Να βγαίνεις ξανά πρώτη φορά ύστερα από δύο χρόνια. Να βγαίνεις από τα σύνορα της χώρας σαν να είναι κάτι το εξαιρετικό, αυτό που κάποτε έμοιαζε ως μια απλή διαδικασία. Και να προσπαθείς να ακολουθήσεις την ίδια ρουτίνα όπως πάντα. Το ατελείωτο περπάτημα χωρίς επιστροφή μέχρι αργά το βράδυ, το λίγο και περιστασιακό φαγητό, την εξάντληση ως μια απόδειξη του σώματός σου απέναντι σε σένα πως υπάρχεις, την τυχαία κουβέντα με αγνώστους σε μπαρ, πάρκα και πεζοδρόμια ώστε να μαζέψεις πληροφορίες, ώστε να νιώσεις πιο καθαρά την πόλη.

 

Μα φαίνεται πως όλα έχουν αλλάξει. Το σώμα σου δεν μπορεί να βγάλει πέρα τις προθέσεις σου. Τα πόδια σου σκίζονται, η μέση σε βαραίνει. Είναι που μεγάλωσες ή είναι που πέρασες δυο χρόνια οριζόντια από κλεισούρα σε κλεισούρα; Κάτι δεν λειτουργεί μα επιμένει. Εκτελείς τις ίδιες ρουτίνες μα με μεγαλύτερο κόπο και κόστος. Ακόμα και αν θυμάται το σώμα εύκολα ξεμαθαίνει. Αυτός ο ελάχιστος χώρος του σώματος γίνεται τώρα χρόνος. Χρόνος του εγκλεισμού, χρόνος χαμένος. Βάρος που μετριέται σε μέρες και ώρες. Σεβαστό κλάσμα της ζωής μας που σαν να χάθηκε στα ρείθρα. Και το σώμα έχει επιμονή. Θυμάται και θέλει να επαναλάβει. Και να πετάξει από πάνω του σαν νεκρό δέρμα τον χαμένο χρόνο. Και έτσι συνεχίζεις. Όχι πια θέλοντας να δεις την πόλη, όχι πια θέλοντας να μάθεις, αλλά θέλοντας να επιβεβαιώσεις τη συνέχεια, τη σταθερότητα του χρόνου, την ομοιότητα της ζωής με τη ζωή που ξέραμε. Και έτσι συνεχίζεις. Περπατάς τα ίδια ωράρια, ζεις με τον ίδιο τρόπο ακόμη και αν το κόστος είναι πια μεγαλύτερο.

Μα δεν είναι μόνο αυτό. Νιώθεις πια τους χώρους να γίνονται πιο ασφυκτικοί, σαν να στένεψε η ζωή και εσύ να χωράς πιο άβολα. Νιώθεις την απομνημόνευση της απόστασης από τους άλλους να τραβά το σώμα σου μακριά τους. Πιο δύσκολα τους μιλάς, πιο δύσκολα σε ακούνε. Ακόμα και αν εδώ κανείς δεν φοράει μάσκες, ακόμα και αν η πανδημία δεν βρίσκεται εδώ και καιρό στην ημερήσια διάταξη. Η μουσική στα μαγαζιά μοιάζει εκκωφαντική, το ξενύχτι μια πολυτέλεια και οι άγνωστοι όλο και πιο άγνωστοι. Μα ακόμη και εδώ κάτι επιμένει. Ενώ οι μέρες περνούν μαθαίνεις εκ νέου αυτά που πάντοτε ήξερες. Ότι μια απάντηση έχει την απόσταση μιας ερώτησης από εσένα, ότι το πλήθος είτε μεγαλώνει είτε μικραίνει αποτελεί έναν σταθερό αριθμό και πως η νύχτα είναι πάντοτε η νύχτα. Δεν αλλάζει, δεν ζητά εκ νέου διαπιστευτήρια. Παραμένει σταθερή και όμοια.

Και τελικά το νοιώθεις. Η ζωή θα συνεχιστεί όπως και πριν. Αρκεί να επιμείνεις. Αρκεί να δεχτείς πως βγήκαμε (αν βγήκαμε) απ’ όλο αυτό τραυματισμένοι και ακόμη κουβαλούμε τις πληγές μας. Τα ψυχοσωματικά, τις δυσκολίες και τις επιβαρύνσεις μας. Και όσο πιο πολύ επιμένεις τόσο πιο καθαρά βλέπεις. Πως αυτό το πράγμα μπορεί να τιναχτεί από το σώμα σου και η ζωή να συνεχίσει με τους όρους που εσύ θέλεις. Γιατί όπως πάντα ισχύει αυτό που σημείωνε κάπου ο Bob Dylan. Πως δεν είμαστε εδώ για να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας αλλά για να τον δημιουργήσουμε. Και η δημιουργία αυτή είναι κάτι το οποίο γίνεται την κάθε στιγμή. Αρκεί να είναι οι ώρες μας συνειδητές και ειλικρινείς. Και οι μεγάλες πεζοπορίες τω ωρών να συνεχίζουν με όποιο κόστος.

 

Θωμάς Τσαλαπάτης tsalapatis.blogspot.com Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet