Η εβδομάδα που πέρασε ξεκίνησε θερμά για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Συνεχίστηκε το ίδιο μέχρι τέλους, πιθανότατα εγκαινιάζοντας έναν νέο κύκλο εντάσεων και προβολής ισχύος από την Τουρκία.

Πρώτα, η ευθεία και προσωπικά απαξιωτική επίθεση του Ταγίπ Ερντογάν στον Κυριάκο Μητσοτάκη τη Δευτέρα. «Από σήμερα», δήλωσε ο Τούρκος πρόεδρος μετά το πέρας του υπουργικού συμβουλίου, «για εμένα δεν υπάρχει πια ο Μητσοτάκης. Δεν θα δεχθώ να συναντηθώ ποτέ μαζί του… Είχαμε συμφωνήσει να μην εμπλέξουμε τρίτους στις διαφορές μας, παρ’ όλα αυτά, την περασμένη εβδομάδα μίλησε στο Κογκρέσο και τους προειδοποίησε να μην μας δώσουν F-16» –ανοιχτή πρόκληση προς την ελληνική κυβέρνηση, από την οποία, πάντως, δεν υπήρξε διάψευση του ισχυρισμού ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε δεσμεύσει επ’ αυτού τη χώρα στη συνάντηση της Κωνσταντινούπολης στις 13 Μαρτίου.

«Ο Μητσοτάκης ας σκεφτεί το μέλλον. Ποιος θα συναντηθεί με ποιον, πώς θα στήσει βάσεις… Εναντίον ποιας χώρας έχει κτίσει δέκα βάσεις η Ελλάδα;» πρόσθεσε με νόημα ο Τούρκος πρόεδρος, «δείχνοντας» την πρόσφατη εκχώρηση της χρήσης πολλών ελληνικών στρατιωτικών βάσεων στους Αμερικανούς.

Διόλου άσχετο το γεγονός ότι νωρίτερα, στην τελετή καθέλκυσης του υποβρυχίου Hızırreis στο ναυπηγείο Γκιολτσούκ της Κωνσταντινούπολης, ο Ταγίπ Ερντογάν είχε τονίσει εμφατικά πως μέχρι το 2027 το πολεμικό ναυτικό της Τουρκίας θα διαθέτει έξι υποβρύχια υψηλής τεχνολογίας, «εξοπλισμένα με αποτελεσματικά όπλα ενάντια σε υποβρύχιους, θαλάσσιους και χερσαίους στόχους».

Η Άγκυρα έκανε την περασμένη εβδομάδα ένα βήμα από αυτά που δεν αναιρούνται. Την Πέμπτη, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, επιστρέφοντας από το Ισραήλ, έθεσε με ιδιαίτερη έμφαση, που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη, αυτό που η χώρα του κατέθετε από καιρό και με κάθε ευκαιρία ως ήπια ένσταση: Ζήτημα αμυντικής ουδετεροποίησης των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, άμεσα.

Η Ελλάδα, είπε ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας, «έχει εξοπλίσει τα νησιά της από το 1960, ακυρώνοντας το καθεστώς των νησιών τα οποία της είχαν δώσει υπό όρους οι συμφωνίες της Λωζάνης του 1923 και του Παρισιού του 1947». Χαρακτήρισε κενολογίες το επιχείρημα ότι «η Τουρκία ακολουθεί επεκτατική πολιτική, εποφθαλμιά τα εδάφη μας», και κατέθεσε ψυχρά την παρατήρηση ότι, «τα βήματα που κάνει η Ελλάδα στοχεύουν να αποτελέσουν απειλή για την Τουρκία» –και την υπόμνηση ότι, «αν δεν σταματήσετε την παραβίαση [των συμφωνιών] θα σας κυνηγάμε». Η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών εγκαθίσταται πλέον την κορυφή των απαιτήσεων της Τουρκίας.

Ακολούθησε, αργότερα την ίδια, μέρα η ανακοίνωση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας υπό τον πρόεδρο Ερντογάν. Αναφέρεται και αυτή σε «αυξανόμενες προκλητικές ενέργειες της Ελλάδας στο Αιγαίο», εγκαλεί την Ελλάδα ότι «παραβιάζει το διεθνές δίκαιο και τις συνθήκες των οποίων είναι συμβαλλόμενο μέρος» και κλείνει με την υπογράμμιση ότι «η αποφασιστική μας στάση για την προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων του έθνους μας θα συνεχιστεί».

Προβλέπεται «ένα δύσκολο καλοκαίρι» –αν μάλιστα τα παραπάνω συνδυαστούν με όσα προηγήθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες. Με τις αλλεπάλληλες υπερπτήσεις στο Αιγαίο, πολλές από τις οποίες συνέπιπταν με τα γυμνάσια της εκτεταμένης τουρκικής στρατιωτικής άσκησης «Γαλάζια Πατρίδα» στις 11-21 Απριλίου. Με το ρεκόρ των 41 τουρκικών υπερπτήσεων και 168 παραβιάσεων στις 27 Απριλίου. Με την πτήση τουρκικών F-16 μόλις 2,5 ναυτικά μίλια από την Αλεξανδρούπολη στις 18 Μαΐου, που ήταν η «απάντηση» στην επίσκεψη Μητσοτάκη στις ΗΠΑ.

Απάντηση με διπλό αποδέκτη: Αθήνα-Ουάσινγκτον. Και με σαφή υπόμνηση της πάγιας στρατηγικής της Τουρκίας να έχει αυτή τον πρώτο λόγο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, διαμορφώνοντας την ατζέντα των εκκρεμοτήτων και διατηρώντας τον έλεγχο των όποιων διαπραγματεύσεων. Είναι ζήτημα γοήτρου για την Άγκυρα, ως ανερχόμενη περιφερειακή δύναμη, να αποτρέπει «εν τη γενέσει της» οποιαδήποτε παρέμβαση τρίτων, και δη της Ουάσινγκον, στα ελληνοτουρκικά.

Σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση κινούμενη, η Αθήνα της κυβέρνησης Μητσοτάκη έχει αναθέσει την υπηρέτηση των συμφερόντων της χώρας στις Ηνωμένες Πολιτείες και, δευτερευόντως, στη Γαλλία και τη Γερμανία. Και εισπράττει από μεν τις ΗΠΑ την απάντηση «βρείτε τα» με τους Τούρκους στο Αιγαίο, από δε τη Γαλλία την πώληση στην Τουρκία, μαζί με την Ιταλία, αντιαεροπορικών συστημάτων στο άμεσο μέλλον, από τη Γερμανία, τέλος, την ετοιμότητά της να πωλήσει ανά πάσα στιγμή βαρύ οπλισμό στην Τουρκία.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα πρέπει να εκπλήσσεται διαπιστώνοντας σήμερα τον άχαρο και ταπεινωτικό ρόλο που του επιφύλαξε η προτροπή των συμμάχων να συναντηθεί κατ’ ιδίαν με τον Ταγίπ Ερντογάν δύο εβδομάδες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Μια συνάντηση που αποσκοπούσε στο να αναβαθμιστεί ο Τούρκος πρόεδρος ως διαμεσολαβητής μεταξύ Μόσχας και Κιέβου, απαλλαγμένος από το «στίγμα» του εισβολέα στην Κύπρο και του ταραχοποιού στο Αιγαίο. Επιτεύχθηκε με τη πρόθυμη και αφελή συμμόρφωση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Το κύρος του πρωθυπουργού διεθνώς έχει πέσει στα Τάρταρα, συμπαρασύροντας το διαπραγματευτικό ανάστημα της χώρας. Θα μπορούσε να το αναστηλώσει βάζοντας στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης τη σύναψη συνυποσχετικού για παραπομπή στη Χάγη του θέματος υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ. Όμως ποιας διαπραγμάτευσης, μετά και τις δηλώσεις Ερντογάν; Και πώς, όταν η εθνικιστική εσωκομματική πτέρυγα φρικιά στην ιδέα και της παραμικρής υποχώρησης έναντι της Τουρκίας;

Δυστυχώς, ο πρωθυπουργός δεν φαίνεται να θεωρεί εαυτόν στην υπηρεσία της χώρας, αλλά το αντίθετο. Πόσο πιο πειθήνιος και δεδομένος πρέπει ακόμη να δειχθεί πριν μπορέσει να καταθέσει υποψηφιότητα για τη θέση, ας πούμε, του γ.γ. του ΝΑΤΟ, όταν δεν θα υπάρχει γωνιά γι’ αυτόν στην Ελλάδα;

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet