Τις τελευταίες βδομάδες η ελληνική κυριαρχία είναι το νούμερο ένα θέμα συζήτησης στη δημόσια ατζέντα. Η αναφορά όμως δεν γίνεται για την πορεία της χώρας αλλά για την «απειλή» που δέχεται η χώρα από τις «τουρκικές προκλήσεις» και για τις οποίες η χώρα είναι έτοιμη να απαντήσει. «Θερμό καλοκαίρι» προβλέπεται τους επόμενους μήνες από τους διεθνολόγους και αναλυτές, με λίγους να διευκρινίζουν ότι δεν έχει νόημα αυτός ο φαύλος κύκλος περί «προκλητικότητας». «Δεν συμμερίζομαι τον φόβο μιας τέτοιας προοπτικής (σ.σ. ενός θερμού επεισοδίου) και θεωρώ ότι η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αποτρέψει μία τέτοια εξέλιξη. Από την άλλη, η Τουρκία δεν έχει αυτή τη στιγμή λόγο για κάτι τέτοιο, παρά τις αιχμηρές πολιτικές δηλώσεις», δήλωσε ο Σωτήρης Ρούσσος στην Εποχή την περασμένη Κυριακή. Είχε προηγηθεί η συνέντευξη με τον Κωνσταντίνο Φίλη (29.5.2022) όπου υπογράμμιζε ότι «θα πρέπει να καθίσουν, επιτέλους, οι δύο χώρες κάτω και να διαπραγματευτούν σοβαρά». Η «απειλή» είναι σαφές ότι δεν έρχεται από τη γείτονα χώρα, αλλά αναβλύζει στο εσωτερικό της χώρας μας. Δεν πρόκειται για απειλή εναντίον εδαφών αλλά για απειλή γήρανσης.

Ο Κ. Μητσοτάκης σε συνέδριο για το Δημογραφικό ήταν σαφής: «Δεν μιλάμε για μία απειλή κατά της εθνικής μας ταυτότητας αλλά για μια ευθεία υπονόμευση της δυνατότητας του τόπου να παράγει πλούτο σε προσωπικό και συλλογικό, διατηρώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον ισχυρό ιστό που ενώνει τους πολίτες». Ενώ ακόμα αναμένουμε τη δημοσίευση των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ από την απογραφή, ο πρωθυπουργός δίνει μία πρώτη εικόνα «η μείωση των Ελλήνων υπολογίζεται σε 450.000 άτομα». Άλλες έρευνες συμπληρώνουν την εικόνα της γήρανσης: Σύμφωνα με μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών – ΙΟΒΕ, ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 4% την περίοδο 2011-2021, ενώ η πρόβλεψη είναι πως ο πληθυσμός της Ελλάδας θα μειωθεί το 2100 κατά 2,5 εκατ. άτομα ή 24% σε σχέση με το 2021. Σύμφωνα με την Eurostat, το 2030 η Ελλάδα θα είναι η γηραιότερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Η πιο δίκαιη Ελλάδα

 

Η λύση, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, είναι «να παλέψουμε για μια πιο δίκαιη Ελλάδα». Ορθή διακήρυξη. Ο ίδιος δίνει και τον ορισμό της: «αξιοπρεπές εισόδημα και δυνατότητα παραγωγής ατομικού πλούτου, ποιότητα εργασίας, στέγαση, δημόσια υγεία, γνώση, δεξιότητες, ποιότητα του περιβάλλοντος, ατομικά δικαιώματα, ασφάλεια, ισορροπία ζωής-εργασίας, κοινωνική διασυνδεσιμότητα, αξιοκρατία, ευκαιρίες, ώστε ο καθένας να καταφέρνει να γίνει αυτό που ονειρεύεται και μπορεί.

Έχω την αίσθηση ότι πρόκειται για έναν σχετικά συμπεριληπτικό ορισμό της «δίκαιης Ελλάδας». Πώς θα εφαρμοστεί δεν μας λέει. Εδώ αγνοεί –και συχνά διαψεύδει– τα στοιχεία που έχουν πάρει τη μορφή χιονοστιβάδας. Στο 18% η απώλεια αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού από την ακρίβεια (ΙΝΕ ΓΣΕΕ), Τα ενοίκια σε πολλές περιοχές της Αθήνας παρουσιάζουν αυξήσεις που ξεπερνούν το 50% σε σχέση με τα ενοίκια του 2017, ενώ σημαντικές αυξήσεις (30-40%) καταγράφονται και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας (Eteron). Πρωταθλήτρια η Ελλάδα (με 62,1%) στις χώρες της Ευρώπης όπου οι ενοικιαστές δαπανούν άνω του 50% του εισοδήματός τους για το κόστος στέγασης, δηλαδή ενοίκιο, λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, κοινόχρηστα (Eurostat). Δεύτερη χειρότερη στα εμπόδια υγείας η Ελλάδα από τις χώρες της Ε.Ε. Επτά από τις δεκαπέντε πρώτες περιφέρειες της Ευρώπης όπου οι ανάγκες των ασθενών δεν καλύπτονται είναι ελληνικές (Eurostat). Μικρότερο ποσοστό δαπανών για την παιδεία από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 27 παρουσιάζει η Ελλάδα, καταλαμβάνοντας τη 18η θέση, με ποσοστό μόλις 4% του ΑΕΠ (Eurostat). Η μεσοσταθμική αύξηση της θερμοκρασίας τα τελευταία σαράντα χρόνια είναι τρεις φορές μεγαλύτερη από ότι είναι στον υπόλοιπο πλανήτη (Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών). Η Ελλάδα καταδικάστηκε 948 φορές από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ εκρεμμούν 2.214 προσφυγές. Το Βέλγιο πλήρωσε την τελευταία δεκαετία 2011-2021 1.745.909 ευρώ για αποζημιώσεις κα η Ελλάδα έξι φορές περισσότερα, δηλαδή 28.256.237 ευρώ (Γ. Κτιστάκης, έλληνας δικαστής στο ΕΔΑΔ)

 

Αναποτελεσματικές προτάσεις

 

Απέναντι σε όλα αυτά τα σοβαρά ζητήματα που έχουν συμβάλει για την εικόνα που έχει σήμερα η χώρα πληθυσμιακά, η ελληνική κυβέρνηση έχει πάρει κανένα μέτρο. Αρκείται στα επιδόματα ή τις έκτακτες ενισχύσεις όποτε κρίνει ότι χρειάζεται. Στην ομιλία του ο πρωθυπουργός πρότεινε ως μέρος της λύσης την αύξηση του ωραρίου των νηπιαγωγείων και των δημοτικών στις 6 το απόγευμα. Πώς αυτή η πρόταση απαντά στην «ισορροπία ζωής-δουλειάς;». Τα παιδιά δεν τα αποκτούν οι γονείς τους για να τα παρκάρουν στα σχολεία, τα οποία μάλιστα δεν έχουν καμία υποδομή για να μείνουν εκεί μέσα παιδιά δέκα ώρες τη μέρα. Δεν υπήρξε καμία πρόταση για μείωση ωραρίου και αύξηση μισθών. Επίσης δεν υπήρξε καμία ουσιαστική πρόταση για κίνητρα ουσιαστικά πέρα από τα επιδόματα που αφορούν τη στιγμή της γέννησης ή τη μείωση βρεφικών ειδών. Τα παιδιά δεν μένουν 45 εκατοστά, ούτε έχουν ανάγκη μόνο πάνες και γάλα. Μεγαλώνουν και αυτά και οι ανάγκες τους.

 

Κουβέντα να γίνεται

 

Το πιο υποκριτικό όμως είναι που έχει γίνει συνειδητό πια πως δεν μπορεί η κυβέρνηση να αποφεύγει να βλέπει ως λύση του δημογραφικού την ένταξη μεταναστών και προσφύγων, αλλά δεν παίρνει κανένα μέτρο προς αυτή την κατεύθυνση. Αποδέχεται μόνο πως πρέπει να «ανοίξει επιτέλους ως συζήτηση και στη δική μας χώρα, χωρίς προκαταλήψεις και ακραίες λαϊκίστικες κορώνες» και πως πρέπει να «εξετάσουμε το ζήτημα με ευθύνη, σοβαρότητα, αλλά και με θάρρος». Καμία πρόταση, πέραν του ότι πρέπει «να ασπάζονται τις αξίες της χώρας και να είναι πρόθυμοι να δημιουργήσουν σε αυτήν οικογένεια». Η χώρα μας αριθμεί 108.000 αναγνωρισμένους πρόσφυγες και 32.000 αιτούντες άσυλο. Η κυβέρνηση έκανε σχεδόν αδύνατο νομικά να μπορεί να αποκτήσει κάποιος την ελληνική ιθαγένεια, ενώ με διμερείς συμφωνίες μεταξύ της Ελλάδας και άλλων κρατών επιτρέπεται νόμιμα να έρχονται μετανάστες στην Ελλάδα, μόνο για να εργαστούν ως εργάτες γης, χωρίς τις οικογένειές τους και με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Μετά θα επιστρέφουν υποχρεωτικά στη χώρα τους.

Η Μαρία Καραμεσίνη σε άρθρο της στην Αυγή (6.6.2022) τονίζει, μεταξύ άλλων, ότι «ο πληθυσμός αυξάνεται μόνο με καθαρή μετανάστευση» και πως «το δημογραφικό ζήτημα είναι κατεξοχήν πολιτικό». Η ίδια καταλήγει ότι «ο δημοσιογραφικός μαρασμός αποτελεί την άλλη όψη της παραγωγικής καταστροφής της οικονομίας και της εργασιακής κατάστασης, που διαμόρφωσαν στην αγορά εργασίας οι μνημονιακές πολιτικές και η επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων με την πολιτική της σημερινής κυβέρνησης. Η δημογραφική πολιτική δεν μπορεί παρά να αποτελεί μέρος της αναπτυξιακής στρατηγικής και εδώ βρίσκονται οι δαφορές μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης».

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet