H υπόθεση Λιγνάδη φέρνει στην επιφάνεια μια σειρά από ερωτήματα, που υποβόσκουν στην ελληνική κοινωνία και στο ελληνικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης και που είναι ανάγκη να συζητηθούν δημόσια και με ψυχραιμία.

Το πρώτο αφορά τον βιασμό ως πράξη και ειδικότερα ως έγκλημα. Και το δεύτερο την επιθυμία συνεύρεσης με ανήλικους και ειδικότερα με ανήλικους στους οποίους ασκεί ή θα ασκεί ένα είδος κηδεμονίας ως δάσκαλος.

 

Ο βιασμός είναι μια πράξη ο δράστης της οποίας δεν προβαίνει σε αυτήν μέσα από μια ψυχρή λογική, αλλά μέσα από μια βιωματική συνήθεια, στο πλαίσιο της οποίας δεν μπορεί να χαρεί τον έρωτα τη σεξουαλική πράξη με άλλο τρόπο. Από αυτήν την άποψη, είναι ένας άνθρωπος για λύπηση, ένας άνθρωπος που στερείται της δυνατότητας απόλαυσης μιας μη βίαιης και συντροφικής ερωτικής πράξης. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο βιαστής δεν έχει επίγνωση του τι κάνει. Γνωρίζει πολύ καλά τι είναι αυτό που κάνει και επίσης, κατά κανόνα το αρνείται και το αρνείται μέσα από τη μετονομασία της πράξης σε κάτι άλλο: το ίδιο κάνουν π.χ. οι βασανιστές, οι παιδεραστές κ.λπ. Είναι κλασική διαδικασία ηθικής ουδετεροποίησης για την άρνηση του εγκλήματος από τον ίδιο δράστη του για να δικαιολογηθεί καταρχάς στον εαυτό του, που η εγκληματολογική θεωρία έχει διατυπώσει σχεδόν μισό αιώνα τώρα.

Επίσης, είναι ανάγκη να υπογραμμίσουμε ότι αυτή η συνήθεια δεν προέρχεται από κάποια μη κανονικότητα γενετικού χαρακτήρα όπως ανοήτως πολλοί υποστηρίζουν (εξάλλου οι βιογενετικές θεωρίες για το έγκλημα δεν θεωρούνται επιστημονικά έγκυρες για ουσιαστικούς αλλά και για επιστημολογικούς λόγους). Ούτε η συνήθεια αυτή έχει απαραίτητα ένα προβληματικό ψυχολογικό υπόβαθρο. Μπορεί και να έχει μπορεί και όχι. Μπορεί επίσης να έχει ένα πολιτισμικό υπόβαθρο, δηλαδή να αποτελεί μέρος ενός πολιτισμού που εργαλειοποιεί συνήθως γυναίκες και μικρά παιδιά και έρχεται από πατροπαράδοτες συνήθειες συνδεδεμένες όμως με παραμορφώσεις θρησκευτικών πεποιθήσεων και κυρίως συναρτημένες με υποσυστήματα εξουσίας. Στο σύγχρονο καπιταλισμό, η κουλτούρα του βιασμού υποβόσκει σε κάποιες κοινωνικές ομάδες είτε ως ενοχική φαντασίωση που θα φέρει έκσταση το υποκείμενο είτε ως συμβολισμός άσκησης εξουσίας του δράστη και υποταγής του θύματος σε μια «μη σχέση» (σκεφτείτε τον βιασμό μέσα στο γάμο) σε συνδυασμό με την απόκτηση συνήθειας που προανέφερα. Το σημαντικό εδώ είναι το ζήτημα της συνήθειας, που αποκτά κάποιος μέσα από πολιτισμικές υπόγειες αξίες μιας ανδροκρατούμενης γενικά νοοτροπίας των σεξουαλικών σχέσεων. Δεν πρόκειται για ροπή στο έγκλημα, όπως θα έλεγχαν παλιά, αλλά για μια συνήθεια που είναι έμμεσα ανεκτή από ένα περιβάλλον που γνωρίζει –π.χ. την αδυναμία σε νεαρά αγόρια ή κορίτσια– αλλά κάνει πως δεν βλέπει ή που ανέχεται κάποια πράγματα νομίζοντας όντως ότι είναι κάτι άλλο.

 

Κουλτούρα βιασμού και κρίση της αστικής τάξης

 

Αν θεωρήσουμε ότι τα προαναφερθέντα αποτελούν ένα γενικό πλαίσιο για να κατανοήσει κάποιος γενικές συνθήκες διάπραξης των βιασμών, στην περίπτωση Λιγνάδη οι βιασμοί που τέλεσε ο δράστης αποκτούν μια επιπλέον διάσταση. Ειδικότερα, για να έχουμε μια ουσιαστική εκτίμηση των πραγμάτων, αυτή η υπόθεση πρέπει να συσχετισθεί ως προς τις διαστάσεις και τις συνέπειές της με τις υποθέσεις που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας από τον χώρο του αθλητισμού: όλα αυτά δείχνουν αυτό που προανέφερα για τις κουλτούρες βιασμού και επίσης, δείχνουν και μια γενικότερη κρίση της αστικής τάξης και των μεσοαστικών στρωμάτων στην Ελλάδα, η οποία κρίση δεν είναι άσχετη από τους όρους υπό τους οποίους διαμορφώνονται οι κοινωνικές σχέσεις γενικότερα, διαπαιδαγωγούνται οι νέοι, αναπτύσσονται οι σχέσεις εξουσίας σε διαπροσωπικό και σε πολιτικό επίπεδο. Μια παρακμιακή κοινωνία έχει και αυτές τις διαστάσεις. Απλά, όταν όλα αυτά έρχονται στο φως συμβαίνουν δύο πράγματα: ή κάνουμε πως δεν τα βλέπουμε ή επιστρατεύουμε τεχνικές συγκάλυψης.

 

Η απόφαση της αναστολής

 

Και εδώ έρχεται το τρίτο ζήτημα που συνδέεται με τα παραπάνω και για το οποίο έγινε πολύς λόγος τις προηγούμενες μέρες. Δηλαδή το είδος και το ύψος της ποινής που επιβάλλεται στον δράστη τέτοιων εγκλημάτων που έχουν θύματα ανήλικους και μάλιστα ανήλικους σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση και επίσης, το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης.

Με δεδομένο ότι δεν έχουμε πρόσβαση στο αποδεικτικό υλικό, μόνον η πολιτική αγωγή μπορεί να τοποθετηθεί για την πραγματική έκβαση της δίκης σχετικά με το ύψος της ποινής. Σε ό,τι αφορά το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης το επίμαχο ζήτημα είναι ότι ο Λιγνάδης κυκλοφορεί ελεύθερος επειδή το δικαστήριο έκρινε ότι δεν πιθανολογεί ότι έως την εκδίκαση στο εφετείο θα διαπράξει όμοιο έγκλημα. Καταρχάς, η διάταξη αυτή είναι πάγια στο ελληνικό ποινικό κώδικα και αυτό που έχει αλλάξει είναι ο όρος επικίνδυνος ως προς την πρόγνωση της συμπεριφοράς του δράστη. Η διάταξη όμως που αφορά την πιθανολόγηση της μελλοντικής συμπεριφοράς είναι ίδια εδώ και χρόνια. Έχει, ωστόσο, σημασία να δούμε και θα έπρεπε αυτό να δοθεί στη δημοσιότητα πού βασίζεται η πιθανολόγηση αυτή.

Δηλαδή σε μια υπόθεση βιασμού δεν μπορεί να γίνονται εκτιμήσεις με βάση αναλογίες με άλλες υποθέσεις δηλαδή να αξιοποιείται η νομολογία επειδή κάθε δράστης είναι ένας «κόσμος χωριστός». Άρα η πιθανολόγηση πρέπει να βασίζεται σε κάποιες παραδοχές: είτε ότι ο βιασμός έχει ένα ψυχολογικό υπόβαθρο είτε ότι έχει ψυχιατρικό υπόβαθρο (για να δούμε μια ακραία περίπτωση) είτε ότι έχει πολιτισμικό υπόβαθρό όπως υποστηρίξαμε προηγουμένως. Σε κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές, η επιστήμη έχει τα εργαλεία να αποδείξει με μεγάλη εγγύτητα στην πραγματικότητα, τι από όλα αυτά συμβαίνει. Εάν ο δράστης οδηγείται σε πράξεις βιασμού μέσα από κάποιο από τα τρία αυτά εναλλακτικά υποδείγματα (ψυχολογικό, ψυχιατρικό, πολιτισμικό) είναι απορίας άξιο πώς πιθανολογείται η μη επανάληψή των πράξεων – και μάλιστα πράξεων με υψηλό βαθμό γκρίζας ζώνης. Για να γίνει μια τέτοια πιθανολόγηση προφανώς, δεν φτάνει ο πρότερος σύννομος βίος. Ποιες παραδοχές υιοθέτησε το δικαστήριο, ποια ψυχομετρικά εργαλεία αξιοποίησε, ποιους πραγματογνώμονες έφερε προς εξήγηση των πραγμάτων, ποιες έρευνες επικαλέστηκε το δικαστήριο για να οδηγηθεί στην πιθανολόγηση ότι ο δράστης δεν θα διαπράξει νέο έγκλημα; Αυτά σε μια υπόθεση που έχει ταράξει το πανελλήνιο πρέπει να γίνουν γνωστά στο κοινό.

 

Η δικαιοσύνη ως θεσμός της δημοκρατίας

 

Και πρέπει να γίνουν γνωστά όχι για τον Λιγνάδη, ο οποίος δεν φαίνεται να έχει δεχθεί το γεγονός των πράξεων και της καταδίκης του, αλλά για την ίδια τη δικαιοσύνη. Οι δικαστές κρίνονται σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου. Όχι ατομικά προφανώς αλλά μέσω των αποφάσεων τους. Και κρίνονται επειδή έχουν το βάρος να διαφυλάξουν και να προστατεύσουν τη Δικαιοσύνη ως θεσμό της Δημοκρατίας και όχι ως εργαλείο μιας απολυταρχικής εξουσίας. Και εφόσον το προηγούμενο διάστημα η υπόθεση αυτή συντάραξε τους πάντες –και ορθά– δεν μπορεί να μην αφορά τους πάντες. Και επιπλέον αφορά τους πάντες επειδή πρόκειται και για ανήλικους, και για τον χώρο του πολιτισμού και για τον εκφασισμό της καθημερινότητας. Επομένως οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να πείθουν ότι έχουν ορθολογικά αποφασιστεί και έχουν δίκαια με βάση συγκεκριμένους κανόνες αποδώσει τα όσα πρέπει στον καθένα. Το κοινό περί δικαίου αίσθημα δεν είναι μια φαντασιακού τύπου ρητορική έκφραση αν και είναι αόριστη έννοια. Είναι μια έννοια που συνδέεται σήμερα με τα ανθρώπινα δικαιώματα έστω και αν δεν μπορεί ο καθένας να το διατυπώσει έτσι με νομικούς όρους. Μπορεί όμως ο καθένας να το αποτυπώσει λαϊκά μέσα από την έκφραση του τύπου: «…καλά λίγο φιλότιμο δεν έχετε; Κρίμα τα παλληκαράκια που έπαθαν αυτά. Δεν ντρέπεστε;…» Γνωρίζουμε όλοι ότι το φιλότιμο είναι έκφραση που δεν μεταφράζεται σε άλλη γλώσσα και έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τον πολιτισμό μας.

 

Μπροστά στο επόμενο λάθος

 

Δεν πρέπει όμως παρόλα αυτά να υποπέσουμε στο λάθος –όπως φαίνεται να συμβαίνει με κάποια θύματα– να δικάζουν τα θύματα τους δράστες, να αρνηθούμε ό,τι ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου αναγνωρίζει ακόμα και στους πλέον απεχθείς δράστες. Όχι από λύπηση ή συμπόνοια, αλλά γιατί με την ποινική καταστολή, πρέπει να λειτουργούμε ως πολίτες και όχι ως ιδιοκτήτες της δικαιοσύνης, ούτε ως εκδικητές του νόμου ή ως θύματα. Και αυτό ισχύει για όλους. Και το μόνον αίτημα είναι η εφαρμογή των νόμων και όχι η αυστηροποίησή τους που άλλωστε δεν οδήγησε ποτέ πουθενά αλλά μάλλον προστάτευσε τα συστήματα εξουσίας.

 

Σοφία Βιδάλη Η Σοφία Βιδάλη είναι καθηγήτρια εγκληματολογίας και αντεγκληματικής πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet