Ο Άγγελος Σεριάτος, υπεύθυνος πολιτικής έρευνας της Prorata, αναλύει στην «Εποχή» τη σημερινή δημοσκοπική εικόνα.  Εκτιμά ότι η στρατηγική της «σταθερότητας, αξιοπιστίας και αποτελεσματικότητας» της ΝΔ έχει φτάσει σε τέλμα, τονίζοντας ότι «δεν αρκεί η σταθερότητα. Χρειάζεται προοπτική». Για τον ΣΥΡΙΖΑ εκτιμά ότι κάνει μια «πολύ σημαντική προσπάθεια να εμπνεύσει, αγγίζοντας τα καυτά θέματα της περιόδου και προσπαθώντας να σκιαγραφήσει το πώς θα μπορούσαν τα πράγματα να πάνε αλλιώς». Για το ΚΙΝΑΛ τονίζει ότι θα πρέπει «να εξηγήσει τι ακριβώς είναι το σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα στο οποίο αναφέρεται και να καλέσει τα υπόλοιπα κόμματα να τοποθετηθούν επί αυτού. Αυτή είναι η μόνη στρατηγική που θα αύξανε τις πιθανότητες να καταγραφεί ως μια τρίτη, διακριτή δύναμη».

 

 

Ύστερα από μια μακρά σεναριολογία για πρόωρες εκλογές, που και η ΝΔ τροφοδότησε, ο Κ. Μητσοτάκης δήλωσε πως αυτές θα γίνουν στο τέλος της θητείας. Θα ωφελήσει κάποιο κόμμα το ότι θα έχουμε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο;

Το μόνο καθαρό παράθυρο ευκαιρίας για την κυβέρνηση να πάει σε πρόωρες εκλογές ήταν τον περασμένο Δεκέμβρη, πριν ξεσπάσει το κύμα της ακρίβειας. Από τη στιγμή που χάθηκε αυτή η ευκαιρία, δεν υπήρξε κατά τη γνώμη μου ποτέ και για μια σειρά από λόγους κανένα σοβαρό σχέδιο για πρόωρες εκλογές επί τάπητος. Από εκεί και πέρα, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι η επόμενη περίοδος θα προσληφθεί από την κοινή γνώμη ως παρατεταμένη προεκλογική περίοδος. Και αν αυτό τελικά συμβεί σε μια δεύτερη φάση νομίζω ότι θα ευνοηθούν εξίσου τα δύο μεγάλα κόμματα εις βάρος των υπολοίπων.

 

Υπάρχουν αλλαγές στη δημοσκοπική εικόνα; Διαμορφώνονται κάποια νέα δεδομένα;

Από τις αρχές Μαρτίου έχουμε περίπου την ίδια εικόνα. Μία εικόνα υπεροχής της ΝΔ, στον κομματικό ανταγωνισμό, αλλά όχι με τη δυναμική που αποτυπωνόταν τα πρώτα δυόμιση χρόνια της διακυβέρνησης. Αυτή τη στιγμή φαίνεται ότι διανύουμε μια εν δυνάμει μεταιχμιακή φάση. Το αν αυτή θα δημιουργήσει συνθήκες πολιτικής ανατροπής, ακόμα δεν μπορούμε να το απαντήσουμε. Η κυβέρνηση είναι πιεσμένη όσο ποτέ άλλοτε κατά τη διάρκεια του τρέχοντος εκλογικού κύκλου, αλλά αντέχει στο πεδίο του κομματικού ανταγωνισμού. Στη μεγάλη εικόνα όλοι οι δείκτες καταγράφουν μια έντονη και με πλειοψηφικούς όρους κοινωνική δυσαρέσκεια, η οποία αργά ή γρήγορα θα επηρεάσει σημαντικά και τους συσχετισμούς δυνάμεων. Η κυβέρνηση πάντως έχει ακόμα αρκετά όπλα στη φαρέτρα της και με αυτά θα παλέψει για την αναχαίτιση της φθοράς της.

 

Η κοινωνική δυσαρέσκεια που εκφράζεται αποδίδει στην κυβέρνηση λάθος διαχείριση στα μείζονα ζητήματα; Η αποτίμηση που κάνει η ΝΔ είναι πως τα καταφέρνει.

Αν τα κατάφερνε τόσο καλά η ΝΔ, προφανώς η εκλογική της επιρροή δεν θα περιοριζόταν κοντά στο 30%. Τα κυρίαρχα θέματα που απασχολούν τον κόσμο είναι η ακρίβεια, τα εθνικά θέματα αλλά και δευτερευόντως τα εργασιακά και τα ζητήματα διαφθοράς και διαφάνειας. Τα δύο τρίτα περίπου των ψηφοφόρων εκτιμούν ότι η κυβέρνηση δεν διαχειρίζεται ικανοποιητικά το κύμα της ακρίβειας. Το αν αυτό θα τραυματίσει ανεπανόρθωτα την κυβέρνηση μένει να το δούμε τους επόμενους μήνες, οπότε και θα πρέπει να απαντηθεί και το ζήτημα της ενεργειακής επάρκειας. Στα εθνικά θέματα η εικόνα είναι διαφορετική, κυρίως επειδή παραδοσιακά αποδίδεται στα δεξιά κόμματα «αρμοδιότητα» επί αυτών των ζητημάτων. Υπό αυτή την έννοια, η κυριαρχία αυτών των θεμάτων στη δημόσια ατζέντα σαφώς ευνοεί το κυβερνών κόμμα. Και φυσικά δεν είναι τυχαίο ότι επιδιώκει με κάθε τρόπο να τα διατηρεί ζωντανά. Είναι ένα πεδίο  δύσκολο για τα μη δεξιά κόμματα της αντιπολίτευσης, στο οποίο ωστόσο πρέπει να παρέμβουν αν θέλουν να είναι ανταγωνιστικά.

 

Γίνεται μία προσπάθεια από την πλευρά της ΝΔ αναζωπύρωσης του αντιΣΥΡΙΖΑ ρεύματος. Το έχει ανάγκη;

Δράττομαι, καταρχάς, της ευκαιρίας να διευκρινίσω τη διαφορά μεταξύ αντιΣΥΡΙΖΑ ρεύματος και αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου. Το αντιΣΥΡΙΖΑ ρεύμα αφορά έναν συναισθηματικό, κυρίως, αρνητισμό μεταξύ μερίδας της κοινωνίας απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος εδραιώθηκε το 2015 και επιβιώνει ως και σήμερα με διαφορετικό, ωστόσο, ιδεολογικό κέντρο βάρους. Στην δημιουργία και τον εξακτινισμό του αντιΣΥΡΙΖΑ αρνητισμού συνέβαλε και το αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, δηλαδή μια σειρά τυπικών και άτυπων θεσμών που σχετίζονται με το status quo, οι οποίοι λειτούργησαν όχι μόνο ως πολλαπλασιαστές (amplifier) του αντιΣΥΡΙΖΑ ρεύματος αλλά και ως ένα βαθμό και ως συντελεστές της ίδιας του της δόμησης. Ωστόσο, το αντιΣΥΡΙΖΑ ρεύμα έχει εξασθενήσει σήμερα. Στις αρχές του 2017, υπολογίζαμε τον αρνητισμό απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ στο 70-75% των ψηφοφόρων, ποσοστό που σήμερα έχει περιοριστεί περίπου στο 50% και το οποίο είναι ευθέως συγκρίσιμο με το αντίστοιχο απέναντι στη ΝΔ. Αυτή η εξασθένιση οφείλεται κυρίως στη μείωση του αρνητισμού στον μη δεξιό χώρο, με την προσαρμογή του αριστερού ακροατηρίου στην νέα πραγματικότητα και την υποχώρηση του αφηγήματος περί εχθρότητας του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στη μεσαία τάξη, το οποίο είχε επηρεάσει κυρίως μετριοπαθείς κεντρώους ψηφοφόρους. Η επιμονή του ρεύματος αφορά σήμερα πολύ περισσότερο τον δεξιό χώρο, συνδεόμενο με την αντίληψη πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα εχθρικό προς τις παραδοσιακές αξίες της χώρας, την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια. Η προσπάθεια αναθέρμανσης του αντιΣΥΡΙΖΑ ρεύματος μπορεί να ωφελήσει ως ένα βαθμό τη ΝΔ, αλλά κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να αποτελέσει σήμερα και στρατηγική νίκης, διότι δεν έχει πλέον την ίδια δυναμική διεμβόλισης του αριστερού και κεντρώου ακροατηρίου.

 

Πάντως, τις τελευταίες εβδομάδες η αντιπαράθεση που προκαλεί η ΝΔ είναι γύρω από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και το δημοψήφισμα, προκειμένου να ενισχύσει το τρίπτυχο της αποτελεσματικότητας, της σταθερότητας και της αξιοπιστίας. Μπορεί αυτή η στρατηγική να αντέξει και προεκλογικά;

Το αφήγημα της κυβέρνησης περί αποτελεσματικότητας, με απόλυτους όρους, έχει φθαρεί εδώ και καιρό, ενώ το αίτημα της σταθερότητας δεν είμαι σίγουρος ότι με τις τρέχουσες εξελίξεις είναι επαρκές. Εκτιμώ ότι η ΝΔ δεν μπορεί ούτε με μια τέτοια στρατηγική να πάει σε εκλογές σε αυτή τη συγκυρία, γιατί οι ανάγκες της κοινωνίας αυξάνονται λόγω των πολλαπλών κρίσεων, δημιουργώντας μια γενικευμένη αίσθηση ότι δεν βαδίζουμε σε τροχιά ευημερίας. Έχουμε ξύσει τον πάτο του βαρελιού εδώ και αρκετό καιρό. Δεν αρκεί η σταθερότητα. Χρειάζεται προοπτική.

 

Ωστόσο, η συζήτηση για το δημοψήφισμα μπαίνει καθημερινά από την πλευρά της ΝΔ. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να απαντά σε αυτές τις επιθέσεις ή να επιχειρεί να φέρει την ατζέντα στο σήμερα;

Σε οτιδήποτε μπαίνει στην δημόσια ατζέντα, τα κόμματα πρέπει να τοποθετούνται με μειωμένη ή πιο αυξημένη ένταση, αναλόγως την περίπτωση. Το να μην απαντάς σε ζητήματα που διαμόρφωσαν τις συνειδήσεις του σήμερα δημιουργεί την εντύπωση πως κάτι φοβάσαι, πως κάτι κρύβεις. Όποτε δίνεται τέτοια ευκαιρία και προφανώς στο βαθμό που του αντιστοιχεί γιατί δεν είναι κυρίαρχο ζήτημα σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ πρέπει να συζητάει με ειλικρίνεια για το πρόσφατο παρελθόν του. Είναι κομμάτι δικό του αλλά και του εκλογικού σώματος. Το νήμα, ωστόσο, πρέπει να ξετυλίγεται με ειλικρίνεια και να καταλήγει σε μια προωθητική αντίληψη για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ του 2022.

 

Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα με τα οποία πρέπει να εμπλουτίσει τη στρατηγική του ο ΣΥΡΙΖΑ, για να αποκτήσει ώθηση; Στην ομιλία του στο Περιστέρι ο Αλ. Τσίπρας απευθύνθηκε στα μέλη του κόμματός του και τα κάλεσε σε δράση, παρουσίασε μια σειρά θέσεων. Συμβολίζει αλλαγή πλεύσης;

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ από τις αρχές του 2022 έχει κάνει μια κατά τη γνώμη μου πολύ καλή προσπάθεια συγκριτικά με αυτή που έκανε κατά την αμέσως προηγούμενη περίοδο. Κάνει μία πολύ σημαντική προσπάθεια να εμπνεύσει, αγγίζοντας τα καυτά θέματα της περιόδου και προσπαθώντας να σκιαγραφήσει το πώς θα μπορούσαν τα πράγματα να πάνε αλλιώς, όχι γιατί έτσι θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αλλά γιατί έτσι επιτάσσουν οι ανάγκες της κοινωνίας. Η ομιλία στο Περιστέρι ήταν ενδεικτική τούτου. Ο Αλέξης Τσίπρας μίλησε στη γλώσσα των καθημερινών ανθρώπων, ανέπτυξε με σαφήνεια τις θέσεις του κόμματος αλλά και κάλεσε ανοιχτά τα μέλη και τους φίλους του ΣΥΡΙΖΑ να σταθούν ενεργά εμπόδιο στην εφαρμοζόμενη πολιτική. Και μια πιθανή ενεργοποίηση των μελών του κόμματος σε ακτιβιστική, κινηματική κατεύθυνση θα στείλει ένα μήνυμα αγώνα ενάντια στη λογική του ώριμου φρούτου. Θα δώσει την αίσθηση σε έναν κόσμο πέριξ των τειχών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ότι το κόμμα ακόμα και στην αντιπολίτευση, δεν προτείνει απλά προγραμματικές θέσεις, αλλά παλεύει τα αντίθετα προς αυτές σχέδια στην πράξη. Και αυτή η μορφή συνέπειας θα μειώσει το χάσμα μεταξύ λόγων και πράξεων στο οποίο οφείλεται η αίσθηση περί χαμηλής αξιοπιστίας του κόμματος.

 

Ορισμένα στοιχεία κριτικής είναι ότι η παρουσίαση θέσεων είναι αποσπασματική, ότι συντηρείται η λογική της μονομαχίας μεταξύ Μητσοτάκη και Τσίπρα και δεν προωθείται ένα διαφορετικό, εναλλακτικό μοντέλο, ότι δεν προωθούνται νέα στελέχη.

Νομίζω ότι σε ένα βαθμό το στελεχιακό πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει αναγνωριστεί και επιχειρείται ένα γόνιμος πειραματισμός για την αντιμετώπιση του. Άλλωστε, το στελεχιακό ζήτημα δεν αφορά μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αλλά γενικότερα τα πολιτικά κόμματα. Από την άλλη, ο αρχηγοκεντρισμός ως φαινόμενο θεωρώ ότι έχει όρια. Η μονομαχία μεταξύ δύο ηγετών αναπαράγει και μια κουλτούρα ανάθεσης. Θα μπορούσε η αντιπαράθεση των ηγετών να δουλεύει ενισχυτικά, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι υπάρχει από κάτω και μια συλλογική προσπάθεια, μια κουλτούρα οργανωμένου αγώνα. Το βασικό πρόβλημα για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είναι ότι η ΝΔ, ως κεντροδεξιό κόμμα είναι συνηθισμένη να δουλεύει έτσι, ενώ τα αριστερά κόμματα, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, όχι. Δεν είναι δηλαδή μόνο ζήτημα αρχών αλλά και αποτελεσματικότητας ενός κομματικού μηχανισμού.

 

Το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ άφησε κάποιο αποτύπωμα;

Η πέρα από κάθε προσδοκία συμμετοχή στις εσωκομματικές διαδικασίες του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, όπως και η βαθιά ενωτική και ηγετική στάση του Αλέξη Τσίπρα νομίζω ότι δημιούργησε συνθήκες επανεκκίνησης για το κόμμα. Ουσιαστικά το κόμμα της Αριστεράς κέρδισε τη δυνατότητα -και μένει να δούμε αν θα την αξιοποιήσει- να έρθει σε επαφή με έναν κόσμο, τον οποίο δεν γνώριζε. Κέρδισε μια ευκαιρία να ενσωματώσει στους κόλπους του με ενεργό τρόπο ανθρώπους που τον στήριζαν κριτικά και από απόσταση μια προηγούμενη περίοδο. Υπό αυτή την έννοια, το συνέδριο αποτύπωσε μια διαδικασία συσπείρωσης του κόμματος αλλά και μια νέα δυνατότητα οργανωτικής ανάπτυξης.

 

Το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ δέχεται πιέσεις και από την ΝΔ να πάρει θέση για το με ποιους θα συνεργαζόταν και από τον ΣΥΡΙΖΑ. Πόσο ακόμα θα ευνοείται από αυτή την αποχή τοποθέτησης;

Μέχρι τις πρώτες κάλπες, συμφέρει τους πάντες να μιλάνε για αυτόνομη πορεία. Αυτό είναι νομίζω προφανές. Στις εκλογές με απλή αναλογική ο καθένας θα μετρήσει τις δυνάμεις του. Για το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ υπάρχει κάτι παράδοξο. Είναι προς το συμφέρον του να συνεχίσει να αφήνει θολό το κομμάτι των συνεργασιών αλλά όχι και το ποιες ακριβώς είναι οι προγραμματικές του θέσεις. Θα πρέπει λοιπόν να εξηγήσει τι ακριβώς είναι το σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα στο οποίο αναφέρεται και να καλέσει τα υπόλοιπα κόμματα να τοποθετηθούν επί αυτού. Νομίζω πως αυτή είναι η μόνη στρατηγική που θα αύξανε τις πιθανότητες να καταγραφεί ως μια τρίτη, διακριτή δύναμη στις πρώτες κάλπες, ώστε να διαπραγματευτεί από θέση σχετικής ισχύος τη συμμετοχή του σε μια κυβέρνηση συνεργασίας.

 

Ιωάννα Δρόσου, Παύλος Κλαυδιανός Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet