Με τον πλέον τραγικό τρόπο έγινε σαφής, για ακόμη μία φορά, η σημασία της δημόσιας υγείας και της επάρκειας σε νοσοκομεία και προσωπικό, όταν λίγες μέρες πριν ένας 49χρονος έχασε τη ζωή του από καρδιακή προσβολή λίγα μέτρα πιο ‘κει από το νοσοκομείο της Πάτρας, Αγ. Ανδρέα.

Οι πρώτες ευθύνες για το περιστατικό φαίνεται να βαραίνουν μια νοσηλεύτρια του νοσοκομείου (έχει διαταχτεί ΕΔΕ) που είδε τον ασθενή, εμπιστεύτηκε τα λεγόμενά του ότι μάλλον οι πόνοι του οφείλονται σε ψύξη και τον παρέπεμψε στο νοσοκομείο που εφημέρευε, αντί να καλέσει κάποιον γιατρό που βρισκόταν στις κλινικές, με αποτέλεσμα να ξεψυχήσει πριν φτάσει στο άλλο νοσοκομείο. Παρόλ’ αυτά, τα ουσιαστικά προβλήματα που εμποδίζουν την κατάλληλη περίθαλψη τόσο του συγκεκριμένου ασθενούς, όσο και ευρύτερα των πολιτών σε όλη τη χώρα, δεν οφείλονται στην κακή κρίση ενός ατόμου, αλλά στις ελλείψεις και την οργάνωση του συστήματος.

«Το πρωταρχικό πρόβλημα σ’ αυτό το τραγικό περιστατικό είναι πως δεν προβλέπεται η ύπαρξη εφημερεύοντος γιατρού στα επείγοντα των νοσοκομείων, ακόμα και όταν αυτά δεν βρίσκονται σε κανονική εφημερία, ώστε αν χρειαστεί, να μπορεί να αντιμετωπίσει σε πρωτοβάθμιο επίπεδο κάποιον ασθενή που θα έρθει και να ειδοποιήσει το ΕΚΑΒ για τη μεταφορά του σε εφημερεύον νοσοκομείο, ή να τον παραπέμψει εκεί ή στο σπίτι του, αναλόγως της κατάστασης. Στις περιπτώσεις που δεν εφημερεύει ένα νοσοκομείο και παρόλ’ αυτά το επισκεφθεί κάποιος, είθισται και πρέπει να καλείται κάποιος γιατρός από τις κλινικές, αλλά αυτό δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη και ασφαλή λύση, καθώς σημαίνει πως πρέπει να αφήσει τους ασθενείς για τους οποίους είναι υπεύθυνος, πχ στις ΜΕΘ, μόνους τους, με ό,τι κίνδυνο αυτό συνεπάγεται», εξηγεί στην «Εποχή» ο Τάκης Γεωργακόπουλος, μέλος της τριμελούς επιτροπής γιατρών του νοσοκομείου Αγ. Ανδρέας.

 

Κινήσεις εντυπωσιασμού αντί ουσίας

 

Το υπουργείο Υγείας, όμως, δεν έχει ασχοληθεί καθόλου με αυτή την πλευρά του ζητήματος, παρά μόνο ζητάει παραιτήσεις και αποπέμπει διάφορους ανθρώπους που δεν είχαν καμία σχέση και ευθύνη για το περιστατικό (όπως μια εκπαιδευόμενη νοσηλεύτρια εκείνης της βάρδιας, που δεν είδε ποτέ η ίδια τον ασθενή, ούτε δύναται να λάβει οποιαδήποτε απόφαση), ώστε επικοινωνιακά να φανεί ότι παίρνει την υπόθεση πολύ σοβαρά. Ταυτόχρονα, ο υπουργός Υγείας, Θ. Πλεύρης, υποστήριξε ψευδώς ότι εκείνη τη στιγμή στο νοσοκομείο υπήρχαν 70 γιατροί σε εσωτερική εφημερία στις κλινικές και άρα πολύ εύκολα θα μπορούσε να είχε κληθεί κάποιος να ελέγξει το περιστατικό, όταν στην πραγματικότητα στο νοσοκομείο βρίσκονταν μόλις 5, αφού οι υπόλοιποι, βάσει νόμου και προγράμματος εφημερίας, βρίσκονταν σε επιφυλακή από το σπίτι τους.

«Πρόκειται για έναν ιδιότυπο αυταρχισμό. Το υπουργείο κακώς ζητάει χάριν εντυπωσιασμού την παραίτηση του διοικητή σαν να υπήρξε ζήτημα παραβίασης εντολών του υπουργείου, ενώ δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Προκειμένου να καλύψει την ανεπάρκειά του και την ευθύνη του στην κατάρτιση των προγραμμάτων εφημερίας και τη λειτουργία των νοσοκομείων, κρύβεται πίσω από αποπομπές ανθρώπων που δεν είχαν καμία σχέση με το περιστατικό, για παράδειγμα άλλων επικεφαλής νοσηλευτριών, προκειμένου ταυτόχρονα να προσλάβουν στη θέση τους τα δικά τους παιδιά. Αν ήταν όντως ζήτημα ευθιξίας και κακής διοίκησης το περιστατικό, τότε γιατί δεν ζητούνται ανάλογες παραιτήσεις και από την 6η Υγειονομική Περιφέρεια Ελλάδας (ΥΠΕ) και το υπουργείο που αποφασίζουν τις εφημερίες;», σχολιάζει ο Τάκης Γεωργακόπουλος.

 

Χρόνια προβλήματα υποστελέχωσης

 

«Αντί το υπουργείο να εξετάζει να συγχωνεύσει νοσοκομεία, μήπως αν είχαμε περισσότερο προσωπικό που να μπορεί να καλύπτει συνεχείς εφημερίες νοσοκομείων, όπως και περισσότερες ώρες λειτουργίας στην πρωτοβάθμια υγεία, θα μπορούσε να σωθεί περισσότερος κόσμος;», θέτει το ερώτημα ο Γιάννης Γαλανόπουλος, μέλος της εκτελεστικής γραμματείας της Ομοσπονδίας Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδος (ΟΕΝΓΕ), σημειώνοντας πως πέραν του συγκεκριμένου περιστατικού στην Πάτρα, εν γένει έτσι όπως είναι το σύστημα των εφημεριών στα νοσοκομεία, αυτά δεν μπορούν να ανταποκριθούν όπως πρέπει στους ασθενείς.

Και αυτό για τον απλούστατο λόγο της οξείας υποστελέχωσης και υποχρηματοδότησης της δημόσιας υγείας. Αυτή τη στιγμή, όπως περιγράφει ο ίδιος, το νοσοκομείο του Πύργου είναι χωρίς δικό του παθολόγο και κάθε φορά για την κάλυψη εφημερίας καλείται κάποια άλλη από διπλανές περιοχές. Αντίστοιχα, στην Ικαρία δεν υπάρχει παιδίατρος κατά τις εφημερίες του νοσοκομείου, στη Ρόδο υπάρχει μόνο ένας αναισθησιολόγος, όταν μάλιστα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού με τον τουριστικό πληθυσμό, οι ανάγκες είναι ιδιαίτερα αυξημένες. Στο Ιπποκράτειο Θεσσαλονίκης υπάρχει τέτοια έλλειψη αναισθησιολόγων που ακυρώνονται συνεχώς απαραίτητα χειρουργεία. Στη Σάμο δεν υπάρχει παθολόγος και πολλές ακόμα περιοχές της χώρας (Αγρίνιο, Καστοριά, Σύρος, Κως, Μεσσηνία κ.ά) αντιμετωπίζουν ελλείψεις ιατρικού προσωπικού στα νοσοκομεία τους, σε ειδικότητες μάλιστα πρώτης γραμμής που αφορούν κυριολεκτικά τη ζωή και τον θάνατο των ασθενών.

«Η κατάσταση αυτή δεν έγινε από τη μία μέρα στην άλλη, αλλά ξεκίνησε να καλλιεργείται από το 2010 και μετά, καθώς οι προσλήψεις γίνονται με το σταγονόμετρο και από τους ανθρώπους που έχουν συνταξιοδοτηθεί, δεν αναπληρώνεται ούτε το 1/10», εξηγεί ο Γιάννης Γαλανόπουλος. Ενώ συμπληρώνει για την όξυνση του ζητήματος πως «πέραν των συνταξιοδοτήσεων, αρκετοί άνθρωποι αποχωρούν πια λόγω εργασιακής εξουθένωσης από τις αλλεπάλληλες εφημερίες και τα φύλλα πορείας για κάλυψη κι άλλων περιοχών, αφού δεν υπάρχει αρκετό προσωπικό, την ώρα μάλιστα που μαζεύονται και χρωστούμενα δεδουλευμένα». Για παράδειγμα, για τις επιπλέον εφημερίες (αυτές δηλαδή που δεν καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά από τα ίδια τα νοσοκομεία, και οι οποίες είναι κι αυτές υποχρεωτικές), σε πολλές περιπτώσεις οι γιατροί δεν έχουν αποζημιωθεί γι’ αυτές εδώ και ένα χρόνο περίπου. «Δουλεύουμε ως σύστημα με μπαλώματα και με ανθρώπους σε μόνιμη υπερεργασία και πολλές φορές απλήρωτους. Αυτοί οι άνθρωποι πόσο να αντέξουν και γιατί να μην πάνε στον ιδιωτικό τομέα που έχει τα διπλάσια χρήματα;», σημειώνει ο ίδιος.

 

Ζήτημα πολιτικής βούλησης

 

Αυτός ακριβώς φαίνεται να είναι και ο στόχος του υπουργείου Υγείας, άλλωστε, αφού με κάθε τρόπο απαξιώνει το δημόσιο σύστημα υγείας, όπως δείχνει και το νέο νομοσχέδιο διάλυσης του ΕΣΥ που φέρνει, ενώ ακόμα και κατά το ζενίθ της πανδημίας, αρνιόταν πεισματικά να ενισχύσει το νοσοκομειακό προσωπικό. Την ίδια ώρα, ο Θ. Πλεύρης αρέσκεται να ρίχνει το φταίξιμο στους ίδιους τους γιατρούς, που δεν δείχνουν ενδιαφέρον για τις λιγοστές προκηρύξεις που έχουν γίνει για την επαρχία. Γιατί, όμως, να πάει μία γιατρός σε μια περιοχή μακριά από τον τόπο της, όταν δεν θα μπορεί να βρει ούτε σπίτι; Τελευταίο παράδειγμα αυτού, η πνευμονολόγος του Κέντρου Υγείας της Μήλου που λόγω Airbnb και τουρισμού, δεν μπορούσε να βρει μια αξιοπρεπή κατοικία.

Ταυτόχρονα, η πλειοψηφία των προσλήψεων γίνεται με το καθεστώς της επικουρικού γιατρού, «που σημαίνει ελαστικές σχέσεις εργασίας και να ζουν συνεχώς με τον φόβο της ανεργίας κάθε φορά στο τέλος της σύμβασης», τονίζει το μέλος της ΕΓ της ΟΕΝΓΕ τα αντικίνητρα για την εργασία του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού στα δημόσια νοσοκομεία, την ώρα που θα έπρεπε να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

«Το υπουργείο θα πρέπει να αφήσει τα σχέδιά του για το νέο ΕΣΥ με τις καταργήσεις και συγχωνεύσεις των νοσοκομείων και αντ΄ αυτού να ενισχύσει τη δημόσια υγεία με προσλήψεις προσωπικού, δίνοντας παράλληλα κίνητρα για τη μετακίνηση στην επαρχία. Για παράδειγμα, στους επιλαχόντες των θέσεων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να τους προταθεί να καλύψουν αλλού κενά, με την προϋπόθεση ότι μετά από τρία χρόνια θα μπορούν να γυρίσουν σε θέση στον τόπο τους. Επίσης οι θέσεις ειδικοτήτων που προκηρύσσονται να μην είναι μονές, πχ ένας παθολόγος για ολόκληρο τον Πύργο, γιατί τότε προφανώς κανείς δεν θα θελήσει να πάει να εξουθενωθεί κάπου. Και βέβαια θα πρέπει να υπάρξει μέριμνα είτε από το κράτος, είτε από την τοπική αυτοδιοίκηση, ώστε να προσφέρονται στο ιατρονοσηλευτικό προσωπικό αξιοπρεπείς και οικονομικές κατοικίες και όχι να τους ζητάνε 1.500 ευρώ ενοίκιο, τη στιγμή που τόσο υψηλός δεν είναι καν ο μισθός τους. Αν θέλουν γιατρούς στην επαρχία και τα νησιά, θα πρέπει και κάπου να μπορούν να μείνουν αυτοί», παραθέτει ο Γιάννης Γαλανόπουλος κάποιες από τις κινήσεις που θα μπορούσε να κάνει το υπουργείο, αν είχε την πολιτική βούληση.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet