Κώστας Β. Κατσουλάρης «Αφαίας και Τελαμώνος», εκδόσεις Μεταίχμιο, 2021

 

Σφραγίζοντας μια μακρά λογοτεχνική παρουσία με αξιόλογες βραβεύσεις και διακρίσεις, ο Κώστας Κατσουλάρης προχώρησε στα τέλη του 2021 στην έκδοση του δέκατου πεζογραφικού βιβλίου του, μια ριζοσπαστική συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Αφαίας και Τελαμώνος». Το βιβλίο περιλαμβάνει εικοσιτέσσερα αυτόνομα κείμενα, υβριδικά ή αμιγώς διηγηματικά, οκτώ από αυτά δημοσιευμένα από το 2000 μέχρι και το 2020 σε εφημερίδες, περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Πρόκειται για παράδοξες «αφηγήσεις», διαφορετικές μεταξύ τους σε μορφή,  θέμα και έκταση αλλά συγγενικές ως προς το πνεύμα, την πρόθεση και τους στόχους τους∙ κείμενα αινιγματικά που χαρακτηρίζονται από χιούμορ, αμεσότητα και προφορικότητα,  απροσδόκητη εξέλιξη και αβέβαιο τέλος.

  

Στο πρώτο μικροδιήγημα της συλλογής, με τον τίτλο «Οπισθόφυλλο», ο αφηγητής με φωνή ανάλαφρη και υποδορίως σαρκαστική απευθύνεται στον εαυτό του αλλά και σε μας, τους εν δυνάμει αναγνώστες του, προειδοποιώντας για τις αλλοπρόσαλλες συνήθειες και την τοξικότητα ενός κόσμου που περιβάλλεται από χαρακτήρες εξουσιαστικούς και χειριστικούς (αφεντικά, καθηγητές, ακόμη και αυτόκλητους ή φανταστικούς εξομολογητές), έναν κόσμο στον οποίο και ο ίδιος παρ’ όλα αυτά υποτάσσεται, ζει και  κινείται. «Άκου», μας λέει, ενώ την ίδια στιγμή στο αμέσως επόμενο διήγημα μας αυτοσυστήνεται (όνομα, ηλικία, καταγωγή, συνήθειες κ.λπ.) αιφνιδιάζοντάς μας με μια ιστορία προσωπικών εμμονών και συμπτώσεων που μετεωρίζονται ανάμεσα στο τραγικά αμετάκλητο και το φαρσικό του μοιραίου («Πλατεία Κένεντι»). 

Υπάρχει τελικά κάτι που να μην είναι έωλο; Κάτι που να δείχνει αλλά και να είναι πραγματικό;  «Μήπως το ποδόσφαιρο θα ήταν δικαιότερο αν η μπάλα δεν ήταν στρογγυλή;» διερωτάται ο ίδιος ο γράφων, τρυφερά περιπαίζοντάς μας στο οπισθόφυλλο, με τον  ερωτηματικό τίτλο: «Τι κάνει ένα οπισθόφυλλο όταν το βιβλίο λείπει;». Σε μια αδιάφορη πραγματικότητα τίποτα από όσα αναζητάς δεν υπάρχει.

 

Συνταιριάζοντας το παράταιρο με το όμοιο  

 

Ένας σύντομος, μισοειπωμένος διάλογος στο μικρό σε έκταση κείμενο με τον τίτλο «Λάθος», μας καθιστά μάρτυρες μιας σπαρακτικής  όσο και παρωδιακής τηλεφωνικής επικοινωνίας (ή παρανόησης), ενώ στη συνέχεια, μας αναπτερώνει και μας ανεβάζει τρόπον τινά τη διάθεση με δύο μαγικές αφηγήσεις («Πειρασμός στον Άγιο Αντώνιο» και «Σχεδία»). Αλλάζοντας πάλι κλίμα, στο διήγημα «Το τέρας κάτω από την Άμυνα», οι οδηγίες του θα είναι  σαφείς, οι εικόνες και τα πεδία τους όμως θα παραμείνουν έκκεντρα, υπερρεαλιστικά και υπερλογικά. «Δεν έχεις παρά να κατέβεις στο μετρό, στάση Κατεχάκη, και να περπατήσεις μερικές δεκάδες μέτρα προς την κατεύθυνση της Άμυνας.» (σελ. 30). […] Στο ύψος του Υπουργείου Μεταφορών, συνήθως  συναντάς την Πύλη που για την ακρίβεια θυμίζει λεπτή σχισμή, ρωγμή από μπετόν.  […] Μια μεγάλη, ολοφώτεινη γαλαρία θα βρίσκεται εκεί που πριν ήταν η σχισμή. Μόνο που το φως αυτό, το πιο γλυκό φως που θα έχεις ποτέ συναντήσει, θα είναι σαν παγιδευμένο, δεν θα φωτίζει τον χώρο γύρω σου, δεν θα φωτίζει τα βήματά σου προς το άγνωστο.» (σελ. 33). Το «θηρίο» βρυχάται αλλά εμείς, οι σύγχρονοι «επιβάτες», δεν το ακούμε. Ο υπόγειος κόσμος του αφηγητή στο συγκεκριμένο διήγημα μοιάζει να συνομιλεί αλλά και να αντιπαρατίθεται στο σύμπαν του Νιλ Γκέιμαν, στην τελευταία έκδοση του μυθιστορήματός του «Ποτέ και πουθενά», εκεί δηλαδή όπου καταλήγουν «όσοι πέφτουν από τις ρωγμές του πραγματικού κόσμου».

 

Ρωγμές και ρήγματα αθέατα

 

Οι αφηγήσεις του Κατσουλάρη δεν στοχεύουν ούτε και αρκούνται σε μία μοναδική εκδοχή ή ένα συγκεκριμένο τέλος. Επιλέγουν την ασάφεια και το ενδεχόμενο, προκαλώντας έτσι την ενεργή συμμετοχή του αναγνώστη. Ευρηματικά στιγμιότυπα, ελλειπτικοί διάλογοι, ονειρικές καταβυθίσεις και θραυσματικές εικόνες συμπλέουν αρμονικά με ιλαροτραγικά επεισόδια και σκηνοθετικά ευτράπελα («Άτιτλο, 2021», «Δάκρυα υγρών κρυστάλλων», «Pitch», «Η Μία και η άλλη») σχηματίζοντας ένα συναρπαστικό παλίμψηστο, το οποίο σε κάνει να μειδιάς ενώ την ίδια στιγμή αποκαλύπτει ρωγμές και ρήγματα αθέατα. Το κοφτό, εξομολογητικό ύφος σε συνδυασμό με την περιρρέουσα ιλαρότητα και την υπερχειλίζουσα φαντασία κυριαρχούν, είτε πρόκειται για «επαΐοντες» που ναρκισσεύονται και γελοιοποιούνται χωρίς να το συνειδητοποιούν («Ιnbox» ,«Show, don’t tell», «Δάκρυα που σκουριάζουν στον καιρό»), είτε για μπερδεμένες ανθρώπινες σχέσεις και σκοτεινές υπαρξιακές καταστάσεις («Κοσμική βουτιά», «Σταδιακή εξασθένηση των ανέμων», «Η ψυχή λίγο πριν το βάλει στα πόδια»), είτε για πραγματικά γεγονότα και κοινωνικά δρώμενα, αλλοιωμένα ωστόσο και  παραφθαρμένα ώστε ευφυώς να απομυθοποιούνται και να υποσκάπτονται («Αναγκαία μεταρρύθμιση», «Εθνική Πινακοθήκη», «Το Ελληνικό Αίνιγμα»). Ξεχωρίζουν τα διηγήματα «Ανθρωπόπιτα» και «Νους sommes tous Emus», όπου επίσης τίποτα δεν αποδίδεται στερεοτυπικά ή στο πλαίσιο μιας αναμενόμενης αντιπαράθεσης.    

 

Σε έναν κόσμο που καταρρέει

 

Στο «Αφαίας και Τελαμώνος», ο συγγραφέας του παντρεύει τη γειωμένη δύναμη του ρεαλισμού με το δυναμικό πέταγμα του φανταστικού, συνθέτοντας ένα ανατρεπτικό και φαινομενικά ανομοιογενές αλλά επί της ουσίας αρμονικό σύνολο, που κρατά τον αναγνώστη σε κατάσταση εγρήγορσης ενώ την ίδια στιγμή αποδίδει με τρόπο ιδιάζοντα και πρωτότυπο την αντίθεσή του στις συμπεριφορές ενός κόσμου στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Προς τούτο, τόσο οι στόχοι όσο και οι τεχνικές που αναπτύσσει ξεπερνούν τις συμβάσεις και τους κλασικούς διαχωρισμούς ανάμεσα στα διάφορα είδη γραφής και επικοινωνίας ─ποίηση, θεατρική πρόζα, αλλά και φωτογραφίες, στοιχεία δημοσιογραφικά, πληροφορίες, απλούς καταλόγους─ συνθέτοντας ένα σύνολο δομικά, αισθητικά και νοηματικά άρτιο.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet