Είναι κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι ζουν στη σκιά των άλλων. Περνούν απαρατήρητοι, κανείς δεν τους δίνει σημασία και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να ζουν ήσυχα χωρίς να ενοχλούν κανέναν. Δεν παύουν όμως να είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά αλλά και με αισθήματα και καμιά φορά ξεπερνώντας την ασημαντότητά τους, είναι ικανοί να αγγίξουν τα όρια του ηρωισμού.

Ο νεαρός Μίλος Χρμα μόλις έχει διοριστεί στη θέση του ελεγκτή κυκλοφορίας στην εταιρεία σιδηροδρόμων. Η μητέρα του νιώθει πολύ περήφανη για τον γιο της και τον καμαρώνει με τη στολή του καθώς πηγαίνει να αναλάβει υπηρεσία. Από δω και πέρα ο Μίλος θα εργάζεται σε έναν επαρχιακό σιδηροδρομικό σταθμό. Με κυριολεκτική αλλά και συμβολική έννοια, ο Μίλος θα βλέπει τα τρένα χωρίς ποτέ να ανεβαίνει σε κάποιο από αυτά τα οποία θα εξακολουθήσουν να περνούν, όπως θα συμβαίνει και με τη ζωή του.

Το 1967 μια ταινία από την Τσεχοσλοβακία κέρδισε το ξενόγλωσσο Όσκαρ. Ήταν «Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν» (Ostre sledované vlaky), κινηματογραφικό ντεμπούτο του Γίρι Μένζελ (1938-2020), ενός από τους βασικούς εκπροσώπους του λεγόμενου Νέου Κύματος στον τσεχοσλοβάκικο κινηματογράφο.

Η ταινία είναι από τις πιο αντιπροσωπευτικές και η πιο γνωστή του Νέου Κύματος και με αυτήν έγινε γνωστό παγκοσμίως το όνομα του Μένζελ. Τι είναι όμως εκείνο το οποίο κάνει αυτήν τη χαμηλού προϋπολογισμού ταινία να μην έχει χάσει τη λάμψη της παρά τα 56 χρόνια που πέρασαν από την πρώτη της προβολή; Θα μπορούσαν, ίσως, να δοθούν πολλές και διαφορετικές απαντήσεις αλλά νομίζω πως εκείνο που την κάνει να ξεχωρίζει, θεματικά τουλάχιστον, είναι ο απολύτως αντιηρωικός ήρωάς της, ένας άνθρωπος που δεν γεμίζει το μάτι, ένας απλός, δειλός κι άβγαλτος δημόσιος υπάλληλος. Κάτι που βρίσκεται στον αντίποδα των ηρώων στις ταινίες εκείνης της εποχής, όπως τουλάχιστον τους παρουσίαζαν οι ταινίες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, του ρεύματος που κυριαρχούσε στη χώρα και σε όλες τις χώρες του ανατολικού συνασπισμού. Ιδιαίτερα όταν οι ταινίες αυτές αναφέρονται στην ιστορική περίοδο που τοποθετεί τη δράση του ο Γίρι Μένζελ, δηλαδή στα χρόνια που η χώρα ήταν υπό την κατοχή των ναζί!

Επίσης η ταινία φαίνεται επηρεασμένη από το παγκόσμιο κίνημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης, το οποίο κατάφερε να διεμβολίσει τα ήθη των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, ώστε να πάψει το σεξ να αποτελεί θέμα ταμπού. Έτσι βλέπουμε το νεαρό Μίλος να φλερτάρει με την όμορφη Μάσα, μια κοπέλα η οποία εργάζεται ως εισπράκτορας αλλά την κρίσιμη στιγμή… να μην μπορεί να συμπεριφερθεί ως άνδρας! Η γνωμάτευση του γιατρού στον οποίο απευθύνεται είναι πως πάσχει από… πρόωρη εκσπερμάτιση… Αυτό θα τον οδηγήσει σε μια σειρά από απεγνωσμένες προσπάθειες ώστε να θεραπευτεί. Και ενώ η ταινία φαίνεται να περιστρέφεται γύρω από το πρόβλημα του Μίλος, προσδίδοντάς της μια ιδιαίτερη ελαφρότητα αλλά και τρυφερότητα, ο συνάδελφός του, ο Χούμπιτσκα, του αποκαλύπτει πως σχεδιάζει να ανατινάξει ένα γερμανικό τρένο με πυρομαχικά που θα περάσει την επόμενη μέρα από τον σταθμό. Ο νεαρός ελεγκτής κυκλοφορίας, ο οποίος θαυμάζει το συνάδελφό του για τις ερωτικές του επιτυχίες και τον συμβουλεύεται τακτικά, χωρίς καλά-καλά να το συνειδητοποιήσει, αποφασίζει να τον βοηθήσει. Και το κάνει με αυθορμητισμό και αθωότητα, σχεδόν χωρίς να το σκεφτεί! Από εκεί και πέρα τα γεγονότα τρέχουν και ενώ το γερμανικό τρένο πρόκειται να φτάσει σε μερικά λεπτά, κάτι φαίνεται πως πηγαίνει στραβά.

Ο Γίρι Μένζελ δημιουργεί ένα κλειστό περιβάλλον, εκείνο του σταθμού, στο οποίο η μόνη κίνηση είναι η κίνηση των τρένων που μπαινοβγαίνουν. Τα πάντα μένουν καθηλωμένα και μαζί τους και νεαρός Μίλος ο οποίος βρίσκεται παγιδευμένος στα δικά του προβλήματα τα οποία σχετίζονται με τη λίμπιντό του. Ο πόλεμος θαρρείς πως δεν υπάρχει, είναι κάπου μακριά και μόνον τα τρένα τον μεταφέρουν στον μικρό επαρχιακό σταθμό. Τα ανοιχτά πλάνα με τις σιδηροδρομικές γραμμές πάντα περιορίζονται μέσα στο κάδρο, σαν να επιτείνουν το αδιέξοδο των ηρώων. Και μαζί με όλα αυτά, ο Μένζελ, με περίσσευμα ουμανισμού, την ίδια ώρα που γίνεται σαρκαστικός, περιβάλλει τον ασήμαντο ήρωά του με τρυφερότητα κι αγάπη. Κι εκείνος περιφέρεται και δρα σχεδόν σιωπηλός, ακολουθώντας τη μοίρα του μέχρι το φινάλε, όταν θα λάβει μόνος του τη μεγάλη απόφαση.

Δεν ξέρω πώς μπορεί να χαρακτηριστεί η ταινία, σίγουρα όμως έχει πολύ χιούμορ, κάποιες στιγμές γίνεται κωμική. Στη βάση της όμως είναι ταινία συγκινητική, ανθρώπινη και γοητευτική. Συνδυάζει την αγωνία της σεξουαλικής αφύπνισης με τη βίαιη, σχεδόν εκβιαστική από τις συνθήκες, ωρίμανση της συνείδησης. Σκηνοθετημένη με ρεαλισμό, αγάπη κι απλότητα, είναι μια ταινία η οποία, όπως λέει ο Γίρι Μένζελ, «η αληθινή ποιητικότητά της, αν όντως είναι ποιητική, εντοπίζεται όχι στις ίδιες τις παράλογες καταστάσεις, μα στην αντιπαραβολή τους με τη χυδαιότητα και την τραγωδία».

Η ταινία «Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν» είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μπόχουμιλ Χράμπαλ.

 

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
Tags:
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet