Ο Ήφαιστος Περιστερίου γεννήθηκε στο τέλος του εμφυλίου, στα όρια της πόλης, δίπλα στο Κάρβουνο, το παλιό λιγνιτωρυχείο. Το οικόπεδο για το γήπεδο το χάρισε η εταιρεία ηλεκτρισμού Πάουερ. Στην αρχή τον λέγανε Νιούκαστλ, που ήταν η ομάδα των ανθρακωρύχων στην Αγγλία. Έδρα της είχε μια μικρή γειτονιά στο Περιστέρι, τα Αρμένικα. Σε μια παλιά, μάλιστα, κιτρινισμένη φωτογραφία στο «Στιλβωτήριον ο Πούλος», οι μισοί πρώτοι ποδοσφαιριστές της ομάδας, όπως τουλάχιστον φανέρωνε η θρυλική κατάληξη -αν, ήταν Αρμένηδες. Δίπλα της ο καραφλός κινηματογραφικός γόης της εποχής Γιουλ Μπρινερ και γραμμένο με μολύβι στον τοίχο «Αν δεν γυαλίζουν έτσι δεν θέλω λεφτά».

 

Αυτή η Νιούκαστλ των λιγνιτωρυχείων που ξεκίνησε με αγγλική βοήθεια, γρήγορα έγινε Ήφαιστος, με νονούς μια παρέα σιδεράδων και σήμα έναν κατακόκκινο δαυλό. Γύρω από αυτό το πρώτο γήπεδο στη μέση του πουθενά, με μοναδική συντροφιά τα τσαντίρια των γύφτων, απλώθηκε σιγά σιγά και μια νέα γειτονιά, με τα περισσότερα σπίτια της κτισμένα λαθραία μέσα στη νύχτα.

Το 1956 το Κάρβουνο έκλεισε. Οι στοές προχωρούσαν βόρεια κάτω από τα σπίτια της Ανθούπολης. Καθιζήσεις, ρωγμές , εκρήξεις από τα φουρνέλα, ξεσηκώθηκαν οι κάτοικοι. Ένα βράδυ, τον Μάιο του 1956, άρχισαν να κτυπάνε οι καμπάνες. Μαζεύτηκε ο κόσμος, φέρανε μπιτόνια με πετρέλαιο και δυναμίτες, έφθασε η πορεία στις εγκαταστάσεις. Δεν έμεινε τίποτε όρθιο, τα κάψανε όλα. Κάλεσε ενισχύσεις η χωροφυλακή, ήρθε και το Σύνταγμα Μακρυγιάννη, μάχη κανονική. Το Κάρβουνο δεν άνοιξε ποτέ και έτσι έμεινε σκούρο τοπίο, τσαΐρι για κρυφούς έρωτες και διστακτικά αγκαλιάσματα. Ψάχνανε ανήσυχες οι μανάδες τα ρούχα των κοριτσιών τους τα βράδια, για τα αποτυπωμένα σημάδια του τοπίου πάνω τους. «Μωρή πάλι στο κάρβουνο πήγες χθες;». Όλα σκούρα, το χώμα, ο νυκτερινός ουρανός και τα φιλιά σκοτάδι. Πιο πάνω το νεκροταφείο πρόσφερε λίγο λευκό στο τοπίο και έκλεινε τον κύκλο. Ζωή, έρωτας, θάνατος.

Η ομάδα όμως γρήγορα πρόκοψε, μπήκε σε κατηγορία, στο αθηναϊκό τοπικό πρωτάθλημα. Καρδιά της ήταν ένα καφενείο, αυτό του Μαμάη, και μυαλό της ένα μπακάλικο δίπλα στο γήπεδο, αυτό του προπονητή της του Αποστόλη του Κουρνιαχτού. Του κυρίου Απόστολου, όπως τον αποκαλούσαν με σεβασμό οι νεαροί ποδοσφαιριστές.

Πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσε η γειτονιά, μπήκε στο σχέδιο πόλης, σκάψανε τους δρόμους τα συνεργεία της Ούλεν, περάσανε σωλήνες. Έπαψε να περνάει από τους σκονισμένους δρόμους το κάρο του νερουλά....

Τον καιρό της χούντας όμως η γραφικότητα της ανάγκης άρχισε σιγά σιγά να κατεδαφίζεται. Πάει το κεραμίδι, πάνε και οι αυλές. Οι γειτονιές άλλαζαν για να γίνουν όλες ίδιες. Οι ασπρόμαυρες τηλεοράσεις μεταμόρφωναν τις νύχτες και γέμιζαν τις άλλοτε πολύβουες τραπεζαρίες με σιωπή. Ο Άγνωστος Πόλεμος και ο Παράξενος Ταξιδιώτης. Είχαν βρει τον τρόπο και οι «συνταγματάρχες» αυτούς που ξήλωναν πεζοδρόμια στα Ιουλιανά να τους κάνουν εργολάβους.

Σκόνη και ιδρώτας παντού. Το ποδοσφαιρικό τοπίο της εποχής ήταν ξερό νταμάρι, συρματόπλεγμα και τσιμεντόλιθοι με αυτοσχέδιες κερκίδες τους τσιμεντένιους σκελετούς από τα γειτονικά πανωσηκώματα που γέμιζαν κόσμο τις Κυριακές. Εκείνη όμως την Κυριακή, η ιεροτελεστία του πρωινού αγώνα με το σάμαλι και τα φτηνά αναψυκτικά είχε μεταφερθεί το απόγευμα. Ντέρμπι: ο Ήφαιστος υποδεχόταν τον Παμπαιανικό. Γέμισαν οι στενοί δρόμοι της γειτονιάς με αγροτικά αυτοκίνητα από τα Μεσόγεια. Πρόσωπα στεγνά ηλιοκαμένα στην καρότσα, πού ψάχνανε με δωρικές συνομιλίες τον δρόμο για το γήπεδο.

 

Έξω από τη μεγάλη σιδερένια πόρτα του γηπέδου είχαν αρχίσει να σχηματίζονται οι πρώτες ουρές. Πιτσιρικάδες παρακαλούσαν τους μεγάλους για ολιγόλεπτες υιοθεσίες που εξασφάλιζαν την είσοδο στο γήπεδο. Καμιά φορά και το αντίθετο. Αφού ο Μάκης ένα χοντρό αγόρι, ο γιος του κυρίου Στράτου που σήκωνε πολυκατοικίες, πάντα αγόραζε εισιτήριο και όλο και κάποιος γείτονας και γνωστός το αγκάλιαζε και στοργικά περνούσε την πόρτα μαζί του. Στην άλλη πλευρά του γηπέδου, μπροστά στην μικρή πόρτα των αποδυτηρίων, ο Κυριάκος, αφού για μια ακόμα Κυριακή δεν ήταν στην ενδεκάδα και αναπληρωματικοί τότε δεν υπήρχαν, ξεφόρτωνε το τελευταίο καφάσι πορτοκαλάδες της οικογενειακής επιχείρησης αναψυκτικών Τέρψις. Τέσσερις γκρι κούρσες με την ένδειξη «Αγροτικόν- Έδρα Παιανία» σταμάτησαν θριαμβευτικά η μια πίσω από την άλλη. Κατέβηκαν φρεσκοξυρισμένοι και φρεσκοσιδερωμένοι, ντυμένοι με τα ποδοσφαιρικά τους ρούχα, άσπρα με μια μεγάλη πράσινη λωρίδα, οι ποδοσφαιριστές του Παμπαιανικού. «Μάρκο τα δελτία», «Γιάγκο την τσάντα και την μπάλα».

Μέσα στο γήπεδο ο κόσμος υποδέχθηκε την υδροφόρα του Δήμου με χειροκροτήματα. Μαλάκωσε το σκληρό σαν ξερό ψωμί χώμα. Μερικοί βράχηκαν. Έβγαλε την τσατσάρα από την κωλότσεπη και έστρωσε τα μαλλιά του ο Μανωλάκης ο επιπλοποιός. Το pro-game, όπως θα λέγαμε σήμερα, ολοκληρώθηκε από τον ξυπόλητο φροντιστή με τα γυρισμένα παντελόνια και το ποτιστήρι με τον ασβέστη στο χέρι. Γιατί η διαφορά μεταξύ αλάνας και κανονικού γηπέδου τότε ήταν οι γραμμές του ασβέστη και τα ξύλινα δοκάρια.

Ολόκληρη την ιστορία του Ηφαίστου Περιστερίου (που συνεχίζει να αγωνίζεται στην Α’ κατηγορία της ΕΠΣΑ) μπορείτε να την διαβάσετε στο βιβλίο «Ο Φονέας και ο φονιάς» του Δημήτρη Κωστόπουλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος (Οκτώβριος 2015).

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet