Ίσως καμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα να μην έχει δει να αλλάζει τόσο ο ρόλος της και το πολιτικό «μέγεθός» της εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, όσο η Γερμανία. Η χώρα δεν έχει δεχτεί μόνο ένα τεράστιο οικονομικό πλήγμα εξαιτίας του πολέμου και του τρόπου με τον οποίο οι «Βρυξέλλες» αποφάσισαν να απαντήσουν στις βανασυσότητες του Πούτιν, έχει κοντύνει και πολιτικά, αφού σε καμιά περίπτωση δεν κατάφερε να λειτουργήσει ηγετικά μέσα στην ΕΕ.

 

Η διαφορά της Μέρκελ από τον Σολτς

 

Η Ανγκέλα Μέρκελ δεν δίστασε πριν από μερικές ημέρες να υπερασπιστεί τη δική της «Οστπολιτίκ», που ήταν ταυτόχρονα και «ρεάλ-πολιτικίκ» απέναντι στην Ρωσία του Πούτιν. Διευκρίνισε ότι ποτέ δεν είχε «σχέση εμπιστοσύνης» με τον πρόεδρο της Ρωσίας, αλλά επανέλαβε ότι δεν μπορούσε η Γερμανία να αγνοήσει και τα γεωπολιτικά δεδομένα. Το σημαντικότερο στοιχείο της παρέμβασής της ήταν όμως ότι δεν δήλωσε μετανιωμένη για την πολιτική της. Αντιθέτως, ουσιαστικά αυτό που είπε ήταν, ότι με τον τρόπο που χειρίστηκε τα ζητήματα, απέτρεψε τις τραγικές εξελίξεις, που παρακολουθούμε εδώ και μερικούς μήνες.

Ο Ολαφ Σολτς αποδείχτηκε πολύ λίγος για να αντέξει στην επικοινωνιακή καταιγίδα, που αντιμετώπισε από τις πρώτες ημέρες του πολέμου και βρέθηκε έτσι όχι μόνο απολογούμενος για τη στρατηγική των προηγούμενων κυβερνήσεων, αλλά κυρίως συρόμενος πίσω από τις επιταγές της Ουάσιγκτον και τις υποδείξεις του προκλητικού Ουκρανού πρέσβη στο Βερολίνο Αντρέι Μέλνικ, ο οποίος όχι και λίγες φορές τον έχει ειρωνευτεί και απαξιώσει δημόσια, συνοδεύοντας τα σχόλια του με παράλογες απαιτήσεις προς το Βερολίνο για στρατιωτική υποστήριξη.

Το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο καγκελάριος έφτασε την περασμένη Πέμπτη στο Κίεβο μαζί με τους ηγέτες Γαλλίας, Ιταλίας και Ρουμανίας ήταν ενδεικτικό. Ο Σολτς έμοιαζε να ζητά την «άφεση» από τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, την ώρα που στον δυτικό Τύπο εκτεταμένα πλέον εκφράζεται η άποψη, ότι αυτό που απαιτείται είναι να συνειδητοποιήσει το καθεστώς του Κιέβου ότι θα πρέπει ίσως κάποια στιγμή να μπει σε λογική διαπραγμάτευσης με τη Μόσχα.

 

Μειοψηφία μέσα στην κυβέρνηση του

 

Στο κείμενό του που δημοσιεύτηκε την περασμένη εβδομάδα στην «Εποχή» ο Χρήστος Χαταζηιωσήφ εκτιμούσε ότι «σήμερα επιδιώκεται η ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης στη Γερμανία με την εκδίωξη των σοσιαλδημοκρατών από την εξουσία». Σε κάποιους αυτό μπορεί να ακουστεί υπερβολικό, όμως αν δει κανείς τι ακριβώς συμβαίνει στο Βερολίνο θα κατανοήσει ότι στην ουσία κάτι τέτοιο προετοιμάζεται. Στις συζητήσεις μέσα στη Βουλή, αλλά και στο δημόσιο διάλογο, στις εμφανίσεις στα ΜΜΕ οι πολιτικοί των Πρασίνων και Φιλελευθέρων, των δύο μικρότερων κομμάτων του τρικομματικού συνασπισμού, βρίσκονται πολύ πιο κοντά στις θέσεις της χριστιανοδημοκρατικής αντιπολίτευσης, παρά της σοσιαλδημοκρατικής συμπολίτευσης. Ο Σολτς έμοιαζε από τις πρώτες ημέρες του πολέμου να εκφράζει μια μειοψηφία μέσα στην κυβέρνησή του και αναγκάστηκε να υιοθετήσει θέσεις, που πηγάζουν από τον ολοκληρωτικά φιλονατοϊκό προσανατολισμό των τριών άλλων κομμάτων, αλλά δεν απηχούν απαραιτήτως την πλειοψηφία της βάσης του SPD.

Ο διάλογος στην Γερμανία έχει εγκλωβιστεί από την πρώτη ημέρα σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο και δεν υπάρχουν άλλες δυνάμεις για να διαφοροποιήσουν κάπως την ατζέντα, με την die Linke να έχει βουλιάξει σε μια κρίση «ενδοσκόπησης», έτσι κι αλλιώς διχασμένη για το «ουκρανικό» και την ακροδεξιά «Εναλλακτική» AfD να λειτουργεί ως η καλύτερη απόδειξη για την ορθότητα μιας ολοκληρωτικά αντιρωσικής γραμμής.

Σε αυτό το τοπίο, η πολιτική «ελίτ» έχει υποταχθεί στο αφήγημα, που απαιτεί «να νικήσει η Ουκρανία», χωρίς να ασχολείται με περισσότερες λεπτομέρειες για το πώς θα οριστεί αυτή η νίκη, αλλά κυρίως τι θα σημάνει για την επόμενη μέρα, αναφορικά με τη σχέση ΕΕ-Ρωσίας και το καθεστώς που θα επικρατήσει στο Κίεβο, το οποίο έτσι κι αλλιώς μέχρι πρότινος θεωρείτο προβληματικό και σίγουρα όχι συμβατό με τα «ενωσιακά πρότυπα».

 

Μια περιοδεία «μπούμερανγκ»

 

Η υποβάθμιση της Γερμανίας έγινε όμως ορατή την προηγούμενη εβδομάδα και σε ένα διαφορετικό πεδίο, στα Δυτικά Βαλκάνια. Ο Ολαφ Σολτς σε μια προσπάθεια να θυμίσει ότι η Γερμανία είναι διπλωματικά παρούσα, αλλά και με την ελπίδα να ενισχύσει το δικό του πολιτικό κεφάλαιο πραγματοποίησε περιοδεία-αστραπή σε πέντε πόλεις: Πρίστινα, Βελιγράδι, Θεσσαλονίκη, Σκόπια και Σόφια.

Από τους δεδηλωμένους ή ανομολόγητους στόχους αυτής της περιοδείας κανείς δεν φάνηκε να επιτυγχάνεται. Το Κόσοβο παραμένει ένας άλυτος γρίφος, αφού καμιά από τις δύο πλευρές δεν έδειξε καμιά διάθεση υποχωρήσεων. Στην Σερβία μάλιστα ο καγκελάριος αντιμετωπίστηκε με ψυχρότητα, όταν ανέλαβε να παίξει το ρόλο του νατοϊκού αγγελιοφόρου, που ζητά από τη χώρα να εγκαταλείψει την ουδέτερη στάση της απέναντι στη Μόσχα και να κλείσει έτσι το «κενό», που υπάρχει στο ενιαίο αντιρωσικό μέτωπο στην περιοχή. Καμιά πρόοδο δεν κατέγραψε τέλος και το σχέδιό του να γεφυρώσει τις διαφωνίες Βουλγαρίας και Βόρειας Μακεδονίας για να μπορέσει να «ξεπαγώσει» η προενταξιακή διαδικασία της δεύτερης στην ΕΕ.

Τόσες πολλές αρνήσεις μαζεμένες σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα δεν πρέπει να έχει εισπράξει άλλοτε καγκελάριος της Γερμανίας. Κατά συνέπεια, το σχέδιο «αναβάπτισης» του σοσιαλδημοκράτη πολιτικού, ως αυτού που ταξιδεύει στην πιο υποβαθμισμένη περιοχή της Ευρώπης και δίνει λύσεις με την παρουσία του ναυάγησε. Η κριτική εναντίον του συνεχίζεται στον γερμανικό Τύπο και οι δημοσκοπήσεις σταθερά φέρνουν το κόμμα του στην τρίτη θέση, πίσω από τους Χριστιανοδημοκράτες και Πράσινους.

Όλα αυτά βεβαίως δεν είναι καθόλου αδιάφορα και για την Ελλάδα και τις προσδοκίες, που διατηρεί ακόμα για μια γερμανική ηχηρή παρέμβαση με αποδέκτη την Τουρκία. Μια αδύναμη διπλωματικά και χωρίς σαφή προσανατολισμό Γερμανία δεν μπορεί να πιέσει τον Ταγίπ Ερντογάν σε κανένα επίπεδο. Τα όσα διέρρευσαν σε σχέση με την παρουσία του εκπροσώπου του Ταγίπ Ερντογάν, Ιμπραήμ Καλίν, σε συνάντηση σε ανώτατο πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο στο Βερολίνο, με όλους τους ισχυρούς του ΝΑΤΟ μάλλον ενισχύουν τις σχετικές ανησυχίες. Με ανησυχίες και γενικόλογες διατυπώσεις απάντησε και ο εκπρόσωπος του γερμανικού ΥΠΕΞ στις διαρροές, που φρόντισε να διοχετεύσει η Άγκυρα περί των αναφορών της στη συνάντηση αυτή στα «νόμιμα δικαιώματα της Τουρκίας στο Αιγαίο».

Αυτό που απέμεινε ήταν η ευφορία των φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ στην Ελλάδα για το δείπνο της Θεσσαλονίκης, που επιβεβαίωσε το σημαντικό ρόλο της χώρας στην περιοχή. Το ρόλο της «είδησης» έπαιξαν το μαρινάτο λαβράκι και τα γιουβαρλάκια θαλασσινών, που μάθαμε ότι αποτέλεσαν το «εξαιρετικό μενού» της βραδιάς, ελλείψει άλλων πληροφοριών για το «ρεζουμέ» των όποιων συζητήσεων.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet