Το βράδυ της Παρασκευής, στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός, για τον εορτασμό των 150 χρόνων λειτουργίας, πραγματοποιήθηκε εκδήλωση προς τιμή του Κωστή Παλαμά. Ο Γεράσιμος Ζώρας αναφέρθηκε στη σχέση του ποιητή με τον Σύλλογο και η Δέσποινα Δούκα στην επιστολική σχέση του με την Λιλή Πατρικίου-Ιακωβίδη. Εμείς, και ως αντίστιξη σε αυτές τις δυο στενές σχέσεις, θα σχολιάσουμε τη σχέση του με τον Κ. Π. Καβάφη. Πρόκειται για μία σχέση, που δεν υπήρξε ούτε προσωπική ούτε επιστολική, για την οποία υπάρχουν στοιχεία από ανομοιογενή δημοσιεύματα στη διάρκεια μίας 15ετίας. Συγκροτούνται από άρθρα, δύο συνεντεύξεις και επιστολές προς τρίτους του Παλαμά. Αντίστοιχα, του Καβάφη, μία συνέντευξη και επιστολές προς τον Μάριο Βαϊάνο. Επίσης, δημοσιεύματα τρίτων. Παρότι η σχέση τους έχει απασχολήσει, δεν έχει παρουσιαστεί συστηματικά. Σημειώνουμε δυο σχετικά δημοσιεύματα των Μ. Γιαλουράκη και Θ. Σουλογιάννη, στα καβαφικά αφιερώματα των περιοδικών «Νέα Εστία» (1963) και «Διαβάζω» (1983), που αναφέρονται σε “χρονικό διαμάχης”. Λόγω στενότητας χώρου, θα δώσουμε μία συντομευμένη ανασύνθεσή της, η οποία, ως ένα βαθμό, διαφοροποιεί την επικρατούσα άποψη, που είναι φιλοπαλαμική, αλλά όχι αντικαβαφική, ρίχνοντας το βάρος της αντιπαράθεσής τους στην αδιαλλαξία των θιασωτών τους.      
Με αυτόν τον τρόπο, την διατύπωσε ο Γ. Π. Σαββίδης, σε επετειακή επιφυλλίδα στο «Βήμα» (28 Απρ. 1973): “Ανάμεσα σε εκείνους που πρώτοι διέγνωσαν την ιδιοφυΐα του Καβάφη, δικαίως μνημονεύονται ξεχωριστά ο Γρηγόριος Ξενόπουλος και ο Μόργκαν Φόρστερ.” Προσθέτοντας: “Η γραμματολογική δικαιοσύνη απαιτεί, σε τούτα τα δυο τιμημένα ονόματα, να προστεθεί ένα τρίτο: του μεγάλου μας ποιητή-κριτικού, που – άσχετο αν αργότερα μερικοί άτσαλοι οπαδοί του καβαφικού θιάσου (όπως και κάποιοι δικοί του, άλλωστε) τον έσπρωξαν σε άχαρο πετροπόλεμο με τον Αλεξανδρινό – πρώτος διέκρινε και διατύπωσε, εναργέστερα και από τους δυο προηγούμενους, την βασική δομή του καβαφικού έργου. Ο τρίτος αυτός άνθρωπος... ήταν βέβαια ο Παλαμάς.” Ως καίριο θεωρεί παράθεμα από επιφυλλίδα του Παλαμά στην εφ. «Ελεύθερος Λόγος» (30 Ιουν. 1924), το οποίο και αναδημοσιεύει. Ήταν η δεύτερη αναφορά του Παλαμά στον Καβάφη. Ο Σαββίδης δεν επανήλθε στη σχέση των δυο ποιητών.
Τριάντα χρόνια αργότερα, και πάλι με αφορμή καβαφική επέτειο, ο Δ. Δασκαλόπουλος σχολίασε τη σχέση των δυο ποιητών στο ίδιο πνεύμα με τον Σαββίδη, φέροντας ως τεκμήριο για την έγκαιρη επισήμανση από τον Παλαμά “της ιδιοτυπίας του Αλεξανδρινού”, φράση από βιβλιοκρισία του στην εφ. «Εμπρός» (4 Δεκ. 1921): Στην Αλεξάνδρεια “υπάρχει εις ποιητής ωμολογημένης πρωτοτυπίας, ο Καβάφης, εξαιρέτως τιμώμενος υπό των νέων εκεί.” Μάλλον χωρίς επιμελή αυτοψία, ακολουθώντας εσφαλμένη αναφορά στην συμπληρωματική βιβλιογραφία Παλαμά του Κ. Γ. Κασίνη, την θεωρεί ως κατακλείδια κορωνίδα.
Στην ανασύνθεση της λογοτεχνικής σχέσης δύο συγγραφέων, είναι μάλλον αναγκαία η αποστασιοποίηση από τα πρόσωπα. Ο Σαββίδης ήταν μεν καβαφιστής, αλλά εκ πεποιθήσεως και εξ αντανακλάσεως μέσω Γ. Κ. Κατσίμπαλη, παλαμιστής. Ο Δασκαλόπουλος, επίσης, είναι καβαφιστής, αλλά μάλλον παρέμεινε και εξ αντανακλάσεως μέσω Σαββίδη, παλαμιστής. Σημειώνουμε πως, στην ίδια ερμηνευτική γραμμή, κινείται και ο Χ. Λ. Καράογλου στην εμπεριστατωμένη μελέτη του, «Η αθηναϊκή κριτική και ο Καβάφης (1918-1924)», 1985.   
Η πρώτη ψηφίδα της σχέσης τους είναι η εν λόγω βιβλιοκρισία, σε στήλη που κρατούσε τότε ο Παλαμάς, υπογράφοντας ως W. Με τίτλο το όνομα της κρινόμενης συγγραφέως, Μαρία Βόλτου, αφορά το δεύτερο βιβλίο της, «Λεβαντινισμοί!», ένα μυθιστόρημα ταξιδιωτικού τύπου. Ο Παλαμάς παρατηρεί: “Φαίνεται ως να εγράφη πολύ βιαστικά”,  “η γλώσσα του είναι ατημέλητος”. Πιο καλογραμμένο θεωρεί το πρώτο βιβλίο της, “ένα τόμον ποιητικών και στοχαστικών πεζογραφημάτων υπό τον τίτλον «Διαβαίνοντας...» με το ψευδώνυμον Άργα Πηλεία”, που είχε εκδώσει δυο χρόνια νωρίτερα. Εκ προοιμίου, προλαμβάνει την απορία, γιατί κρίνει άξια αναφοράς την Βόλτου και κριτικής παρουσίασης το δεύτερο βιβλίο της: Είναι “κόρη της Αλεξανδρείας, καθώς μανθάνω, νεαρωτάτη θεράπαινα των Μουσών· φέρει όνομα τα μέγιστα τιμώμενον εις τον εμπορικόν κόσμον της Αιγύπτου, ενθυμίζον την λαμπροτάτην κληρονομίαν, η οποία κατά το παρελθόν έτος, διετέθη υπέρ του Εθνικού Πανεπιστημίου· κληρονομίαν, η οποία τον διαθέτην Ηρακλή Βόλτον αρκεί δια να συγκαταλέξη μεταξύ των επισημοτάτων εθνικών ευεργετών.”
Από τη Ζαγορά Πηλίου η οικογένεια Βόλτου, οι δυο αδελφοί, ο Αλέξανδρος και ο Ηρακλής, ασχολήθηκαν με το εμπόριο βαμβακιού. Ο Ηρακλής απεβίωσε το 1920, αφήνοντας όλη την περιουσία του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τον Αλέξανδρο, ως ιδρυτικό μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου της Αιγύπτου, τον αναζητεί ο Σαββίδης στους “καταλόγους διανομής συλλογών” του Καβάφη. Αντ’ αυτού, εντοπίζει τετράκις το όνομα Βόλτου, ως Δεσπ. Βόλτου, το 1917, ως Μαρίκα Βόλτου, το 1918, και δις, ως Κα Βόλτου, το 1926. Φαίνεται πως ο Καβάφης προτίμησε να στέλνει τα φυλλάδιά του στο νεότερο μέλος της οικογένειας Βόλτου, τη Μαρία, κόρη του ετεροθαλούς αδελφού τους Παναγιώτη, γνωρίζοντας τις συγγραφικές της ανησυχίες. “Μέσον Α. Σεγκόπουλου” σημειώνει, πως θα λάβει η Μαρία το πρώτο τεύχος. Συντοπίτης της, από την Μιτζέλα Αλμυρού Βόλου, ο Σεγκόπουλος, γεννηθείς το 1898, ήταν λίγα μόνο χρόνια μεγαλύτερός της. Η ανάγνωση του δεύτερου βιβλίου της, που βρέθηκε στη Βιβλιοθήκη Καβάφη, προσεχτική, όπως δηλώνουν οι υπογραμμίσεις, το πιθανότερο να παρακινήθηκε από το άρθρο Παλαμά.
Η βιβλιοκρισία δεν κλείνει, αλλά ανοίγει με την μνεία του Καβάφη. Επίσης, δεν αποτελεί μεμονωμένη αναφορά, αλλά μέρος περιγραφής της λογοτεχνικής κίνησης στην Αλεξάνδρεια: “Περιοδικά κυκλοφορούν, τα ωρίμου ηλικίας «Γράμματα», η νεοθαλής «Σκέψη», βιβλία εκδίδονται, υπάρχει είς ποιητής ωμολογημένης πρωτοτυπίας, ο Καβάφης, εξαιρέτως τιμώμενος υπό των νέων εκεί, και είς ευγενής ζηλωτής και υποστηρικτής των ωραίων γραμμάτων, ως ακούω, ο Στέφανος Πάργας.” Πόσο, όμως, καλά γνωρίζει ο Μεσολογγίτης το έργο του Αλεξανδρινού; Εξαρχής τα ποιήματά τους γειτονεύουν σε αθηναϊκά έντυπα, από το «Αττικόν Μουσείο» μέχρι το Ημερολόγιο του Σκόκου. Ύστερα, η τιμητική μνεία στα «Γράμματα» και τον εκδότη τους, Πάργα, δείχνει πως έχει διαβάσει τα εκεί δημοσιευμένα καβαφικά ποιήματα, αν όχι τα πρώτα, του 1911, σίγουρα εκείνα της τριετίας 1917-1919. Ακόμη, τα ποιήματα στα τέσσερα τεύχη του διμηνιαίου περ. «Σκέψη» του Αντώνη Κόμη. Οπότε γεννιέται το ερώτημα, γιατί αποφασίζει τότε να μνημονεύσει τον Καβάφη και μάλιστα, κατά τρόπο, τιμητικό;
   Η επισήμανση από τον Δασκαλόπουλο του περιοριστικού προσδιορισμού “τιμώμενος υπό των νέων εκεί” είναι εύστοχη. Πιθανώς, με την αναφορά του ζητάει να οριοθετήσει την απήχηση Καβάφη μακράν του δικού του χρόνου και χώρου. Αποφεύγει, πάντως, να διατυπώσει δική του άποψη, υιοθετώντας την κύρια επισήμανση του Ξενόπουλου για τον πρωτότυπο χαρακτήρα της ποίησής του. Δεν πιστεύουμε, ωστόσο, πως είναι το άρθρο του Ξενόπουλου, πριν κοντά μία εικοσαετία, που τον παρακίνησε, αλλά, το πιθανότερο, η διάλεξη για τον Καβάφη του Τέλλου Άγρα, στις 30 Μαρ. 1921. Το κείμενο της ομιλίας δημοσιεύτηκε πολύ αργότερα, στον 10ο τόμο του «Δελτίου του Εκπαιδευτικού Ομίλου, Αύγ. 1923. Ο Παλαμάς δεν θα την παρακολούθησε στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου. Ωστόσο η επιτυχία της βραδιάς είχε γίνει ευρύτερα γνωστή.
   Σύμφωνα με τον Ξενόπουλο: “Η φιλολογική σάλα γέμισε ασφυκτικά... μια νέα κοπέλα απάγγειλε τα κυριώτερα κομμάτια του ποιητή μας... Βαθιά τα αισθάνθηκε ο κόσμος και τα καταχειροκρότησε όλα. Ένα πλήθος μάλιστα νέοι δεν τ’ άκουγαν πρώτη φορά. Τα ήξεραν απέξω. Και φεύγοντας γοητευμένοι... έλεγεν ο ένας στον άλλο: «Ο Καβάφης!... α, τι ποιητής!»” Αυτοί οι ενθουσιώδεις θαυμαστές του Καβάφη ήταν οι εδώ νέοι, όχι οι εκεί. Και δεν ήταν μόνο οι νέοι. Δυο αθηναϊκές εφημερίδες από τις μεγαλύτερες, ο «Ελεύθερος Τύπος» και η «Πατρίς», είχαν δημοσιεύσει σειρά ποιημάτων του. Η πρώτη επί μία εβδομάδα (Μάρ. 1921), η δεύτερη, καλοκαίρι 1921. Τέλος, ο Παλαμάς θα είχε διαβάσει, Νοέ. 1921, στο περιοδικό της Ευγενίας Ζωγράφου, «Ελληνική Επιθεώρησις», τη μελέτη του συνομήλικου και φίλου του Άγρα, Απόστολου Δρίβα, γραμμένη ένα χρόνο νωρίτερα.
Η δεύτερη, σε χρονολογική σειρά, ψηφίδα της σχέσης τους, που μνημονεύει ο Σαββίδης, αφορά σειρά πέντε εβδομαδιαίων επιφυλλίδων (16 Ιουν. - 21 Ιουλ. 1924) του Παλαμά, με τον γενικό, φροϋδικής έμπνευσης, τίτλο «Libido». Ο Παλαμάς εστιάζει στο θέμα του γυμνού, εκκινώντας με άποψη περί του γυμνού στη ζωγραφική του αμερικανού φιλόσοφου και ποιητή Ραλφ Γουόλντο Έμερσον, κύριου εκπροσώπου του υπερβατισμού στη Νέα Αγγλία, κατά τον 19ο αι. Σε αυτήν, αντιπαραθέτει “τη γύμνια των πορνογράφων και των ωμών πραγματιστών”. Μετά αναφέρεται στη δική του ποίηση, που χαρακτηρίζει φιλοσοφική, για να έρθει στο θέμα του, που είναι η ηδονική ποίηση του Καβάφη. Επιλέγει, όπως σχολιάζει ο Σαββίδης, “ένα από τα πιο σκανδαλώδη ερωτικά ποιήματα του Καβάφη”. Το ποίημα «Να μείνει», με χρονολογία γραφής Μάρ. 1918 και πρώτη δημοσίευση Απρ. 1924 στο περ. της Αλεξάνδρειας «Αργώ». Αναδημοσιεύτηκε στο «Ελεύθερον Βήμα» (9 Ιουν. 1924) και τρεις μέρες αργότερα, στο «Έθνος», σε αντικαβαφικό δημοσίευμα του Π. Ταγκόπουλου. Είναι το πέμπτο ερωτικό ποίημα δημοσιευμένο σε αθηναϊκό έντυπο, αλλά το πρώτο σε εφημερίδα. Επίσης, το πρώτο από τα δημοσιευμένα ερωτικά, με “σάρκας γύμνωμα”. Αυτές οι πρωτιές ενδέχεται να ερμηνεύουν την επιλογή του και συνακόλουθα, την εκλογή του θέματος των επιφυλλίδων.
Για δεύτερη φορά, ο Παλαμάς περιορίζει το θέμα του Καβάφη “στους νέους εκεί” (= Αλεξάνδρεια). Παρακάμπτει, δηλαδή, τις αθηναϊκές δημοσιεύσεις του ποιήματος, ανασύροντας το αλεξανδρινό περιοδικό μιας δράκας νέων. Έχει, όμως προτάξει τα τεύχη δυο άλλων ελλαδικών νεανικών περιοδικών. Στην πρώτη επιφυλλίδα, αναφέρει τα «Μακεδονικά Γράμματα» της Θεσσαλονίκης, συγκεκριμένα, το τεύχος Απρ. 1923, όπου δημοσιεύεται η δεύτερη συνέχεια του μελετήματος του Γ. Βαφόπουλου για τον Καβάφη. Αυτό, ούτε καν το μνημονεύει. Σχολιάζει σονέτο με τίτλο «Πόρνη», χωρίς να αναφέρει όνομα ποιητή, μόνο πως είναι έργο “ανθρώπου γυμνασμένου στο στίχο.” Πρόκειται για τον νεαρό τότε ηθοποιό Κώστα Μουσούρη, που επιδιδόταν και στην ποίηση. Στη δεύτερη επιφυλλίδα, παρουσιάζει τεύχος (Φεβ.-Μαρ. 1924) της «Μηνιαίας Επιθεώρησης» του Φιλοτεχνικού Ομίλου Νέων στη Σάμο. Αναδημοσιεύει το ποίημα «Απόγευμα», και πάλι χωρίς όνομα ποιητή, με “την παράκληση προς τους σεμνούς να τον συγχωρήσουν”. “Στιχορράπτη” αποκαλεί τον ποιητή του, ενώ τον προηγούμενο, “στιχοπλέχτη”, παρατηρώντας πως “και οι δυο αναγαλλιάζουν μέσα στη γύμνια”.
Σε αυτήν τη νεανική συντροφιά, ως τρίτον, προσθέτει τον εξηκοντούτη Καβάφη. Προηγουμένως, όμως, σαν κατακλείδα στα όσα έγραψε για τα δυο άλλα περιοδικά, σχολιάζει: “Μυρίζει καβαφίλας. Η όσφρηση ξανοίγει την όραση.” Κατηγορηματική η συγκεκριμένη παραγωγική κατάληξη θηλυκών ουσιαστικών, εκφράζει γενικώς απώθηση, μεταξύ άλλων, δυσοσμία. Εδώ, πιθανώς από παπούτσι δεύτερης ποιότητας, αν λανθάνει λογοπαίγνιο με το επίθετο του Καβάφη. Το τρίτο περιοδικό είναι το «Αργώ», όπου παραθέτει το ποίημα χωρίς αναφορά του τίτλου. Μία εικασία θα ήταν πως θέλει να αποφύγει παραπομπή στις αθηναϊκές αναδημοσιεύσεις, αλλά και τον αντικαβαφικό σχολιασμό του Ταγκόπουλου, που εμμέσως απορρίπτει. Ο δικός του, αν διαβαστεί μεμονωμένος, όπως τον παραθέτει ο Σαββίδης, φαίνεται ευνοϊκός. Δείχνει, μάλιστα, με πόση προσοχή παρακολουθεί τις δημοσιεύσεις καβαφικών ποιημάτων, καθώς σχολιάζει το «Να μείνει» σε παραλληλία με το «Νόησις», δημοσιευμένο σε τεύχος των «Γραμμάτων» του 1917.
Αποπειράται φροϋδικού τύπου εμβάθυνση, αποδίδοντας στον ποιητή “κάποια ντροπή και κάποιο σαράκι για περιστατικά της ζωής του”. Αργοπορεί την ευθεία αναφορά στον Καβάφη, καταλήγοντας πως “το όνομα του κ. Καβάφη και τα προβλήματα που τυχόν γεννά ο λόγος του και ο στίχος του” τον αναγκάζουν να συνεχίσει στην επόμενη επιφυλλίδα. Εκεί, όμως, αναφέρεται στα «Άνθη του Κακού» του Μπωντλέρ, εστιάζοντας στο ποίημα «Μια νύχτα». Σχετικά με αυτό, υπάρχει μία παρατήρηση, που πλαγίως δείχνει και τον Καβάφη: “ποίημα με θέμα ωμό μας θυμίζει την «Πόρνη» του σοννετίστα των «Μακεδονικών Γραμμάτων» και όλων των ομότεχνών του, νεώτερων και πρεσβύτερων, θεραπευτών του ηδονισμού”. Συνεχίζει στις επόμενες δυο επιφυλλίδες, με παραδείγματα και άλλων Ευρωπαίων ποιητών, τονίζοντας το αναγκαίο πάντρεμα “ηδονισμού και ιδανισμού”, που, πλαγίως και χωρίς περαιτέρω αναφορά, καταγράφει ως προβληματικό έλλειμμα της καβαφικής ποίησης.
Είναι μάλλον προφανής η στρατηγική του Παλαμά και στα δυο δημοσιεύματα. Δημιουργεί την εντύπωση της εν παρόδω αναφοράς στην ποίηση του Καβάφη, με μία μόλις φράση στην πρώτη και με σύντομη περικοπή στη δεύτερη μόνο επιφυλλίδα, ενώ, εν μέρει η βιβλιοκρισία και ολόκληρη η σειρά των επιφυλλίδων παρακινούνται από την πρόθεσή του να επισημάνει την παρουσία του Καβάφη κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο.
Παρά τις συντομεύσεις, η ανασύνθεση της σχέσης Παλαμάς-Καβάφης θα χρειαστεί συνέχεια.
Μ. Θεοδοσοπούλου
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet