Διάβασα το άρθρο το οποίο δημοσιεύθηκε στην «Εποχή» (4–5 Ιουνίου 2022) με τίτλο «Για την τοποθέτηση νέας γυναίκας από τη μειοψηφία ως γραμματέα του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ», υπογεγραμμένο από τους Έφη Παρίσι, Δημήτρη Παπανικολόπουλο, Αγγελίνα Γιαννοπούλου, Δημήτρη Τσέκερη και Γιάννη Κιουβρέκη.

Οι συγγραφείς του άρθρου, προφανώς νέοι και νέες σε ηλικία –δεν τους γνωρίζω προσωπικά– διαμαρτύρονται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ δεν έχει αναδείξει περισσότερους νέους και νέες σε «σημαντικούς τομείς» του κόμματος και ότι μόνο ο πρόεδρος προωθεί την ανανέωση και την ανάδειξη νέων στελεχών: «Στη μεγάλη πλειονότητα τους, οι νέοι άνθρωποι που έχουν αναδειχθεί στον ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ έχουν αναδειχθεί από τον πρόεδρο», αναφέρουν στο άρθρο τους. «Και είναι κοινή συνείδηση πως μέσω των παλαιών και κραταιών μηχανισμών, δύσκολα θα τα κατάφερναν. Ούτε υπάρχει χώρος, ούτε υπάρχει διάθεση για να δημιουργηθεί, όσο προσχηματικά και να ακούγονται. Εκτός αν τον δημιουργήσουν μόνοι τους, όπως η νέα τάση των “6+6” σημείων».

 

Πάλη γενεών

 

Οι συντάκτες στο άρθρο αυτό αντιπαραθέτουν τη μια γενιά απέναντι στην άλλη. Δυστυχώς κάνουν το ολίσθημα να κατηγορούν όχι μόνο τις παλιές γενιές, αλλά και την ίδια την ιστορία του κινήματος και να αγνοούν την πάλη που έδωσαν χιλιάδες αγωνιστές –στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», αλλά και σε άλλες έδωσαν ακόμα και τη ζωή τους– για τη δημοκρατία στο κόμμα, χωρίς τις στρεβλώσεις της προσωπολατρίας, της λατρείας του αρχηγού και της κομματικής γραφειοκρατίας –την πάλη κατά του σταλινισμού.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι συντάκτες του άρθρου υποστηρίζουν ότι οι γενιές του 20ου αιώνα είχαν ως ταυτοτικό τους στοιχείο τον περιβόητο «σιδερένιο νόμο της ολιγαρχίας». Αναφέρουν συγκεκριμένα ότι οι νέοι και οι νέες της εποχής μας, η «πιο προσοντούχα γενιά από καταβολής ελληνικού κράτους (…) Διαθέτουν κατά μέσο όρο πολύ μεγαλύτερο μορφωτικό κεφάλαιο, ψηφιακές δεξιότητες, φεμινιστική και οικολογική συνείδηση. Είναι υπέρ της διαβούλευσης και της οριζοντιότητας και κατά του “σιδερένιου νόμου της ολιγαρχίας” και της ιεραρχικής οργάνωσης, που οι γενιές που μεγάλωσαν στον 20ο αιώνα αναπαράγουν σαν ταυτοτικό τους στοιχείο (γιατί αποτελεσματικότητα, δημοκρατικότητα και μαζικότητα δεν παράγει αυτό το οργανωτικό μοντέλο)…».

Μια πρώτη παρατήρηση. Αν λάβουμε σοβαρά υπόψη τη θέση των αρθρογράφων, η συνείδηση της «πιο προσοντούχας γενιάς από καταβολής ελληνικού κράτους» (sic) φαίνεται να έχει ελάχιστη σχέση με το εργατικό κίνημα σε όλες τους τις μορφές (συνδικάτα, εργατικές συσπειρώσεις, απεργιακές επιτροπές κλπ.). Προφανώς το εργατικό, συνδικαλιστικό κίνημα, το οποίο απουσιάζει κραυγαλέα από την συλλογιστική τους, αποτελεί «ταυτοτικό» στοιχείο των γενιών του 20ου αιώνα, οι οποίες είναι δέσμιες του σιδερένιου νόμου της ολιγαρχίας και υποστηρικτές των «παλαιών και κραταιών μηχανισμών».

 

Ο «σιδερένιος νόμος της ολιγαρχίας»

 

Την θεωρία του «σιδερένιου νόμου της ολιγαρχίας» ανέπτυξε ο Ρ. Μίχελς, γερμανός σοσιαλδημοκράτης , ο οποίος στα νιάτα του συμμετείχε στην αριστερή πτέρυγα του SPD. Η κριτική του για τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία υπήρξε, από μια ριζοσπαστική οπτική, ιδιαίτερα τολμηρή. Υποστήριζε ότι πριν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, στα πλαίσια του κόμματος «γεννήθηκε μια γραφειοκρατία εφάμιλλη ακόμα και της κρατικής ως προς την ευσυνειδησία, ακρίβεια και ιεραρχικά διαβαθμισμένη υπακοή, γέμισαν τα ταμεία, σχηματίστηκε ένα πλέγμα οικονομικών και ψυχικών διαφερόντων, που απλώνεται στη χώρα ολόκληρη. Μια δυναμική, τολμηρή τακτική θα διακύβευε τα πάντα (…) Καθώς μεγαλώνει η εσωτερική του ανάγκη για γαλήνη, θέτει κατά μέρος τα φαρμακερά επαναστατικά του βέλη και γίνεται ένα καθώς πρέπει συντηρητικό κόμμα, το οποίο εξακολουθεί μεν να χρησιμοποιεί την επαναστατική του ορολογία –το αιτιατό επιβιώνει και εδώ του αιτίου– στην πράξη, όμως, εκπληρώνει το πολύ–πολύ τη λειτουργία κόμματος της συνταγματικά προβλεπόμενης αντιπολίτευσης. Αυτή περίπου ήταν η θέση του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος πριν από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο».1

 

Ωστόσο, από αυτές τις σε μεγάλο βαθμό ορθές εκτιμήσεις ο Μίχελς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο σχηματισμός των «ολιγαρχιών» στις οργανώσεις και στα κόμματα είναι οργανικής υφής και ότι αποτελούν «μια τάση στην οποία υπόκειται αναγκαστικά κάθε οργάνωση, και η σοσιαλιστική και η ίδια η φιλελεύθερη». Ως εκ τούτου κάθε μορφή οργάνωσης καταλήγει αναπόφευκτα, ως φυσικός, ως σιδερένιος νόμος, στη γραφειοκρατία. Στη βάση αυτών των ανιστόρητων θεωρήσεων ο Μίχελς, με μια θεαματική στροφή, κατέληξε στον φασισμό και στη λατρεία του αρχηγού. Στα 1924 θεωρούσε τον Μουσολίνι μεγάλο ηγέτη: «ο φασισμός έχει βρει στον Μπενίτο Μουσολίνι μια ηγετική φύση πρώτου μεγέθους. Ο Μουσολίνι συνδυάζει μια ευτυχή ιδιοσυγκρασία, με μια οξεία διαίσθηση για το δυνατό και κατορθωτό, ιερή πίστη στον ίδιο του τον εαυτό και την αποστολή του, καθώς και μια ασυνήθιστη δύναμη επιρροής στις μάζες, με μια πραγματικά σπάνια τόλμη» (!)

 

Ποιος ή ποια, λοιπόν, μπορεί να ισχυριστεί σήμερα ότι ο σιδερένιος νόμος του Μίχελς αποτελούσε και αποτελεί ταυτοτικό στοιχείο για τον Τάκη Μπενά, τον Γιάννη Μπανιά, τον Παύλο Κλαυδιανό, την Μαργαρίτα Γιάραλη, τον Περικλή Κοροβέση, τον Νίκο Μανιό, την Ελένη Πορτάλιου, την Άννη Βρυχέα, τον Τριαντάφυλλο Μηταφίδη και για πολλούς άλλους και άλλες; Κανείς και καμιά δεν μπορεί να ξαναγράψει την ιστορία της Αριστεράς, ιδιαίτερα της δικής μας Αριστεράς. Ούτε οι «προσοντούχοι» της νέας γενιάς.

 

 

Σημείωση:

 

  1. Ρόμπερτ Μίχελς, Κοινωνιολογία των πολιτικών κομμάτων στη σύγχρονη δημοκρατία. Έρευνες από τις ολιγαρχικές τάσεις του ομαδικού βίου, εκδόσεις Γνώσεις, σελ. 51

 

Τάκης Μαστρογιαννόπουλος Περισσότερα Άρθρα
Tags:
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet