Ο αρμόδιος υπουργός Πολιτικής Προστασίας το πρωί της Δευτέρας, 4 Ιουλίου, δήλωνε ότι «δεν πιστεύω στα δράματα, πιστεύω στην ψυχραιμία, στη σύνεση και στη σωστή δουλειά της πρόληψης, της προετοιμασίας, της ετοιμότητας». Την ημέρα εκείνη, μεταξύ άλλων, καιγόταν το πολιτιστικό μνημείο της Unesco, το μνημείο της φύσης για το οποίο έχουν δαπανηθεί πιστώσεις και δράσεις για τη διατήρησή του, το ιστορικό δελφικό τοπίο, η πολιτιστική μας κληρονομιά, ο ελαιώνας της Άμφισσας, πηγή ζωής και επιβίωσης των κατοίκων της περιοχής. Για άλλη μια φορά, περιουσίες καταστράφηκαν, αλλά ευτυχώς «δεν θρηνήσαμε ανθρώπινα θύματα».

Την ίδια μέρα καιγόταν η Αχαΐα, η Ηλεία, η Αργολίδα, η Κορινθία, η Αττική και πιθανόν και πολλές άλλες περιοχές που δεν έλαβαν την αντίστοιχη δημοσιότητα. Στην Εύβοια σπίτια καταστρέφονται από φωτιά σε χόρτα – καλάμια, ενώ στην Αττική σε μια περιοχή που είχε καεί ξανά, επαναλαμβάνεται το ίδιο σενάριο…

Το χρονικό διάστημα 3 έως και 6 Ιουλίου, σημειώθηκαν τα πρώτα «τεσσάρια» (στάδιο πολύ υψηλής επικινδυνότητας) της φετινής αντιπυρικής περιόδου. Οι καταστροφές που συνέβησαν στο δασικό, γεωργικό, αστικό, πολιτιστικό και αρχαιολογικό περιβάλλον ανυπολόγιστες. Προστιθέμενες, δε, σε αυτές που συνέβησαν τον Απρίλιο και Ιούνιο του φετινού έτους, το περιβαλλοντικό αποτύπωμά τους και η οικονομική αξία των ζημιών αυξάνεται εκθετικά.

 

Τι φταίει;

 

Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί ενώ, και σύμφωνα πάντα με τις δηλώσεις των αρμοδίων, όπου ειδικά φέτος έχουν αυξηθεί τα μέτρα πρόληψης και έχουν ληφθεί εκείνα τα μέτρα και οι αποφάσεις για την καταστολή (δασοκομμάντος, ευρωπαίοι πυροσβέστες), φθάνουμε δύο μήνες από την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου να «θρηνούμε» τόσο μεγάλες απώλειες. Τι είναι τελικά αυτό που φταίει και ο «σχεδιασμός» αποτυγχάνει;

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι η κύρια αιτία είναι οι επικρατούσες καιρικές συνθήκες. Ήδη, όμως, οι επιστήμονες έχουν προειδοποιήσει ότι αυτές θα επαναλαμβάνονται πλέον πολύ συχνά. Λίγες μέρες πριν, η χώρα μας βρισκόταν εν μέσω ψυχρής λίμνης, όπου σημειώθηκαν έντονες βροχοπτώσεις, σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες (για την εποχή), η επικρατούσα υγρασία κυμαίνεται σε υψηλά ποσοστά. Ο δε άνεμος κατά τόπους κυμάνθηκε μεταξύ των 2–3 μποφόρ. Επομένως, δεν υπήρξαν, ούτε υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που θα οδηγούσαν σε υδατικό stress τη βλάστηση.

Η επικρατούσα άποψη της κοινής γνώμης, αναφορικά με την τοποθέτηση ανεμογεννητριών σε δασικές εκτάσεις, ως κίνητρο εμπρησμού, δεν βρίσκει έρεισμα, γιατί η δημιουργία αιολικών πάρκων είναι επιτρεπτή επέμβαση σε υφιστάμενες δασικές εν γένει εκτάσεις, μεταξύ των οποίων και οι κηρυγμένες ως αναδασωτέες εκτάσεις. Αυτό αποτελεί αποκλειστικά και μόνο, βούληση του νομοθέτη.

Ως άλλη αιτία των «μέγα πυρκαγιών» παρουσιάζεται το είδος της επικρατούσας δασικής βλάστησης και κυρίως το είδος της χαλεπίου πεύκης. Πληθώρα συζητήσεων, αναλύσεων, σχολίων παρατηρούνται μετά από μεγάλες δασικές πυρκαγιές, με κύριο υπαίτιο το καημένο το πεύκο. Όμως, το είδος αυτό είναι αυτόχθονο έχει χαμηλές απαιτήσεις και επιβιώνει ακόμη και σε εδάφη βραχώδη. Η όποια ενέργεια αντικατάστασής του με άλλα είδη, περισσότερα πυράντοχα ή βραδυφλεγή, είναι σίγουρο ότι θα επιφέρει πολύ μεγάλες αλλοιώσεις στη βιοποικιλότητα με ανυπολόγιστες και δυσαναπλήρωτες επιπτώσεις. Η φύση επιλέγει από μόνη της τα είδη μέσω των οποίων θα «επιβιώσει» και η όποια παρέμβαση μόνο ως καταστροφική μπορεί να κριθεί. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι το μεσογειακό τοπίο, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί δια μέσω του χρόνου, αποτελείται πλέον από πυρόφιλα είδη.

Το τοπογραφικό ανάγλυφο, οι έντονες κλίσεις, το δύσβατο της περιοχής, η έλλειψη αντιπυρικών ζωνών, οι δύσκολες καιρικές συνθήκες αποτελούν ένα πολύ καλό «άλλοθι», τα οποία, όμως, όταν επαναλαμβάνεται δεν αποτελούν πλέον καμία «δικαιολογία».

 

Έλλειψη κατάλληλης προετοιμασίας

 

Και το ερώτημα παραμένει… Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα, λόγω της ζώνης εξάπλωσης (από άποψη δασικών ειδών) και των επικρατουσών κλιματικών συνθηκών, θα συμβαίνουν πάντα δασικές πυρκαγιές. Ας μην ξεχνάμε ότι πολλές φορές και η ίδια φύση επιλέγει τον τρόπο αυτό (μέσω των πυρκαγιών) για να αναγεννηθεί. Το ζήτημα είναι αν οι ενέργειες που γίνονται και οι αποφάσεις που λαμβάνονται είναι εκείνες που συντελούν στον περιορισμό της εξάπλωσής τους.

Η «θεοποιημένη» αεροπυρόσβεση με την ενοικίαση τόσων εναέριων μέσων (σύμφωνα με δηλώσεις του αρμόδιου υπουργού είναι πάνω από 90 φέτος), αδρανοποιείται κάθε φορά που αυξάνεται η ένταση του ανέμου. Με δεδομένες τις προβλέψεις για την ύπαρξη ισχυρών ανεμών, απαιτείται η ύπαρξη εναλλακτικού σχεδίου που να επικεντρώνεται στην επίγεια κατάσβεση.

Αν κάποιος προχωρήσει σε μια προσεκτική ανάλυση των στοιχείων που παρέχονται από το Πυροσβεστικό Σώμα, αναφορικά με τον αριθμό των οχημάτων και των πυροσβεστών που συμμετέχουν σε ένα συμβάν, θα διαπιστώσει ότι σε κάθε όχημα αντιστοιχούν δύο άτομα, ο οδηγός και ένας πυροσβέστης. Εν τοις πράγμασι, ο σχεδιασμός αυτός για την αντιμετώπιση της δασικής πυρκαγιάς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πετυχημένος, καθώς η μεταφορά του νερού μέσω των «εγκαταστάσεων» σε όσο το δυνατόν πιο μακρινά, από τον δρόμο, σημεία, είναι ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος κατάσβεσης.

Η «θεωρητική» συμμετοχή μεγάλου αριθμού πυροσβεστών και οχημάτων, απλώς ικανοποιεί το κοινό αίσθημα. Οι πολυδιαφημισμένοι και πολύ πρόσφατα θεσμοθετημένοι «δασοκομμάντος», που παρουσιάζονται ως πρωτοπορία για τα ελληνικά δεδομένα, ενώ για πρώτη φορά εμφανίστηκαν το 1994 επί Δασικής Υπηρεσίας, αφενός δεν έχουν προλάβει να εκπαιδευτούν και αφετέρου να αποκτήσουν εμπειρία στην αντιμετώπιση τέτοιων συμβάντων.

Οι δε, ευρωπαίοι πυροσβέστες, παρότι προέρχονται από χώρες που τα δασικά τους οικοσυστήματα δεν έχουν κοινά χαρακτηριστικά με τα δικά μας (διαφορετικά είδη, χαμηλότερες θερμοκρασίες κ.λ.π.), κατά την περσινή αντιπυρική περίοδο και όπου αυτοί συμμετείχαν, η συμβολή τους αποδείχθηκε σημαντική και αποτελεσματική (επικέντρωση στην επίγεια κατάσβεση).

 

Μην μείνουμε στις εντυπώσεις

 

Η παράθεση αριθμών και εντυπωσιακών φράσεων για τη δημιουργία εντυπώσεων δεν διαφοροποιεί το επί της ουσίας αποτέλεσμα, παρά μόνο την επικάλυψη των ουσιαστικών προβλημάτων και αιτιών.

Η επικάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ διαφόρων φορέων, η έλλειψη της επιστήμης στην κατάσβεση, η «διαφορετική γλώσσα» μεταξύ των πυροσβεστών και των δασικών υπαλλήλων, ο ουσιαστικός εξοστρακισμός της Δασικής Υπηρεσίας από το φυσικό της περιβάλλον, παρόλη τη διαφημισμένη «συνεργασία», η απουσία των δασόβιων και παραδασόβιων πληθυσμών, καθώς και των εργαζομένων στο δάσος (δασεργάτες, ρητινοσυλλέκτες –όπου υπάρχουν ακόμη) είναι μερικές από τις αιτίες που παραβλέπονται. Και όσο παραβλέπονται, τόσο θα αυξάνουν τις επιπτώσεις και τα δυσμενή αποτελέσματα.

Ο σχεδιασμός των αρμόδιων υπό το «κράτος του φόβου» για τη μη ύπαρξη ανθρώπινων θυμάτων κατά τη διάρκεια δασικής πυρκαγιάς, κρίνεται ως ο σημαντικότερος παράγοντας για την αναποτελεσματικότητα των ληφθέντων μέτρων, αναφορικά με την προστασία του δασικού, γεωργικού, αστικού περιβάλλοντος, του αρχαιολογικού τοπίου της τουριστικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.

Και όσο ο «φόβος» παραμένει και δεν γίνεται η υπέρβαση για την αλλαγή προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης των πυρκαγιών εντός των δασικών εκτάσεων, όσο οι αποφάσεις και οι κινήσεις πραγματοποιούνται αποκλειστικά και μόνο υπό το πρίσμα της ικανοποίησης της κοινής γνώμης, και όσο δεν υπάρχει η πολιτική βούληση, θα συνεχίζουμε να αποχαιρετάμε την πολιτιστική, αρχαιολογική, τουριστική κληρονομιά, το δασικό, γεωργικό και αστικό περιβάλλον.

Και για κάθε μέρα που συμβαίνουν αυτά, θα σημαίνει μια επιπλέον μέρα λιγότερη ανάσας, τροφής, μια μέρα απομάκρυνσης από τη ζωή.

 

Αντιγόνη Καραδόντα Η Αντιγόνη Καραδόντα είναι δασοπόνος Msc, υποψήφια διδάκτορας Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Περιβάλλον )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet