Πρόσφατα ο Δημήτρης Ψαρράς εξέδωσε μια πολιτική βιογραφία του Κυριάκου Μητσοτάκη (εκδόσεις Νήσος). Μεταξύ άλλων, αναφέρεται διεξοδικά σε αυτό που ο νυν πρωθυπουργός θεωρεί ως σημαντικό του έργο, στην… πτυχιακή του εργασία, η οποία αναφερόταν στην εξωτερική πολιτική της χώρας στο πλαίσιο των ελληνοαμερικανικών διαπραγματεύσεων για τις βάσεις στην Ελλάδα. Εκεί, ο Κ. Μητσοτάκης διατυπώνει την άποψη ότι η εξωτερική πολιτική δεν πρέπει να υποκύπτει στον λαϊκισμό, δηλαδή να μη γίνεται υποχείριο των εσωτερικών παθών. Φυσικά, ο αντιλαϊκιστής πολιτικός μετατράπηκε χωρίς δεύτερη σκέψη σε λαϊκιστή, στην περίπτωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, όταν αυτό φάνηκε πως θα του απέφερε πολιτικό όφελος. Έτσι ανέβηκε στην εξουσία, και έτσι επιχειρεί να παραμείνει. Διαγράφοντας όσα έλεγε για χρόνια, εργαλειοποιεί πλέον την εξωτερική πολιτική για να διασωθεί πολιτικά. Κάνει την πλέον ανεύθυνη εξωτερική πολιτική (αυτήν που θα κατήγγειλε, σύμφωνα με τις «αρχές» του ως λαϊκιστική, αν την έκανε ο πολιτικός του αντίπαλος), με την ελπίδα ότι θα λειτουργήσει η «συσπείρωση γύρω από τη σημαία». Και επειδή αυτή η τελευταία λειτουργεί μόνο σε περιπτώσεις κινδύνων, επιχειρεί να δημιουργήσει έναν κίνδυνο ή, για την ακρίβεια, την εντύπωση ότι κινδυνεύουμε, αλλά χάρη σε αυτόν δεν θα μας συμβεί τίποτα κακό. Όπως έχουμε αναλύσει παλιότερα, χρησιμοποιώντας την αξεπέραστη ανάλυση του Ζίγκμουντ Μπάουμαν, η Δεξιά (και σε αυτή την περίπτωση) δημιουργεί ανασφάλεια για να πουλήσει μετά προστασία. Στο πλαίσιο αυτό, καλό θα ήταν να επισημανθεί στον Κ. Μητσοτάκη από το σύνολο της αντιπολίτευσης ότι «δεν θα πολεμήσουμε, ούτε θα κινδυνεύσουμε, κύριε Μητσοτάκη, για να σώσετε εσείς την πολιτική σας καριέρα και το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμά σας, όπως έκανε η Θάτσερ με τα Φώκλαντς».

 

Το πρόβλημα είναι εισαγόμενο

 

Όπως όμως ο εθνικισμός μπορεί να δικαιολογείται με βάση φανταστικούς ή πραγματικούς εξωτερικούς κινδύνους, έτσι μπορεί να δικαιολογείται και ο έτερος πυλώνας της πολιτικής Μητσοτάκη, ο νεοφιλελευθερισμός και η κατάργηση κάθε δημόσιας μέριμνας. Κάποτε όλες οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις αποδίδονταν στις ευρωπαϊκές οδηγίες και μετά στις επιταγές της τρόικας, ώστε οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις να απαλλάσσονται από τις ευθύνες τους, αν και ακριβώς αυτό ήταν το πρόγραμμά τους, το οποίο φυσικά συνέχισε ακάθεκτος ο Κ. Μητσοτάκης και μετά την τυπική έξοδο της χώρας από τα μνημόνια. Ο κατ’ επάγγελμα πλέον ανεύθυνος πρωθυπουργός υπέδειξε τους εξωτερικούς κινδύνους ως υπεύθυνους για την κακοδαιμονία μας στις περιπτώσεις της πανδημίας, των μεγα-πυρκαγιών, της ακρίβειας. Γενικά, φαίνεται πως δεν υπάρχει κανένα μείζον πρόβλημα που να δικαιολογεί την κριτική στην κυβέρνηση, αφού όλα έρχονται απ’ έξω. Κάθε φορά που η κυβέρνηση στριμώχνεται, αναμένουμε μια αλλαγή επιπέδου: «μην κοιτάτε γύρω σας, κοιτάξτε πέρα από τον ορίζοντα. Τι, δεν βλέπετε; Ακριβώς εκεί κρύβονται οι πραγματικές αιτίες των προβλημάτων σας. Μακρυά. Εκεί που δεν σας πέφτει λόγος και δεν φτάνει το χέρι σας».

 

Στο εξωτερικό είναι και οι προστάτες των εγχώριων ελίτ

 

Οι προστάτιδες δυνάμεις, ως γνωστόν, έπαιζαν πάντα σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ελληνικού κράτους, από την Επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα. Οι εσωτερικοί διχασμοί, επίσης, μπορούν να ιδωθούν, όπως σωστά το έχει θέσει ο Γιάννης Βούλγαρης, ως αντιπαραθέσεις σχετικά με το διεθνές μπλοκ δυνάμεων στο οποίο πρέπει να προσχωρήσει η Ελλάδα. Οι εξωτερικές επεμβάσεις που σκοπό είχαν να στηρίξουν τις εγχώριες ελίτ στο μπρα ντε φερ τους με τις λαϊκές δυνάμεις, από τα Δεκεμβριανά μέχρι και την δικτατορία των συνταγματαρχών, είναι -και αυτές- γνωστές. Ακόμα και στο πλαίσιο της δημοκρατικής περιόδου, οι ελληνικές ελίτ (μιλάμε κυρίως για την οικονομική και την πολιτική) ένιωθαν άβολα με την αδυναμία τους να αποκτήσουν μια ακλόνητη ηγεμονία επί του συνόλου του ελληνικού πληθυσμού. Τόσο επειδή η παραγωγική βάση της οικονομικής ελίτ δεν υπήρξε ποτέ αρκετά ισχυρή όσο και επειδή η ανεπτυγμένη μέσα από τους αγώνες δημοκρατική συνείδηση δεν επέτρεπε στην πολιτική ελίτ να εγκαθιδρύσει το καθεστώς που ήθελε, οι εν λόγω ελίτ ένιωθαν ότι πρέπει να συνεπικουρούνται επί μονίμου βάσεως από τους προστάτες τους στο εξωτερικό. Και φυσικά δεν αναφερόμαστε στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, σε περίπτωση που σπεύσουν οι γνωστοί ακροκεντρώοι απολογητές να μας κατηγορήσουν για αντι-ευρωπαϊσμό. Μιλάμε για τη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής με σκοπό όχι το συμφέρον της χώρας, αλλά το συμφέρον της πολιτικής και της οικονομικής ελίτ.

Παρακάμπτοντας τη σκαιότητα της πολιτικής της τρόικας εσωτερικού κατά τα χρόνια των μνημονίων, καθώς και τη γραφικότητα των «Γερούν, γερά», παρατηρούμε ότι και τώρα ο Κ. Μητσοτάκης σκορπάει αφειδώς λεφτά του ελληνικού λαού σε όπλα, για να αγοράσει από τις ΗΠΑ, την Γαλλία και την Γερμανία δηλώσεις στήριξης ενόψει ενός δύσκολου καλοκαιριού για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, προκειμένου να μην ξευτιλιστεί από τον αεικίνητο διπλωματικά Ερντογάν. Εγκαταλείποντας την πολυμερή εξωτερική πολιτική του προκατόχου του, παραδίδει την ελληνική εξωτερική πολιτική στα κελεύσματα των προστατών, για να μην έχει την ευθύνη της εθνικής εξωτερικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, η εξωτερική πολιτική του Κ. Μητσοτάκη είναι, όπως προσφυώς σημείωσε ο κωμικός Χριστόφορος Ζαραλίκος, κυριολεκτικά «εξωτερική», αφού «φτιάχνεται στο εξωτερικό».

Don’t look up, λοιπόν, το πρόβλημά μας βρίσκεται μπροστά μας. Και είναι αυτός που μας λέει μονίμως να κοιτάξουμε αλλού.

 

Δημήτρης Παπανικολόπουλος Ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος είναι διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet