Ο περιορισμός του χώρου μάς απαγορεύει ακόμα και τον ελάχιστο σχολιασμό αυτού του δεύτερου μέρους του εξαιρετικού κειμένου του Ντόιτσερ. Έτσι, περιοριζόμαστε στην έκφραση των θερμών ευχαριστιών μας στον Α. Λιάκο και τον Κ. Καρπόζηλο που το έθεσαν στη διάθεσή μας.

 

Χ.Γο.

 

 

Η προηγούμενη αυταπάτη του [πρώην κομμουνιστή] συνεπαγόταν τουλάχιστον την ύπαρξη ενός θετικού ιδεώδους. Η σημερινή  απογοήτευσή του είναι εντελώς αρνητική. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο ρόλος του να είναι διανοητικά και πολιτικά άγονος.1

Και σ’ αυτό μοιάζει με τον πικραμένο πρώην γιακωβίνο της ναπολεόντειας εποχής. Ο Γουόρντσγουορθ και ο Κόλεριτζ είχαν μια θανάσιμη εμμονή με τον «κίνδυνο των γιακωβίνων»∙ ο φόβος τους εξασθένισε ακόμη και την ποιητική τους ιδιοφυΐα. Ο Κόλεριτζ ήταν αυτός που κατήγγειλε στη Βουλή των Κοινοτήτων ένα νομοσχέδιο για την πρόληψη της άγριας μεταχείρισης των ζώων ως την «ισχυρότερη περίπτωση νομοθετικού γιακωβινισμού». Ο πρώην γιακωβίνος έγινε ο πρωτεργάτης της αντιγιακωβίνικης αντίδρασης στην Αγγλία. Άμεσα ή έμμεσα, επηρέασε το περιεχόμενο των νομοσχεδίων κατά των ανατρεπτικών κειμένων και της προδοτικής αλληλογραφίας, το νομοσχέδιο για τις προδοτικές πρακτικές και το νομοσχέδιο για τις ανατρεπτικές συγκεντρώσεις (1792-4), της ήττας της κοινοβουλευτικής μεταρρύθμισης, της αναστολής του νόμου Habeas Corpus και την αναβολής της χειραφέτησης των θρησκευτικών μειονοτήτων της Αγγλίας για μια ολόκληρη γενιά. Αφού λόγω της σύγκρουσης με την επαναστατική Γαλλία «δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για επικίνδυνα πειράματα», ακόμα και το δουλεμπόριο πήρε μια παράταση ζωής - στο όνομα της ελευθερίας.

Κατά τον ίδιο τρόπο, ο πρώην κομμουνιστής μας, στο όνομα των ευγενέστερων επιδιώξεων, κάνει τα χειρότερα πράγματα. Μπαίνει με θάρρος στην πρώτη γραμμή κάθε κυνηγιού μαγισσών. Το τυφλό μίσος του για το πρώην ιδανικό του είναι η μαγιά του σύγχρονου συντηρητισμού. Όχι σπάνια καταγγέλλει ακόμη και την πιο ήπια εκδοχή του «κράτους πρόνοιας» ως «νομοθετικό μπολσεβικισμό».

Συμβάλλει αποφασιστικά στη δημιουργία του ηθικού κλίματος μέσα στο οποίο εκκολάπτεται ένα σύγχρονο αντίστοιχο της αγγλικής αντι-γιακωβίνικης αντίδρασης.

Η γκροτέσκα σκηνική παρουσία του αντανακλά το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται. Το αδιέξοδο δεν είναι μόνο δικό του- είναι μέρος μιας στενωπού που μέσα της μια ολόκληρη γενιά ζει μια ασυνάρτητη και απρόβλεπτη ζωή.

 

Διχασμός

 

Ο ιστορικός παραλληλισμός που γίνεται εδώ επεκτείνεται στο ευρύτερο υπόβαθρο δύο εποχών. Ο κόσμος είναι διχασμένος ανάμεσα στον σταλινισμό και σε μια αντισταλινική συμμαχία με τον ίδιο τρόπο που ήταν διχασμένος ανάμεσα στη ναπολεόντεια Γαλλία και στην Ιερά Συμμαχία. Είναι ένας διχασμός ανάμεσα σε μια «εκφυλισμένη» επανάσταση που εκμεταλλεύεται ένας δεσπότης και σε μια ομάδα, κυρίως, αν και όχι αποκλειστικά, συντηρητικών συμφερόντων. Από άποψη πρακτικής πολιτικής η επιλογή φαίνεται να περιορίζεται τώρα, όπως και τότε, σε αυτές τις εναλλακτικές λύσεις. Όμως, τα σωστά και τα λάθη αυτής της διαμάχης είναι τόσο απελπιστικά συγκεχυμένα που όποια και αν είναι η επιλογή, και ανεξάρτητα από τα πρακτικά κίνητρά της, είναι σχεδόν βέβαιο ότι μακροπρόθεσμα και με την ευρύτερη ιστορική έννοια θα αποδειχθεί λανθασμένη.

Η πιθανότητα που υπήρχε ένας ειλικρινής και κριτικά σκεπτόμενος άνθρωπος να αποδεχθεί τότε τον Ναπολέοντα ήταν τόσο μικρή όσο αυτή που υπάρχει σήμερα για τη αποδοχή του Στάλιν. Όμως, παρά τη βία και τις απάτες του Ναπολέοντα, το μήνυμα της Γαλλικής Επανάστασης επέζησε και αντήχησε δυναμικά σε ολόκληρο τον δέκατο ένατο αιώνα. Η Ιερή Συμμαχία απελευθέρωσε την Ευρώπη από την καταπίεση του Ναπολέοντα∙ και για μια στιγμή η νίκη της χαιρετίστηκε από τους περισσότερους Ευρωπαίους. Ωστόσο, αυτό που είχαν να προσφέρουν στην «απελευθερωμένη» Ευρώπη ο Κάσλρεϊ, ο Μέτερνιχ και ο Αλέξανδρος Α΄ ήταν απλώς η διατήρηση της παλιάς, αποσυντιθέμενης τάξης πραγμάτων. Έτσι, οι αυθαιρεσίες και η επιθετικότητα μιας αυτοκρατορίας που εξέθρεψε η επανάσταση έδωσαν μια παράταση ζωής στην ευρωπαϊκή φεουδαρχία. Αυτός ήταν ο πιο απροσδόκητος θρίαμβος του πρώην γιακωβίνου. Αλλά το τίμημα που πλήρωσε γι' αυτό ήταν ότι προς το παρόν ο ίδιος και ο αντιγιακωβίνικος αγώνας του έμοιαζαν με αδίσταχτους, γελοίους αναχρονισμούς. Τη χρονιά της ήττας του Ναπολέοντα, ο Σέλλεϋ έγραψε στον Γουόρντσγουορθ:

Στην τιμημένη φτώχεια η φωνή σου ύφανε

τραγούδια αφιερωμένα στην αλήθεια και την ελευθερία

Εγκαταλείποντάς τα, μ’ άφησες μέσα στη θλίψη,

Έτσι, αυτό που ήσουν δεν θα είσαι ποτέ πια.

Αν ο πρώην κομμουνιστής μας είχε κάποιο ιστορικό αισθητήριο, θα λάμβανε σοβαρά υπόψη του τα παραπάνω.

 

Αβεβαιότητα

 

Ορισμένοι από τους πρώην γιακωβίνους που πρωταγωνίστησαν στην αντιγιακωβίνικη αντίδραση είχαν τόσο λίγους ενδοιασμούς για την αναδίπλωσή τους όσο και οι Μπέρναμ και Ρουθ Φίσερ των ημερών μας. Κάποιοι άλλοι είχαν τύψεις και επικαλέστηκαν το πατριωτικό συναίσθημα ή τη φιλοσοφία του μικρότερου κακού ή και τα δύο, για να εξηγήσουν γιατί τάχθηκαν στο πλευρό των παλαιών δυναστειών εναντίον ενός νεόκοπου αυτοκράτορα. Όταν δεν αρνούνταν την εξαχρείωση η οποία υπήρχε στις βασιλικές αυλές και στις κυβερνήσεις που είχαν κάποτε καταγγείλει, ισχυρίζονταν ότι οι κυβερνήσεις αυτές ήταν πιο φιλελεύθερες από τον Ναπολέοντα. Αυτό ίσχυε σίγουρα για την κυβέρνηση Πιτ2, παρόλο που μακροπρόθεσμα η κοινωνική και πολιτική επιρροή της ναπολεόντειας Γαλλίας στον ευρωπαϊκό πολιτισμό ήταν πιο μόνιμη και καρποφόρα από εκείνη της Αγγλίας του Πιτ, για να μη μιλήσουμε για την επιρροή της Αυστρίας του Μέτερνιχ ή της Ρωσίας του Αλέξανδρου. «Ω θλίψη που οι καλύτερες ελπίδες της Γης στηρίζονται όλες σε σένα!»- αυτός ήταν ο αναστεναγμός παραίτησης με τον οποίο ο Γουόρντσγουορθ συμφιλιώθηκε με την Αγγλία του Πιτ. «Πολύ, πολύ πιο άθλιος είναι ο εχθρός σου» ήταν η φόρμουλα συμφιλίωσής του.

Η φράση «Πολύ, πολύ πιο άθλιος είναι ο εχθρός σου» θα μπορούσε να εκφράζει το βιβλίο Ο Θεός που απέτυχε και τη φιλοσοφία του μικρότερου κακού που διατρέχει τις σελίδες του. Η θέρμη με την οποία οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου υπερασπίζονται τη Δύση έναντι της Ρωσίας και του κομμουνισμού μετριάζεται μερικές φορές από την αβεβαιότητα ή από τις εναπομείνασες ιδεολογικές αναστολές τους. Αυτή η αβεβαιότητα εμφανίζεται ανάμεσα στις γραμμές των εξομολογήσεών τους ή σε κάποιες περίεργες παύσεις.

 

Η πηγή του κακού

 

Ο Σιλόνε, για παράδειγμα, εξακολουθεί να περιγράφει την προμουσολινική Ιταλία, εναντίον της οποίας, ως κομμουνιστής, είχε επαναστατήσει, σαν «ψευτοδημοκρατική». Δύσκολα παραδέχεται ότι η μεταμουσολινική Ιταλία είναι καλύτερη, αλλά θεωρεί ότι ο σταλινικός εχθρός της είναι «πολύ, πολύ πιο άθλιος». Ο Λούις Φίσερ υποστηρίζει τη «διπλή απόρριψη», και του κομμουνισμού και του καπιταλισμού, αλλά η απόρριψη του τελευταίου ακούγεται σαν μια αδύναμη προσχηματική φόρμουλα∙ και η νέα μόδα του γκαντισμού3 αφήνει απλώς την εντύπωση μια αμήχανης φυγής από την πραγματικότητα. Αλλά είναι ο Κέσλερ αυτός που, ενίοτε, μέσα σε όλη την επιτήδευση και την αντικομμουνιστική του μανία, εμφανίζει κάποιες περίεργες διανοητικές επιφυλάξεις: «. . . αν κάνουμε μια επισκόπηση της ιστορίας [λέει] και συγκρίνουμε τους υψηλούς στόχους, στο όνομα των οποίων ξεκίνησαν οι επαναστάσεις, καθώς και το θλιβερό τέλος στο οποίο κατέληξαν, βλέπουμε ξανά και ξανά πώς ένας άρρωστος πολιτισμός μολύνει τους επαναστατικούς απογόνους του» [δική μου πλάγια γραφή]. Έχει σκεφτεί ο Κέσλερ τις συνέπειες των λόγων του ή απλώς πετάει μια bon mot (εξυπνάδα); Αν ο «επαναστατικός απόγονος», ο κομμουνισμός, έχει πράγματι «μολυνθεί» από τον πολιτισμό εναντίον του οποίου επαναστάτησε, τότε όσο αποκρουστικός κι αν είναι ο απόγονος, η πηγή του κακού δεν βρίσκεται σ' αυτόν αλλά σε εκείνον τον πολιτισμό. Και αυτό ισχύει ανεξάρτητα από τον ζήλο που επιδεικνύει ο ίδιος ο Κέσλερ εμφανιζόμενος ως συνήγορος των «υπερασπιστών» του πολιτισμού αλά Τσέιμπερς4.

Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι μια άλλη σκέψη -ή μήπως και αυτή είναι απλώς μια bon mot; - με την οποία ο Κέσλερ τελειώνει απροσδόκητα την εξομολόγησή του:

Υπηρέτησα το Κομμουνιστικό Κόμμα για επτά χρόνια - το ίδιο χρονικό διάστημα που ο Ιακώβ φρόντιζε τα πρόβατα τού Λάβαν για να κερδίσει την κόρη του Ραχήλ. Όταν πέρασαν αυτά τα χρόνια, η νύφη οδηγήθηκε στη σκοτεινή σκηνή του∙ μόνο το επόμενο πρωί ανακάλυψε ότι το πάθος του δεν ξοδεύτηκε στην όμορφη Ραχήλ αλλά στην άσχημη Λία.

Αναρωτιέμαι αν συνήλθε ποτέ από το σοκ του ότι κοιμήθηκε με μια ψευδαίσθηση. Αναρωτιέμαι αν μετά θεωρούσε ότι είχε κάποτε πιστέψει σ’ αυτήν. Αναρωτιέμαι αν το χάπι εντ του μύθου θα επαναληφθεί∙ γιατί με τίμημα άλλα επτά χρόνια εργασίας στον Ιακώβ, του δόθηκε και η Ραχήλ, και η ψευδαίσθηση πήρε σάρκα και οστά.

Και, λόγω του έρωτα του γι' αυτήν, αυτά τα επτά χρόνια τού φάνηκαν σαν λίγες μέρες.

Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι ο Ιακώβ-Κέσλερ αναλογίζεται με ανησυχία μήπως βιάστηκε να σταματήσει να φροντίζει τα πρόβατα του Λάβαν-Στάλιν, αντί να περιμένει υπομονετικά μέχρι η «ψευδαίσθηση του πάρει σάρκα και οστά».

 

Επικίνδυνο κίνητρο

 

Όλα αυτά δεν γράφονται για να κατηγορήσουν, πόσο μάλλον να καταδικάσουν, τον οποιονδήποτε. Να επαναλάβουμε ότι ο στόχος τους είναι να αναδείξουν τη σύγχυση ιδεών από την οποία δεν πάσχει μόνο ο πρώην κομμουνιστής διανοούμενος.

Σε ένα από τα πρόσφατα άρθρα του, ο Κέσλερ εξέφρασε την ενόχλησή του για εκείνους τους παλιούς καλούς φιλελεύθερους που σοκαρίστηκαν από τον υπερβολικό αντικομμουνιστικό ζήλο του πρώην κομμουνιστή και τον αντιμετώπισαν με την αηδία που οι απλοί άνθρωποι βλέπουν «έναν καθαιρεμένο παπά που βγάζει μια κοπέλα για χορό».

Λοιπόν, οι καλοί παλιοί καλοί φιλελεύθεροι μπορεί να έχουν δίκιο: αυτός ο ιδιαίτερος τύπος αντικομμουνιστή μπορεί να τούς φαίνεται σαν ένας καθαιρεμένος παπάς που «βγάζει», όχι απλώς μια κοπέλα, αλλά μια πόρνη. Η απόλυτη σύγχυση της διάνοιας και του συναισθήματος του πρώην κομμουνιστή τον καθιστά ακατάλληλο για οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα. Τον καταδιώκει μια αόριστη αίσθηση ότι έχει προδώσει είτε τα πρώην ιδανικά του είτε τα ιδανικά της αστικής κοινωνίας∙ όπως ο Κέσλερ, μπορεί ακόμη και να έχει την αμφίθυμη αντίληψη ότι έχει προδώσει και τα δύο. Στη συνέχεια προσπαθεί να καταστείλει το αίσθημα ενοχής και αβεβαιότητας, ή να το καμουφλάρει, με μια επίδειξη εξαιρετικής βεβαιότητας και μανιασμένης επιθετικότητας. Επιμένει ότι ο κόσμος πρέπει να αναγνωρίσει την ανήσυχη συνείδησή του ως την πιο καθαρή συνείδηση απ' όλες. Δεν μπορεί πια να έχει κανέναν άλλο σκοπό πλην ενός- την αυτοδικαίωση. Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο κίνητρο για κάθε πολιτική δραστηριότητα.

Φαίνεται ότι η μόνη αξιοπρεπής στάση που μπορεί να κρατήσει ο διανοούμενος πρώην κομμουνιστής είναι να κρατήσει μια ουδέτερη στάση απέναντι στη διαμάχη. Δεν μπορεί να ενταχθεί στο σταλινικό στρατόπεδο ή στην αντισταλινική Ιερή Συμμαχία χωρίς να ασκήσει βία στον καλύτερο εαυτό του. Ας μείνει λοιπόν έξω από κάθε στρατόπεδο. Ας προσπαθήσει να ανακτήσει μια κριτική αίσθηση και μια διανοητική αποστασιοποίηση. Ας ξεπεράσει τη φτηνή φιλοδοξία να βάλει χέρι στην πολιτική πίτα. Ας ειρηνεύσει τουλάχιστον με τον ίδιο του τον εαυτό, αν το τίμημα που πρέπει να πληρώσει για μια ψεύτικη ειρήνη με τον κόσμο είναι η παραίτηση και η αυτοκαταγγελία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πρώην κομμουνιστής λογοτέχνης, ή γενικότερα ο διανοούμενος, πρέπει να αποσυρθεί σε ένα γυάλινο πύργο. [Διατηρεί μέσα του την περιφρόνηση για τον  γυάλινο πύργο, που είχε στο παρελθόν του.] Αλλά μπορεί αντ' αυτού να αποσυρθεί σε ένα παρατηρητήριο. Να παρακολουθεί με αποστασιοποίηση και περίσκεψη αυτό το πολυπρόσωπο χάος του κόσμου, να είναι σε εγρήγορση για το τι πρόκειται να αναδυθεί από αυτό και να το ερμηνεύει sine ira et studio (χωρίς οργή και πάθος) - αυτή είναι σήμερα η μόνη έντιμη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει ο πρώην κομμουνιστής διανοούμενος σε μια γενιά στην οποία η ευσυνείδητη παρατήρηση και η ειλικρινής ερμηνεία έχουν γίνει τόσο θλιβερά σπάνιες. (Δεν είναι εντυπωσιακό πόσο λίγη παρατήρηση και ερμηνεία, και πόσο φιλοσοφισμό και νουθεσία βρίσκει κανείς στα βιβλία της προικισμένης πλειάδας πρώην κομμουνιστών συγγραφέων;

 

Αντιμέτωποι με την επιλογή

 

Μπορεί όμως ο διανοούμενος να είναι τώρα πραγματικά ένας αποστασιοποιημένος παρατηρητής αυτού του κόσμου; Ακόμα και αν το να παίρνει θέση τον κάνει να ταυτίζεται με σκοπούς που, στην πραγματικότητα, δεν είναι δικοί του, δεν πρέπει παρ’ όλα αυτά να παίρνει θέση; Λοιπόν, μπορούμε να θυμηθούμε κάποιους σημαντικούς «διανοούμενους» που, σε μια παρόμοια κατάσταση στο παρελθόν, αρνήθηκαν να ταυτιστούν με οποιοδήποτε καθιερωμένο Σκοπό. Η στάση τους φαινόταν ακατανόητη σε πολλούς από τους συγχρόνους τους: αλλά η ιστορία έχει αποδείξει ότι η κρίση τους ήταν ανώτερη από τις φοβίες και τα μίση της εποχής τους. Τρία ονόματα μπορούν να αναφερθούν εδώ: Τζέφερσον, Γκαίτε και Σέλλεϋ. Και οι τρεις, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την επιλογή μεταξύ της ναπολεόντειας ιδέας και της Ιερής Συμμαχίας. Και οι τρεις, και πάλι ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, αρνήθηκαν να επιλέξουν.

Ο Τζέφερσον ήταν ο πιο πιστός οπαδός της γαλλικής επανάστασης στην πρώιμη ηρωική της περίοδο. Ήταν πρόθυμος να συγχωρέσει ακόμη και την Τρομοκρατία, αλλά απομακρύνθηκε με αηδία από τον «στρατιωτικό δεσποτισμό» του Ναπολέοντα. Ωστόσο, δεν είχε καμία σχέση με τους εχθρούς του Βοναπάρτη, τους «υποκριτές ελευθερωτές της Ευρώπης», όπως τους αποκαλούσε. Η αποστασιοποίησή του δεν ανταποκρινόταν απλώς στα διπλωματικά συμφέροντα μιας νεαρής και ουδέτερης δημοκρατίας∙ προέκυπτε ως φυσικό επακόλουθο των δημοκρατικών του πεποιθήσεων και του δημοκρατικού του πάθους.

Σε αντίθεση με τον Τζέφερσον, ο Γκαίτε έζησε μέσα στο κέντρο της καταιγίδας. Κατά σειρά, τα στρατεύματα του Ναπολέοντα και οι στρατιώτες του Αλέξανδρου εγκαταστάθηκαν στη Βαϊμάρη του. Ως υπουργός του Πρίγκηπά του, ο Γκαίτε υποκλίθηκε καιροσκοπικά σε κάθε εισβολέα. Αλλά ως στοχαστής και άνθρωπος, παρέμεινε αδέσμευτος και απόμακρος. Είχε επίγνωση του μεγαλείου της γαλλικής επανάστασης και συγκλονίστηκε από τις φρικαλεότητές της. Χαιρέτισε τον ήχο των γαλλικών όπλων στο Βαλμί ως το άνοιγμα μιας νέας και καλύτερης εποχής και διέβλεψε τις ακρότητες του Ναπολέοντα. Πανηγύρισε την απελευθέρωση της Γερμανίας από τον Ναπολέοντα, έχοντας πλήρη επίγνωση της αθλιότητας αυτής της «απελευθέρωσης». Η αποστασιοποίησή του, τόσο σ’ αυτά όσο και σε άλλα θέματα, του χάρισε τη φήμη του «ολύμπιου»∙ και ο χαρακτηρισμός αυτός δεν ήταν πάντα κολακευτικός. Αλλά η ολύμπια εξωτερική του εμφάνιση κάθε άλλο παρά οφειλόταν σε μια εσωτερική αδιαφορία για τη μοίρα των συγχρόνων του. Κάλυπτε το δράμα του: την ανικανότητα και την απροθυμία του να ταυτιστεί με σκοπούς, που ο καθένας του ήταν ένα μπερδεμένο κουβάρι καλού και κακού.

Τέλος, ο Σέλλεϋ παρακολούθησε τη σύγκρουση των δύο κόσμων με όλο το φλογερό πάθος, το θυμό και την ελπίδα για τα οποία ήταν ικανή η υπέροχη νεανική ψυχή του: σίγουρα δεν ήταν ολύμπιος. Ωστόσο, ούτε για μια στιγμή δεν αποδέχτηκε τους ισχυρισμούς αυτοδικαίωσης και τις αξιώσεις οποιουδήποτε από τους εμπόλεμους. Σε αντίθεση με τους μεγαλύτερους από αυτόν πρώην γιακωβίνους, ήταν πιστός στη γιακωβίνικη ρεπουμπλικανική ιδέα. Ως οπαδός της γαλλικής δημοκρατίας, και όχι ως πατριώτης της Αγγλίας του Γεωργίου Γ', χαιρέτισε την πτώση του Ναπολέοντα, αυτού του «πιο άτολμου σκλάβου» που «χόρευε και γλεντούσε πάνω στον τάφο της Ελευθερίας». Αλλά ως  υποστηρικτής της γαλλικής δημοκρατίας γνώριζε επίσης ότι «η αρετή έχει κάποιους πιο παντοτινούς εχθρούς» από τη βοναπαρτιστική βία και απάτη –«την παράδοση, το νόμιμο έγκλημα και τη θρησκευτική πίστη», που ενσωματώθηκαν στην Ιερή Συμμαχία.

Και οι τρεις τους - ο Τζέφερσον, ο Γκαίτε και ο Σέλλεϋ - ήταν κατά μία έννοια παρείσακτοι στη μεγάλη σύγκρουση της εποχής τους, και γι’ αυτό ερμήνευσαν την εποχή τους με μεγαλύτερη ειλικρίνεια και διεισδυτικότητα από ό,τι οι φοβισμένοι – οι γεμάτοι μίσος πιστοί οπαδοί κάθε πλευράς.

Τι κρίμα και τι ντροπή που οι περισσότεροι πρώην κομμουνιστές διανοούμενοι έχουν την τάση να ακολουθούν την παράδοση του Γουόρντσγουορθ και του Κόλεριτζ, και όχι εκείνη του Γκαίτε και του Σέλλεϋ.

 

μετάφραση: Χάρης Γολέμης

 

 

Σημειώσεις του Μεταφραστή:

1. Αυτή η παράγραφος υπήρχε και στο πρώτο μέρος του άρθρου. Την προσθέτουμε εδώ για να υπάρξει σύνδεση με το δεύτερο μέρος

2. Βρετανός συντηρητικός πολιτικός (1759-1806), πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας για 18 χρόνια. Από πολλούς θεωρείται ως ένα πρόσωπο με εξέχουσες διοικητικές ικανότητες, που προώθησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Για να αντιμετωπίσει τις δαπάνες του πολέμου κατά της Γαλλίας αύξησε τη φορολογία των πλουσίων (Πηγή: Wikipedia).

3. Ο γκαντισμός είναι ένα σύνολο ιδεών (κυρίως η μη βίαιη αντίσταση) που εμπνέεται από το έργο και τη στάση ζωής του Μαχάτμα Γκάντι.

4. βλ. υποσημείωση 1 στο πρώτο μέρος του άρθρου.

Πρόσφατα άρθρα ( Ιδέες )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet