλογές, και αν εκφράστηκε κάτι διακριτά ήταν μάλλον η δεξιότερη πτέρυγα, που δήλωσε σαφώς την παρουσία της κυρίως στην «εθνική» ατζέντα. Στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν πιο εμφανής η αντιπαράθεση, ας πούμε πλειοψηφίας και μειοψηφίας, και υπό αυτή την έννοια παρήγαγε ένα πολιτικό γεγονός, μαζί με την για πρώτη φορά εκλογή του αρχηγού από μια ευρύτερη βάση. Ουσιαστικά, επιβεβαιώθηκε η διάθεση να μετατοπιστεί πιο αποφασιστικά προς τον χώρο της ευρύτερης Κεντρο-Αριστεράς, τόσο πολιτικά όσο και «κοινωνιολογικά»–οργανωτικά. Από την άλλη, στον όμορο και ανταγωνιστικό χώρο του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ δόθηκαν όρκοι πίστης και κοινής συμπόρευσης, ωστόσο μένει να φανεί προς ποια κατεύθυνση –ως προς αυτό, το συνέδριο δεν μας έκανε πολύ σοφότερους, καθώς η σοσιαλδημοκρατική προοπτική δεν εξειδικεύθηκε όσο χρειάζεται. Αν συνυπολογίσουμε και το πιο «ταυτοτικό» συνέδριο του ΜέΡΑ25 (συγκρατώ εδώ την παρουσία του Τζέρεμι Κόρμπιν), ξετυλίγονται διακριτοί προσανατολισμοί, που μπορεί να λειτουργήσουν τόσο συμπληρωματικά, όσο και ανταγωνιστικά στο επόμενο διάστημα.

 

Αυτές οι πυκνές κομματικές διεργασίες απασχόλησαν την ευρύτερη κοινωνία; Τα συνέδρια κατάφεραν να (επανα)κινητοποιήσουν το ενδιαφέρον για την πολιτική;

Πολύ σπάνια ένα συνέδριο καταφέρνει να μείνει στην ιστορία, ελάχιστες είναι οι εξαιρέσεις: το Επινέ των γάλλων σοσιαλιστών, η Βάδη-Γκόντεσμπεργκ του SPD, το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ –ή για τους λάτρεις των ταινιών του Σταύρου Τσιώλη, το συνέδριο της Βόλβης... Τα κομματικά συνέδρια, ειδικά σε μια εποχή κρίσης της σχέσης αντιπροσώπευσης και της ενεργού εμπλοκής των ανθρώπων με την πολιτική, πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να συγκινήσουν την ευρύτερη κοινωνία, όπως λέτε. Ωστόσο, τα πιο πολιτικοποιημένα ακροατήρια πάντοτε κάτι περιμένουν από ένα συνέδριο, όχι μόνο για το κόμμα που προτιμούν, αλλά και για τα κόμματα με τα οποία ενδιαφέρονται να συγκρουστούν ή να συνοδοιπορήσουν. Τα τέσσερα συνέδρια μάλλον μικρή απήχηση είχαν στο ευρύτερο κοινό. Ταυτόχρονα, όμως, δεν πρέπει να υποτιμούμε ότι έδωσαν ένα σήμα πως η πολιτική είναι παρούσα, μετά την ύπνωση της πανδημίας, και ότι οι άνθρωποι μπορεί να συνεχίζουν να συναντιούνται και με πολιτικές αφορμές. Όπως είπαμε, όμως, η επίδρασή τους θα φανεί τους επόμενους μήνες: σε ποιο βαθμό κάθε κόμμα θα καταφέρει να κινητοποιήσει στελέχη και οπαδούς, να αναδείξει νεότερο πολιτικό προσωπικό, να δημιουργήσει γεγονότα.

 

Αυτή τη στιγμή η ΝΔ φαίνεται να έχει το άγχος της μείωσης της δύναμής της. Κατά τη γνώμη σας, η πολιτική που ασκεί ως τώρα μπορεί να ανακόψει την πτώση της;

Εδώ και μερικούς μήνες, η ΝΔ έχει μπει σε μια πορεία σταδιακής φθοράς. Είναι ο φυσιολογικός κύκλος κάθε κυβέρνησης, αλλά κάθε φορά εκδηλώνεται με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Εν προκειμένω, η κυβέρνηση έχασε σχετικά νωρίς δύο από τα βασικά όπλα με τα οποία κέρδισε τις εκλογές: το επιχείρημα της αποτελεσματικής διαχείρισης (ακόμη και στην πανδημία, στον δεύτερο κύκλο της) και την προσδοκία ανάκαμψης της μεσαίας τάξης. Φυσικά, στην πολιτική τίποτα δεν είναι μη αναστρέψιμο, αλλά επίσης δεν είναι όλα δυνατά. Αυτή τη στιγμή, τα θέματα που απασχολούν πρωτίστως τους πολίτες είναι «υλικά», ιδίως η ακρίβεια και εν γένει οι οικονομικές προσδοκίες. Σε αυτό το πεδίο, οι προοπτικές είναι μάλλον δυσοίωνες, διότι η παγκόσμια οικονομική κατάσταση και ο πόλεμος στην Ουκρανία έχουν –και θα συνεχίσουν στο προβλεπτό μέλλον να έχουν– συνέπειες. Εάν το συνδυάσουμε με την απροθυμία για παρέμβαση και ρύθμιση των μηχανισμών της αγοράς, δεν φαίνεται να υπάρχουν ευνοϊκοί όροι για μια εντυπωσιακή ανάκαμψη. Από την άλλη, η κυβέρνηση προχωρά σε ορισμένες πρωτοβουλίες, όπως ο κλιματικός νόμος ή η πιθανή καθιέρωση του γάμου για ομόφυλα ζευγάρια, οι οποίες της επιτρέπουν να διατηρεί προσβάσεις σε ένα μετριοπαθές, «κεντρώο» κοινό, που υπήρξε καθοριστικό για την εκλογική νίκη του 2019. Μένει να φανεί πώς θα εξελιθεί αυτή η άσκηση ισορροπίας.

 

Στο «ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα εν κινήσει» έχετε γράψει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πριν αναλάβει τη διακυβέρνηση, είχε αναπτύξει δύο ψυχές. Με το πέρας του 3ου συνεδρίου του, πώς ισορροπούν αυτές οι δύο ψυχές πια;

Οι δύο ψυχές είναι, ας το πούμε σχηματικά, η κυβερνητική–πραγματιστική και η κινηματική. Όσο και αν η κινηματική παραμένει ζωτική για κάθε κόμμα, ιδίως αριστερό, ωστόσο νομίζω ότι στο συνέδριο επιβεβαιώθηκε πως είναι αδύνατη μία επιστροφή στην κατάσταση του 2010–2012, με το θερμό κοινωνικό κλίμα που υπήρχε τότε. Την ίδια στιγμή, η μετατόπιση προς περισσότερο «κεντρο-αριστερές» θέσεις, η σύγκλιση με τις ευρωπαϊκές τάσεις της σοσιαλδημοκρατίας, είναι σαφής όσο και αναγκαία ορθολογική επιλογή εξουσίας. Αυτό που λείπει όμως ακόμη, και εξηγεί την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να κερδίσει από την κυβερνητική φθορά, είναι αφενός να πείσει ότι έχει αναλύσει αυτοκριτικά τους λόγους για τους οποίους διαμορφώθηκε το αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα, που οδήγησε στην ήττα του 2019, και κυρίως ότι διαθέτει πειστικό σχέδιο, αλλά και ανανεωμένο πολιτικό προσωπικό, για μια επόμενη διακυβέρνηση.

 

Με τα νέα δεδομένα που διαμορφώθηκαν στην ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ διαβλέπετε το ενδεχόμενο να έχουμε νέους πόλους αντιπαράθεσης στο εσωτερικό του κόμματος; Το ιταλικό Δημοκρατικό Κόμμα είναι πλούσιο σε τέτοια γεγονότα...

Η εσωκομματική αντιπαράθεση δεν πρέπει να φοβίζει. Αντιθέτως, είναι παράγοντας αναζωογόνησης ενός κόμματος, και ειδικά στα μεγάλα κόμματα –τέτοιο είναι πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ– μπορεί να αποτελεί παράγοντα πολυσυλλεκτικότητας, υπό τον όρο να διατηρείται μια στοιχειώδης συνοχή. Παρότι το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αυτό που στην κοινή γνώμη έγινε περισσότερο αντιληπτό ως «συγκρουσιακό», ταυτόχρονα τροφοδότησε μια συζήτηση και προκάλεσε ενδιαφέρον σε ευρύτερα κοινά. Εξάλλου, τη στιγμή που και με την άμεση εκλογή του αρχηγού από ευρύτερη πλέον βάση, ο ΣΥΡΙΖΑ συγκλίνει με το μοντέλο της «προεδροποίησης» (presidentialisation), το οποίο αποτελεί πλέον κανόνα στις φιλελεύθερες δημοκρατίες, η ύπαρξη ισχυρών πόλων εντός του κόμματος μπορεί να λειτουργεί ως ένας μηχανισμός checks and balances (ελέγχου και ισορροπίας) απέναντι σε μια έντονα προσωποποιημένη ηγεσία. Το ερώτημα είναι αφενός εάν ο κομματικός οργανισμός συνολικά έχει τη δυνατότητα να ανανεωθεί (η πρώτη σε ψήφους δεκάδα της νέας Κεντρικής Επιτροπής, λ.χ., δίνει εν μέρει μια τέτοια υπόσχεση), και αφετέρου εάν οι πόλοι στο εσωτερικό, πλειοψηφίες και μειοψηφίες, θα μιλήσουν περισσότερο πολιτικά παρά οργανωτικά.

 

Το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ με το συνέδριό του κατάφερε να σταθεροποιήσει την ταυτότητά του; Στόχος του φαίνεται να είναι η οικοδόμηση του προφίλ της σοβαρής πολιτικής δύναμης ανάμεσα στη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ και να ηγηθεί της εκπροσώπησης του Κέντρου. Μπορεί να το πετύχει;

Θα ήταν ακριβέστερο ίσως να πούμε ότι κατάφερε να σταθεροποιήσει ένα μέρος της δυναμικής που απέκτησε μετά την εκλογή νέας ηγεσίας στα τέλη της περασμένης χρονιάς. Η αρχική ορμή μοιάζει να κάμπτεται, και αυτό είναι επίσης φυσιολογικό. Μπορεί όμως να κρύβει και κινδύνους: εάν αρχίσει να μοιάζει (πάλι) μια μπανάλ πολιτική δύναμη, που ποντάρει περισσότερο στους «τόπους της μνήμης», παρά στη δυναμική του μέλλοντος, θα έχει περιορισμένη δυνατότητα να συγκινήσει ευρύτερα ακροατήρια –και ειδικά τα πιο νεανικά, στα οποία εδώ και πολλά χρόνια πάσχει βαρέως ο χώρος του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ. Το προφίλ σοβαρής πολιτικής δύναμης μπορεί να εξασφαλίσει μια ισχυρή παρουσία στο κέντρο του πολιτικού φάσματος, και υπό προϋποθέσεις έναν ρυθμιστικό ρόλο στις εκλογές. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, η φυσιογνωμία της «υπεύθυνης Αριστεράς» έχει όρια μέσα στην εξαιρετικά πολωμένη εποχή μας. Εάν επιθυμεί να συντονιστεί με την επιστροφή της σοσιαλδημοκρατίας διεθνώς, χρειάζεται μια νέα γλώσσα για τις ανισότητες, τα δικαιώματα, το περιβάλλον, την εργασία, ώστε να επανασυνδεθεί με δυναμικά ακροατήρια που έχασε μετά τον «σεισμό» του 2012 –η διεργασία του πένθους κάποια στιγμή πρέπει να δίνει τη θέση της στην τολμηρή ανανέωση.

 

Το ΜέΡΑ25, παρά την κριτική που ασκεί στον ΣΥΡΙΖΑ, στο συνέδριό του δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ψήφου ανοχής σε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ή ακόμα και προοδευτικής συγκυβέρνησης. Το ΚΚΕ από την άλλη απέχει σταθερά από αυτές τις συζητήσεις και τις επικρίνει. Πως ερμηνεύεις τη στάση τους;

Το ΚΚΕ είναι σταθερά εκτός θέματος. Δεν επιθυμεί να συμμετάσχει σε καμία συζήτηση για τη διακυβέρνηση της χώρας, που είναι και το μείζον ερώτημα που θα τεθεί στις επόμενες εκλογές. Παραμένει συνεπές στον εαυτό του, αλλά πολιτικά «αντικοινωνικό». Από την άλλη το ΜέΡΑ25, και λόγω της χαλαρής του συγκρότησης, συνιστά έναν σημαντικό χώρο υποδοχής για ψηφοφόρους με ριζοσπαστική ταυτότητα, οι οποίοι όμως (ακόμα) δεν θέλουν να επανακάμψουν ή να προσχωρήσουν στον ΣΥΡΙΖΑ. Παρά τα προβλήματά του, διαθέτει ένα μοντέρνο και ταυτόχρονα ήπιο προφίλ, που θα του επέτρεπε να παίξει ενδεχομένως ρόλο στο πώς θα απαντηθεί το ερώτημα της διακυβέρνησης –συζήτηση από την οποία δεν απέχει. Η συζήτηση αυτή θα γίνει με πραγματικούς όρους, για όλους, μετά το αποτέλεσμα της κάλπης. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι δεν έχουν σημασία οι συγκλίσεις, οι ζυμώσεις, ακόμη και οι αντιπαραθέσεις που θα έχουν γίνει έως τότε.

 

Τζέλα Αλιπράντη, Παύλος Κλαυδιανός Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet