Φωτογραφία: Lisbet Salas

 

 

 

Η εμφάνιση της Φερνάντα Μελτσόρ στα μεξικάνικα γράμματα προκάλεσε αίσθηση ήδη από το πρώτο της βιβλίο «Aqui no es Miami» το 2013, ένα είδος crónicas που λειτουργεί δημοσιογραφικά ενώ αφηγείται την πραγματική ιστορία με εργαλεία μυθοπλασίας. Η τρίτη απόπειρά της έσκασε σαν κεραυνός: «Η εποχή των τυφώνων» (εκδ. Δώμα, μτφ. Αγγελική Βασιλάκου), τέσσερα χρόνια μετά, φέρνει την συγγραφέα σε παγκόσμια τροχιά, μεταφρασμένη σε 37 γλώσσες, υποψήφια για Booker, με βραβεία στην Γερμανία, ενώ γυρίζεται σίριαλ για το Netflix.

Όταν, τον περασμένο Δεκέμβρη, γράφαμε για το βιβλίο σημειώναμε πως «αφηγείται με τη δύναμη του τυφώνα τον βίο των κολασμένων της Γης – του απόπατου. Εκεί όπου οι άνθρωποι παλεύουν να υπάρξουν ακόμη μια ημέρα. Έναν μικρόκοσμο όπου η καθημερινή άγρια παραβατικότητα είναι τρόπος ζωής – μια στιγμή χαλάρωσης και σε κατασπαράζουν.»

Αυτή την ανερχόμενη δύναμη της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε και να μιλήσουμε μαζί της για τον Τυφώνα, τα συναισθήματά της και τους λόγους που την οδήγησαν στον τρόπο που εκφράζεται.

Το τελευταίο μυθιστόρημα της Φερνάντα Μελτσόρ, με τίτλο «Páradais» (2021), υποψήφιο πάλι για Διεθνές Booker, αναμένεται να κυκλοφορήσει στα ελληνικά το φθινόπωρο από τις εκδόσεις Δώμα.

 

 

 

Μου έκανε εντύπωση μια δήλωσή σας στην «El País» ότι στην εφηβεία σας διαβάσατε το βιβλίο της Ελένα Πονιατόφσκα, «Η νύχτα του Τλατελόλκο» και χάσατε τον ύπνο σας…

«Η νύχτα του Τλατελόλκο» είναι ένα από τα πρώτα βιβλία που με έφερε αντιμέτωπη με την πραγματικότητα του Μεξικού. Με πράγματα που είχαν συμβεί πριν ακόμα γεννηθώ και μιλούσαν για μια χώρα όπου η βία είναι καθημερινή πρακτική κι ο καθένας μπορεί να καταλήξει θύμα της. Και με σημάδεψε όχι γιατί αγνοούσα την πραγματικότητα, αλλά γιατί με έκανε να σκεφτώ ότι ίσως ζούσα σε μια χώρα πιο φριχτή απ’ όσο νόμιζα.

 

Αργότερα, όταν σπουδάσατε δημοσιογραφία διαπιστώσατε τα στενά όρια της γλώσσας, της ίδιας που χρησιμοποιούσε η αστυνομία, το κράτος και το οργανωμένο έγκλημα.

Πιστεύω ότι ένα από τα πλεονεκτήματα της λογοτεχνίας είναι ότι επέτρεψε στους Μεξικάνους να ξεφύγουν από την επίσημη εκδοχή. Μην ξεχνάμε ότι στο Μεξικό, στη διάρκεια όλου του εικοστού αιώνα ζούμε υπό την εξουσία ενός πολιτικού κόμματος, του PRI, κι είναι αυτό που ο Βάργκας Λιόσα αποκάλεσε «Η τέλεια δικτατορία». Αυτό το πολιτικό κόμμα υπαγόρευε ποιες ειδήσεις θα μεταδοθούν και ποιες όχι. Και η μεξικάνικη κοινωνία παρέμεινε πολύ καιρό δέσμια της συμμαχίας της πολιτικής εξουσίας και του Τύπου.

 

Το βιβλίο σας «Η εποχή των τυφώνων» είναι αφιερωμένο στους δημοσιογράφους Γιολάντα Ορντάς και Γκαμπριέλ Ούγε –δολοφονημένους στη Βερακρούς στη διάρκεια της κυβέρνησης ανομίας του Χαβιέρ Ντουάρτε ντε Οτσόα–, των οποίων το ρεπορτάζ και οι φωτογραφίες ενέπνευσαν την Εποχή των Τυφώνων. Δεν φοβηθήκατε να γράψετε αυτή την ιστορία;

Υπάρχει ένα τραγούδι του Αλεχάνδρο Σανθ, με τίτλο «Amiga». Μου αρέσει και στα βιβλία μου να έχω στίχους ποπ μουσικής, και σε ένα σημείο λέει γιατί έγραψε αυτό το τραγούδι για την φίλη του. Και εξηγεί: «Δεν είναι δουλειά μου, είναι η γλώσσα μου».

Καμιά φορά και η πραγματικότητα υπαγορεύει τη λογοτεχνία. Στη διάρκεια της κυβέρνησης του Οτσόα που αναφέρατε, μετρήσαμε είκοσι μία εκκαθαρίσεις δημοσιογράφων σε εφτά χρόνια. Δεν ξέρω γιατί έγραψα αυτή την ιστορία, είναι σαν να μην υπάρχει για μένα άλλη επιλογή. Ηθικά, το λέω. Εγώ γράφω για το Μεξικό που γνωρίζω. Στα βιβλία μου υπάρχουν ιστορίες, συναισθήματα, προβληματισμοί και άγχη, οι φόβοι μου και, ταυτόχρονα, καταγράφω τι ακριβώς συμβαίνει στο Μεξικό. Γιατί; Ε, λοιπόν, δεν ξέρω. Νομίζω, ότι πρέπει να το κάνω, όχι γιατί είναι υποχρέωση ενός συγγραφέα, αλλά γιατί εμένα προσωπικά με απασχολεί υπερβολικά αυτή η βία, με σημαδεύει και με αφορά.

 

Υπάρχει μεγάλη απόγνωση κι ακόμη μεγαλύτερη οργή σ’ αυτό το βιβλίο, πώς τις τιθασεύει κανείς και τις βάζει σε μια σελίδα;

Αυτή η ερώτηση δεν μπορεί να έχει μια ικανοποιητική απάντηση… Έχω μια ιστορία, συνδέομαι με τα πρόσωπα και αφήνω τα λόγια τους να ξεχυθούν σαν ένα ποτάμι. Κι αυτό το ποτάμι ξεβράζει διάφορα… γιατί δεν πρόκειται μόνο για βία, σεξ και ναρκωτικά, οι ήρωες είναι την ίδια στιγμή τελειωμένοι και θλιμμένοι, και τρυφεροί σαν ανυπεράσπιστα παιδιά, ακόμα κι ένας τόσο τρομερός χαρακτήρας όπως ο Μπράντο, ακόμα κι αυτός με την τόσο βίαιη και διεφθαρμένη φαντασία, μπορεί να έχει σύντομες αναλαμπές όπου θα φανεί αθεράπευτα ερωτευμένος με τσακισμένα φτερά. Και για μένα αυτό έχει σημασία. Το κοντράστ. Όχι μόνο να δείξεις το μίσος, την οργή και τη βία, αλλά και την άλλη πλευρά, την πιο αθέατη: την έλλειψη αγάπης. Γιατί πιστεύω ότι «Η Εποχή των Τυφώνων» είναι μια ιστορία αγάπης, ένα βιβλίο για το φάντασμα της αγάπης και για το τι είμαστε ικανοί να κάνουμε όταν τη στερούμαστε.

 

Υπάρχει λοιπόν μια πραγματική είδηση, το πτώμα μιας γυναίκας σ’ ένα κανάλι. Ο κατηγορούμενος και πρώην εραστής της συλλαμβάνεται και υποστηρίζει ότι είχαν χωρίσει, αυτός παντρεύτηκε κι εκείνη τού έκανε μάγια να γυρίσει. Το μαθαίνετε και η πρώτη σας αντίδραση είναι να κάνετε ένα nofiction, σαν το «Εν Ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε. Μα αντ’ αυτού, γράφετε μια ιστορία που μας εξηγεί τι στο καλό συμβαίνει στο Μεξικό.

Σωστά, γιατί ήταν επικίνδυνο να πάω στη Σιουδάδ Γκαρντέλ της Βερακρούς γιατί ήταν πεδίο μάχης των κάπος των νάρκος. Έτσι αποφάσισα να γράψω ένα μυθιστόρημα. Είχα ήδη τους χαρακτήρες, τη μάγισσα ακόμη και το σκηνικό που γνώριζα καλά.

Ξεκίνησα λοιπόν να γράφω το βιβλίο για να μάθω τους πραγματικούς λόγους που διαπράττει κάποιος ένα έγκλημα. Κι όταν λέω, τους πραγματικούς λόγους, δεν αναφέρομαι στις δικαιολογίες που «ομολογεί» στην αστυνομία ή τα ψέματα που λέει στον εαυτό του, ήθελα να πάω βαθύτερα. Να μπω μέσα στα πρόσωπα.

Χρειαζόμουν λοιπόν, αντί του παντεπόπτη τριτοπρόσωπου αφηγητή, όπως στα κλασικά μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι ή του Ντίκενς, μια πιο ρευστή φωνή… μια φωνή μέσα στους χαρακτήρες που θα αφηγείται την ιστορία με τις λέξεις που χρησιμοποιούν καθημερινά. Έτσι ώστε, ο αναγνώστης να νιώσει τη ματαίωση, το μίσος, την οργή, την τρυφερότητα, τη δυσφορία, τη ζάλη του μεθυσιού και τις συνέπειες των ναρκωτικών, να ταυτιστεί με τους ήρωες.

Γι’ αυτό χρειαζόμουν τη δική τους φωνή. Αυτό όμως απαιτεί να συμβιώσεις με τους ήρωες και, συναισθηματικά, είναι δύσκολο. Γιατί χτίζεις τα πρόσωπα, προφανώς με τα στοιχεία της πραγματικότητας που σε περιβάλλει, μα τους δανείζεις τα δικά σου συναισθήματα. Φτιάχνεις έτσι ένα είδος σκιάς, με την οποία θα κοντραριστείς και θα συνδιαλλαγείς όσο γράφεται το βιβλίο, που κράτησε τρία χρόνια, κι αυτό ήταν εξοντωτικό.

 

Στην Εποχή των τυφώνων μιλάτε για τον φαύλο κύκλο της βίας, να είσαι νέος στο Μεξικό και να καταλαβαίνεις ότι αυτό είναι το χειρότερο έγκλημα. Γιατί;

Γιατί είσαι παγιδευμένος σε αυτόν τον αέναο κύκλο βίας, όπου η μιζέρια προκαλεί νέα μιζέρια κι ο πόνος γεννάει κι άλλο πόνο. Κι οι ήρωες –θύτες και θύματα, ταυτόχρονα– υποφέρουν και κάνουν και τους άλλους να υποφέρουν. Αυτό ήθελα να δείξω… Ακόμα κι ο Μπράντο που μεγαλώνει χωρίς πατέρα με μια χειριστική και θρησκόληπτη μητέρα που του μαθαίνει ότι τα αισθήματά του είναι του σατανά… είναι ερωτευμένος με τον καλύτερό του φίλο και νιώθει ντροπή κι ενοχή. Ζει σε μια κλειστή κοινωνία, δεν μπορεί να είναι ο εαυτός του. Καταφεύγει στη βία, γιατί έχει μίσος και οργή και τα προβάλλει στους άλλους.

 

Χτίζεις τα πρόσωπα, προφανώς με τα στοιχεία της πραγματικότητας που σε περιβάλλει, μα τους δανείζεις τα δικά σου συναισθήματα, είπατε. Κάτω από ποιες συνθήκες μεγαλώσατε;

Προέρχομαι από μια οικογένεια της μεσαίας τάξης. Οι γονείς μου είναι εξαιρετικά άτομα και τους αγαπώ πολύ. Αλλά η αλήθεια είναι πως σαν ζευγάρι ήταν τελείως δυσλειτουργικό. Ποτέ δεν τα πήγαν καλά μεταξύ τους, είχαν φοβερές συγκρούσεις και πολύ παθιασμένες, και η βία στο σπίτι –όχι σε επίπεδο σωματικό αλλά ψυχολογικό και φραστικό– ήταν διαρκής. Μεγάλωσα σ’ ένα πολύ ασταθές περιβάλλον, ίσως γι’ αυτό με ενδιαφέρει τόσο η βία. Όταν μεγαλώνεις σε τέτοια οικογένεια, ποτέ δεν ξέρεις πότε η κατάσταση θα πάρει τη φρικτότερη μορφή. Μεγαλώνεις με ένα «τρίτο μάτι» που βλέπει τη βία εκεί που οι άλλοι δεν βλέπουν τίποτα. Γίνεσαι υπέρ-παρατηρητικός με την πραγματικότητα. Νομίζω ότι αυτό μου συνέβη.

Η Βερακρούς, όταν μεγάλωνα, ήταν ένας ειδυλλιακός τόπος σε σχέση με αυτό που έγινε μετά με τα καρτέλ των ναρκωτικών. Ήταν ένας τόπος όπου μπορούσες ν’ αφήσεις ξεκλείδωτο τ’ αυτοκίνητό σου όπως και την πόρτα του σπιτιού σου, τα παιδιά παίζαμε στον δρόμο. Αλλά γύρω στα έντεκα, άρχισα να νιώθω σεξουαλική παρενόχληση στο δρόμο, στο σινεμά, μια μάτσο συμπεριφορά που θεωρείτο τελείως φυσιολογική. Γιατί, έτσι είναι οι άντρες, αυτή ήταν η απάντηση που έπαιρνα σε κάθε ερώτηση. Και προφανώς αφού ήμουν γυναίκα, δεν είχα τις ίδιες ευκαιρίες με τον αδελφό μου, και εγώ αντιδρούσα σ’ όλο αυτό: να φτιάξεις μια οικογένεια για να ικανοποιείς τους άντρες. Σαν άρθρο του Κοσμοπόλιταν το ’90: Οι εφτά τρόποι να προσποιηθείς οργασμό. Έτσι είχαν τα πράγματα όταν μεγάλωνα και μου πήρε χρόνο και κόπο να αποδομήσω όλη αυτή την πατριαρχία μες στην οποία γεννήθηκα και μεγάλωσα κι ακόμα κι εγώ η ίδια δικαιολογούσα.

Γι’ αυτό και στα βιβλία μου η πατριαρχία κι ο μισογυνισμός καταγράφεται όσο πιο ωμά γίνεται, σε μια απόπειρα να ξορκίσω αυτή τη βία μέσα στην οποία γεννήθηκα και την εσωτερίκευσα και τώρα προσπαθώ να αποτινάξω.

 

Και ο πόλεμος των καρτέλ πότε άρχισε;

Η αλήθεια είναι πως η Βερακρούς είναι ένα πολύ σημαντικό λιμάνι του Μεξικού και ποτέ δεν υπήρξε αυτό που λέμε παράδεισος. Πάντα γινόταν διακίνηση λευκής σάρκας, όπλων, ντρόγκας, πάντα υπήρχε μαφία. Αλλά το 2006-2007, άλλαξε η κυβέρνηση. Κι όταν φεύγει «Η «τέλεια δικτατορία» του PRI και γίνεται μια μετάβαση εξουσίας, οι ισορροπίες ανατρέπονται. Εμφανίζονται δύο μεγάλα καρτέλ ναρκωτικών κι εν μέσω απόλυτης κρατικής διαφθοράς, οι πολίτες βρίσκονται μεταξύ αντίπαλων πυρών. Είχαμε πυροβολισμούς με μπαζούκας στους δρόμους, στρατιώτες με χειροβομβίδες, κοινούς τάφους και άθαφτους νεκρούς πεταμένους σε κοινή θέα, καταστάσεις που ποτέ ως τότε δεν είχαμε ξαναζήσει στη Βερακρούς. Και η πόλη μέχρι σήμερα δεν έχει ξαναβρεί τους ρυθμούς της, τώρα ο κόσμος την επισκέπτεται αλλά με φόβο. Γιατί από ένα εξωτικό λιμάνι είχε μετατραπεί σε εμπόλεμη ζώνη. Και παρότι η κατάσταση βελτιώθηκε κάπως, ποτέ δεν επανήλθε σ’ αυτό που ήταν κάποτε.

 

Ήσασταν γύρω στα είκοσι τότε. Σε μια κλειστή και βίαια κοινωνία και μια πόλη που γίνεται εμπόλεμη ζώνη. Και ξεκινάτε να γράφετε…

Για μένα δεν υπήρχε άλλη διέξοδος. Αν δεν έγραφα, δεν θα υπήρχα. Γιατί για μένα η μυθοπλασία είναι ένας ακόμη τρόπος να προσεγγίζεις και να μεταφέρεις την αλήθεια. Να εξηγείς την πραγματικότητα. Γιατί όπως έλεγε ο Ρικάρντο Πίλια: η μυθοπλασία δεν είναι ποτέ μια αλήθεια ή ένα ψέμα. Είναι απλώς μια άλλη πραγματικότητα, από μόνη της.

Και γι’ αυτό γράφω όπως ζω κι όπως μιλούν και ζουν οι άνθρωποι γύρω μας. Για να εμπλέξω τον αναγνώστη, να τον αναστατώσω. Θέλω η ιστορία μου ν’ αφήσει το σημάδι της, σαν μια πληγή, να προκαλέσει συναισθήματα. Προτιμώ να μισήσει ή να λατρέψει τα βιβλία μου ο αναγνώστης, παρά να τον αφήσουν αδιάφορο. Γιατί κι εγώ αυτή τη λογοτεχνία διαβάζω.

 

Ποια είναι αυτή η λογοτεχνία και πώς σας επηρέασε;

 

Για παράδειγμα, μου αρέσει πολύ η Άγκοτα Κριστόφ ή η αμερικανίδα A. M. Χόουμς, μου αρέσει ο Κόρμακ ΜακΚάρθυ, ο Χοσέ Δονόσο κι ο Γκαρσία Μάρκες. Μεγάλωσα διαβάζοντας Μάρκες και Ρούλφο στο Μεξικό.

Δε νομίζω όμως ότι με επηρέασαν τόσο αυτοί οι συγγραφείς. Με επηρέασε μάλλον το ίδιο το διάβασμα, και πιο πολύ η λογοτεχνία τρόμου. Υπήρξα φανατική αναγνώστρια του Στίβεν Κινγκ, του Πατρίκ Ζίσκιντ, λάτρεψα το «Άρωμα», ή «Τη σιωπή των αμνών» του Τόμας Χάρις και του Ένγκαρ Άλαν Πόου. Αυτά ήταν τα πρώτα βιβλία που αγόρασα. Κι από τότε, στην εφηβεία μου άσχετα πόσο σκατά ήταν η ζωή μου αυτά τα βίαια αναγνώσματα μετρίαζαν μέσα μου την ένταση του να ζεις σε μια τόσο βίαιη κοινωνία, οικογένεια, χρονική στιγμή. Με βοηθούσαν να καταλάβω. Όπως τα παραμύθια στα παιδιά. Έτσι και μένα σαν παιδί κι έφηβη, οι ιστορίες τρόμου και το true crime με βοήθησαν να καταλάβω ότι κάλλιστα θα μπορούσα να βρεθώ από τη μία ή την άλλη πλευρά και να γίνω ο θύτης ή το θύμα, και ότι ήμουν τυχερή που δεν είχα τόσο κακούς γονείς, ή που βρήκα ένα χέρι βοηθείας τη σωστή στιγμή ή ένα βιβλίο. Κι ενώ, υποτίθεται ότι ο εθισμός σε βίαιες εικόνες και αναγνώσεις νεκρώνει τις αισθήσεις, εμένα που μεγάλωνα μέσα στη βία, μου δημιουργούσαν αντίθετα συναισθήματα συμπόνιας και τρυφερότητας. Θά ’λεγα λοιπόν πως αυτά τα βιβλία υπήρξαν ουσιαστικά η αισθηματική αγωγή μου.

Η αλήθεια βέβαια είναι πως τα περισσότερα ήταν γραμμένα από τη μεριά του δολοφόνου κι εγώ αυτό που ήθελα –και θέλω να ξέρω– είναι όχι γιατί υπάρχει βία, αλλά γιατί κάποιος σκοτώνει κι ένας άλλος όχι, γιατί κάποιος βιάζει κι ένας άλλος όχι. Ποιο είναι το όριο μέσα μας; Κι αν μη τι άλλο, το διάβασμα στην περιορισμένη ζωή μου στη Βερακρούς, με έκανε να συνδεθώ με άλλες πραγματικότητες.

 

Τα δικά σας βιβλία γιατί έχουν τόσο φανατικό νεανικό κοινό;

Νομίζω επειδή κανείς στο Μεξικό δεν έχει γράψει ποτέ πριν γι’ αυτά. Κανείς δεν είχε κατονομάσει ποτέ πριν το καρτέλ των Zeta, όπως έκανα στο προηγούμενο από αυτό βιβλίο, το «Aqui no es Miami», και κανείς δεν έχει γράψει γι’ αυτούς, τους νέους και σίγουρα όχι με δικά τους λόγια. Ίσως γι’ αυτό, διαβάζοντας τα βιβλία μου, να συνδέονται με πράγματα πολύ βαθιά δικά τους. Τα νιώθουν πολύ προσωπικά. Γι’ αυτό κι όταν με πλησιάζουν, μου λένε: σ’ ευχαριστώ που τα γράφεις αυτά.

Είναι εκπληκτικό. Εμένα πάντα με ξαφνιάζει αυτό το είδος της σύνδεσης. Γιατί ουσιαστικά τι γίνεται όταν γράφεις ένα βιβλίο; Κάνεις μια μικρή έρευνα, φτάνεις σε μια αλήθεια και μετά, προσπαθείς να την μοιραστείς. Γιατί γράφω σημαίνει μοιράζομαι.

 

«Η Εποχή των τυφώνων» τελειώνει με ένα φωτάκι που παραμένει στην ψυχή και η μαυρίλα δεν το σβήνει…

Ενώ οι ήρωες της Εποχής των τυφώνων ήταν εγκλωβισμένοι στην κόλαση, απεγνωσμένοι κι ανυπεράσπιστοι, ο πόλεμος των νάρκος μαινόταν στην περιοχή, η ατιμωρησία και η διαφθορά κυριαρχούσε κι εγώ ήμουν σε μια σχέση που διαλυόταν, φυλλορροούσε.

Πολύ σκοτάδι σε μια σκληρή και αδιέξοδη εποχή. Πού και πού υπήρχαν βέβαια και κάποια ψήγματα τρυφερότητας και χιούμορ, μα η κυρίαρχη αίσθηση ήταν ο ζόφος. Και ξαφνικά μαθαίνω πως ένας νεκροθάφτης στη Βερακρούς μιλούσε στα πτώματα, για να τιμήσει τους νεκρούς, να τους αποχαιρετίσει, να τους παρηγορήσει. Και σκέφτηκα ότι, μέσα σε όλη αυτή τη σκληρότητα, μέσα σε αυτή την τρέλα που ζούσαμε ένα μοναδικό πρόσωπο δείχνει ανθρωπιά. Όπως σκέφτηκα και ότι η μάγισσά μου χρειαζόταν έναν πιο αξιοπρεπή και τρυφερό αποχαιρετισμό. Un Adiós.

 

Ευχαριστούμε την μεταφράστρια Αγγελική Βασιλάκου για την καθοριστική βοήθειά της.

Αντώνης Ν. Φράγκος Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet