«Όσο αποτρόπαια, δραματική, αδιέξοδη, κι αν είναι η κατάσταση, υπάρχει πάντα κάτι που μπορούμε να κάνουμε. Κι είναι αυτό που εσείς με μεγάλη φροντίδα και θάρρος τολμήσατε, εμποδίζοντας αυτό το θέατρο να διαγραφεί από τον χάρτη και να μετατραπεί σε σύμβολο της εποχής μας, σε ένα σουπερμάρκετ. Κάνοντας αυτό το βήμα μαζί, πολλά αποκαλύπτονται: πόσο η κοινωνία είναι κομματιασμένη, αλλά την ίδια στιγμή ότι μικρές ομάδες μπορούν να δουλέψουν μαζί παρεμβαίνοντας με σημαντικές δράσεις. […] Εσείς αποφασίσατε να κάνετε ένα βήμα, που αποδεικνύει ότι μια ομάδα μπορεί να σκεφτεί, να συζητήσει, να αισθανθεί, να δράσει, μαζί. Σώσατε το θέατρο αλλά δεν αρκεί. Το επόμενο ερώτημα είναι σε τι χρησιμεύει το θέατρο; […] Δεν είναι αφηρημένη ερώτηση ούτε μπορούμε να απαντήσουμε απόλυτα, η χθεσινή απάντηση έχει παλιώσει. Αυτό το ερώτημα πρέπει να επανεξετάζεται διαρκώς». Αυτά είχε πει, μεταξύ άλλων, το 2013, ο, πάντα ανοιχτός σε ό,τι ζωτικό και ουσιαστικό συνέβαινε, 88χρονος τότε Πίτερ Μπρουκ στο μήνυμά του, που είχε βιντεοσκοπήσει ο γιος του Σάιμον Μπρουκ, προς τους εργαζόμενους, τους ηθοποιούς, τους ακτιβιστές, καταληψίες του ιστορικού Teatrο Valle στη Ρώμη, προκειμένου να το σώσουν όταν η δημοτική επιχείρηση Ente teatrale italiano, που στήριζε το θέατρο, έκλεισε, συνέπεια των κρατικών περικοπών.

 

«Πάντα αισθανόμουν ότι ένα θέατρο μοιάζει με εικόνα του ανθρώπινου εγκεφάλου. Και σε αυτόν τον εγκέφαλο (κι αυτός είναι ο λόγος που τόσο αγαπώ το Bouffes du Nord, που με τη μορφή του μοιάζει να περικλείει τους θεατές σε ένα χώρο κυκλικό και φιλόξενο) δεν κατοικούν μόνο σκέψεις αλλά και συναισθήματα και δράσεις και σιωπές που δίνουν νόημα στην ανθρώπινη κατάσταση. Κι αυτό εύκολα το ξεχνάμε κυνηγώντας την τέχνη και την κουλτούρα ως αυτοσκοπό. Έχει χαθεί σήμερα η αναζήτηση της ζωτικότητας. Η προσπάθεια να κάνουμε κάτι καλά, με τρόπο διαφορετικό και συναρπαστικό, αντιμετωπίζεται ως κίνδυνος».

Ο Μπρουκ γεννήθηκε στις 21 Μαΐου 1925, στο Λονδίνο, από εβραίους μετανάστες γονείς από τη Λετονία, που τότε αποτελούσε μέρος της Ρώσικης Αυτοκρατορίας. Οι γονείς του είχαν αφήσει τη χώρα το 1907, σπούδασαν στο Παρίσι και τη Λιέγη την οποία εγκατέλειψαν όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στο Βέλγιο, και κατέφυγαν, στη συνέχεια, στην Αγγλία το 1914. Ενώ σπούδαζε ακόμη στην Οξφόρδη, είχε γυρίσει μια ερασιτεχνική ταινία, το «Sentimental journey through France and Italy» από το ομώνυμο βιβλίο του Λόρενς Στερν, και θεωρούσε το θέατρο ένα ξεπερασμένο πρόγονο του σινεμά. Επειδή κανένας δεν ενδιαφερόταν να χρηματοδοτήσει την ταινία ενός 18χρονου, έγραψε και ανέβασε ένα θεατρικό έργο, ένα διάλογο ανάμεσα σε δυο στρατιώτες που ο ίδιος αντιμετώπισε ως φιλμ.

 

Πλούτος συνεργασιών και έμπνευσης

 

Όπως είχε πει, το θέατρο γι’ αυτόν αρχικά ήταν μια συναρπαστική αλλά αισθητηριακή εμπειρία. Έτσι τα πρώτα χρόνια επικεντρωνόταν στα οπτικά στοιχεία της παράστασης. Όταν σκηνοθέτησε το έργο του Σέξπιρ «Με το ίδιο μέτρο» πίστευε ότι δουλειά του σκηνοθέτη είναι να δημιουργήσει μια εικόνα που θα επιτρέπει στους θεατές να εισέλθουν στο έργο. Έτσι είχε αναπαραστήσει γι’ αυτό τους κόσμους του Μπος και του Μπρέγκελ. Όπως και το 1946 για το Αγάπης Αγώνας Άγονος αυτόν του Βατό. Μια σημαντική στιγμή, όπως είχε πει ο ίδιος ο Μπρουκ, ήταν όταν ξήλωσε το σκηνικό του Βασιλιά Ληρ (1962) και άρχισε να αναγνωρίζει ότι η παράσταση ήταν ένα συμβάν, που δεν εξαρτιόταν από το σκηνικό αλλά από το γεγονός το ίδιο, ότι, δηλαδή, ένας ηθοποιός διασχίζει τη σκηνή. Προσέγγιση που θα μορφοποιηθεί το 1968, στο «κλασικό» βιβλίο «The empty space», όπου η άδεια σκηνή του ελισαβετιανού θεάτρου, μακριά από τις «φιλολογικές» προσεγγίσεις, θα γίνει ο καμβάς για την έρευνά του στην αναζήτηση νέων διαφορετικών τρόπων για το ζωντανό θέατρο, με οδηγούς τις θεατρικές πρωτοπορίες του 20ού αιώνα: τους Ρώσους Στανισλάφσκι και κυρίως Μέγιερχολντ, τον Αντονίν Αρτό και το Θέατρο της Σκληρότητας, τους σύγχρονούς του, τον Τζούλιαν Μπεκ και τη Τζούντιθ Μαλίνα, δημιουργούς του Living Theatre, μιας από τις πιο ριζοσπαστικές θεατρικές ομάδες του 20ού αιώνα, και βέβαια τον Γιέρζι Γκροτόφσκι τον οποίο θαύμαζε, παρά τις μεγάλες διαφορές τους, στην αντίληψη για το θέατρο και στις παραδόσεις τους: «Είναι μοναδικός. Χαρακτηρίζει το θέατρό του εργαστήρι κι έχει δίκιο. Είναι ένα κέντρο έρευνας, ίσως το μοναδικό πρωτοποριακό θέατρο όπου η φτώχεια δεν αποτελεί μειονέκτημα».

 

Από την παράσταση «The man who»

 

Τις δεκαετίες ’50 κι ’60 σκηνοθέτησε μεγάλη γκάμα έργων, Σέξπιρ, Σενέκα, Ίψεν, Ντίρενματ, Άρθουρ Μίλερ, Ζενέ, Τζον Άρντεν, Ζαν Ανουίγ, Πέτερ Βάις, μεταξύ πολλών άλλων, συνεργάστηκε με τους περισσότερους βρετανούς ηθοποιούς, με πιο αγαπημένο τον Τζον Γκίλγουντ για τη διαθεσιμότητά του, την ικανότητά του να εκτιμά τις πιο λεπτές αποχρώσεις της ζωής και της δουλειάς. Η τελευταία σκηνοθεσία του Μπρουκ στην Αγγλία το 1970 ήταν το «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Σέξπιρ, επίσης μια παράσταση σταθμός καθώς οι ηθοποιοί αιωρούνταν σε κούνιες σε ένα κατάλευκο άδειο σκηνικό. Την ίδια χρονιά δημιουργεί το Διεθνές Κέντρο Θεατρικής Έρευνας (International Centre for Theatre Research) με τη συνεργάτριά του Micheline Rozan και με τη συμμετοχή ηθοποιών απ’ όλο τον κόσμο, ανάμεσά τους η σπουδαία Νατάσα Πάρι, γυναίκα του Μπρουκ, ο Μπρους Μάγιερς και ο Γιόσι Όιντα, ο οποίος τον Μάρτιο του 2004 είχε βρεθεί στην Αθήνα, στο πλαίσιο του 2ου Φεστιβάλ Εναλλακτικής Σκηνής.

 

Σε όλο τον κόσμο

 

Σύμφωνα με τον Μπρουκ «αν θέλεις να μιλήσεις για τους ανθρώπους, δεν μπορείς να περιοριστείς στους λευκούς αστούς της κοινωνίας μας». Η ομάδα επί τρία χρόνια έδωσε παραστάσεις σε Αφρική, Αμερική, Μέση Ανατολή, σε τοποθεσίες και σημεία όπως στην έρημο της Σαχάρας και σε χωριά του Μάλι, στα ερείπια της Περσέπολις, στις φτωχογειτονιές του Παρισιού και στο Μπρονξ, σε αποθήκες… Το 1973, μαζί με την Rozan, σε μια φτωχική και πολυεθνική γειτονιά, πίσω από τη Gare du Nord, ανακαλύπτουν το εγκαταλειμμένο θέατρο Les Bouffes du Nord. «Μείναμε χωρίς ανάσα: Το θέατρο ήταν εκεί, κατεστραμμένο, μισοκαμμένο, με νοτισμένους τους τοίχους από τη βροχή, γεμάτο τρύπες, ωστόσο αριστοκρατικό, ανθρώπινο, μαγευτικό, πανέμορφο», το περιέγραψε ο Μπρουκ. Αποφάσισαν να μην το πειράξουν και ν’ αφήσουν πάνω του τα ίχνη εκατό χρόνων ζωής. Ένα χρόνο αργότερα θα παρουσιάσουν τον Τίμωνα τον Αθηναίο, λίγο αργότερα μια φτωχή Κάρμεν, χωρίς φτιασίδια παρά μόνο με τα κεντρικά πρόσωπα και τις φωνές των τραγουδιστών/ηθοποιών. Σταθμός για το Διεθνές Κέντρο Θεατρικής Έρευνας και για το θέατρο εν γένει, υπήρξε η θρυλική 9ωρη παράσταση Μαχαμπαράτα* από το ινδικό έπος σε σενάριο/προσαρμογή του Ζαν Κλοντ Καριέρ, που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ της Αβινιόν το 1985, ενώ σε 6ωρη μορφή κυκλοφορεί η ταινία σε βίντεο.

Η απώλεια του Μπρουκ είναι τεράστια: επί 75 χρόνια στο θέατρο δεν εγκατέλειψε ποτέ την έρευνα ενώ, και στις εννέα ταινίες που γύρισε, οι περισσότερες μεταφορές θεατρικών έργων που είχε σκηνοθετήσει, επιδίωξή του ήταν ν’ αποφύγει την πλήξη του κινηματογραφημένου θεάτρου, αναζητώντας μια αυτόνομη κινηματογραφική γλώσσα που να εμπλέκει το κοινό. Η προσέγγισή του ποτέ δεν κύλισε στον ακαδημαϊσμό, ούτε ποτέ υιοθέτησε τον ρόλο του γκουρού. Όπως μαρτυρά η παρέμβασή του για το Teatro Valle, ήταν πάντα έτοιμος, με νεανικότητα και ενθουσιασμό, να δημιουργεί και να στηρίζει ό,τι ζωτικό και αληθινό συνέβαινε στο θέατρο.

 

Σημειώσεις:

* www.epohi.gr/article/3561/i-parastasi-stathmos-tou-piter-brouk-maxamparata

 

Σοφία Ξυγκάκη Περισσότερα Άρθρα
Tags:
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet