Ο λόγος για τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής στην Ελλάδα, ειδικά όσα αποκαλούνται «εθνικά θέματα», διακρίνεται από τα άλλα πολιτικά ζητήματα, ως προς τρία στοιχεία: α) Αν και θεωρούνται υψηλής προτεραιότητας και βαρύνουσας σημασίας, σπανίως γίνονται αντικείμενο ενδελεχούς συζήτησης στη δημόσια σφαίρα, β) η επίκληση του «εθνικού συμφέροντος» και της «εθνικής ομοφωνίας» χρησιμοποιείται για να συγκαλύψει τις διαφορετικές πολιτικές επιλογές που υπάρχουν, επιβάλλοντας συνήθως την πλέον αδιάλλακτη και συγκρουσιακή ως μονόδρομο, γ) η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ των κομμάτων περιορίζεται επιπλέον από την αντίληψη πως στα ζητήματα αυτά επιβάλλεται να διατηρούνται στοιχεία «συνέχειας» του κράτους, και να μην αποκαλύπτονται δημοσίως τυχόν αδυναμίες, αντεγκλήσεις, λανθασμένοι χειρισμοί και αμαρτίες του παρελθόντος. Όσοι παραβαίνουν τον τελευταίο κανόνα χαρακτηρίζονται από «ανεύθυνοι» έως «προδότες». Εν γένει, σύμφωνα με τη συντηρητική / εθνικιστική αντίληψη, στα λεγόμενα «εθνικά θέματα» οι διαφωνίες επιτρέπονται μόνο επί της τακτικής, ενώ απορρίπτονται εκ προοιμίου οι εναλλακτικές προσεγγίσεις.

Ωστόσο, παρότι η εξωτερική πολιτική θεωρείται υπεράνω των εσωτερικών αντιπαραθέσεων και των μικροκομματικών σκοπιμοτήτων, σπανίως η απήχηση των σχετικών αποφάσεων μένει εκτός υπολογισμού. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα (όπως στην περίπτωση του Μακεδονικού το 1992-1993 και 2018-2019), τα «εθνικά θέματα» γίνονται αντικείμενο κομματικής σύγκρουσης και επηρεάζουν καθοριστικά την έκβαση των εκλογών. Σε κάθε περίπτωση, ο πολιτικός λόγος κυβέρνησης και αντιπολίτευσης στα ζητήματα αυτά έχει έντονο πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα, ενώ ακόμα και επίσημες δηλώσεις στο εξωτερικό δεν στερούνται μηνυμάτων που απευθύνονται στην εσωτερική κοινή γνώμη. Τα παραδείγματα των τελευταίων ετών είναι πρόσφορα.

 

Αλλού πέφτει το φως, αλλού είναι η ουσία

 

«Η Ελλάδα ως χώρα επέστρεψε», δήλωσε ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης στο πρόσφατο ταξίδι του στις ΗΠΑ. Δεν είναι τυχαίο που η φράση αυτή έγινε τίτλος στη φιλοκυβερνητική Καθημερινή (17 Μαΐου 2022): υπαινίσσεται πως η Ελλάδα επανέκαμψε και αποκατέστησε τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και τη «Δύση» γενικότερα. Πότε όμως είχαν αυτές διαρραγεί; Το επιχείρημα αυτό αντιφάσκει με την απόλυτα θετική επίσκεψη του B. Obama στην Ελλάδα το 2016 επί ΣΥΡΙΖΑ, την έξοδο από τα μνημόνια το 2018, και την υποστήριξη της Συμφωνίας των Πρεσπών από τις ΗΠΑ και την ΕΕ, όταν η ΝΔ εναντιωνόταν με σφοδρότητα.

Στην ομιλία του στο Αμερικανικό Κογκρέσο, ο πρωθυπουργός, δεν παρέλειψε να συμπεριλάβει ένα σχόλιο κατά του ΣΥΡΙΖΑ: «Οι δημοκρατίες μας απειλούνται από τις "Σειρήνες" των λαϊκιστών που προσφέρουν εύκολες λύσεις σε περίπλοκα προβλήματα. […] Στην Ελλάδα μιλάμε εκ πείρας. Πληρώσαμε βαρύ τίμημα επειδή ακούσαμε αυτές τις φωνές». Επίσης, κατά την επίσκεψή του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 5 Ιουλίου, επέλεξε να ξεκινήσει την ομιλία του με μια επίθεση στον ΣΥΡΙΖΑ για το δημοψήφισμα του 2015, «όταν η Ελλάδα βρέθηκε ένα βήμα από τον γκρεμό της εξόδου από το ευρώ. Την κοινωνία της τότε χτυπούσαν αλλεπάλληλα κύματα τυφλού και διχαστικού λαϊκισμού. […] Ευτυχώς για την πατρίδα μου, η Ελλάδα του 2022 δεν έχει σχέση με την Ελλάδα του 2015. Επτά χρόνια μετά βρίσκομαι εδώ, σε αυτό το βήμα, να σας πω ότι εκείνες οι εικόνες έσβησαν οριστικά. Εδώ και τρία χρόνια ο τόπος μου έχει μια νέα κυβέρνηση που οδηγεί την πατρίδα μας σε μια νέα εποχή». Αυτές και πολλές άλλες αντίστοιχες αναφορές έδωσαν αφορμή σε μια μακρά αντιπαράθεση μεταξύ των ελλήνων ευρωβουλευτών για θέματα που αφορούν τον κομματικό ανταγωνισμό, η οποία καλύφθηκε εκτενώς από τα ελληνικά ΜΜΕ. Από την άλλη, ελάχιστη δημοσιότητα δόθηκε στην κριτική που ασκήθηκε στον Κυρ. Μητσοτάκη από ξένους αξιωματούχους για το θέμα των επαναπροωθήσεων και των παραβιάσεων της ελευθερίας του Τύπου στην Ελλάδα.

 

Το εθνικό συμφέρον και η πολιτική διαφωνία

 

Σχετικά με την αντιμετώπιση της αυξημένης τουρκικής επιθετικότητας, η κομματική αντιπαράθεση έχει περιοριστεί τα τελευταία χρόνια σε θέματα τακτικής και στην καταγγελία από την Αριστερά του «ράλι των εξοπλισμών». Στις 15 Φεβρουαρίου 2022 στη Βουλή, ο πρωθυπουργός Κυρ. Μητσοτάκης κάλεσε τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ να δώσει εξηγήσεις για τη δήλωση του Γιώργου Τσίπρα ότι «η άμυνα της χώρας δεν είναι αυτοσκοπός». Τα δεξιά ΜΜΕ εμφανίστηκαν σκανδαλισμένα από τη δήλωση αυτή. Ο Γ. Τσίπρας είχε εγείρει το πρόβλημα του κόστους και της επιβάρυνσης του προϋπολογισμού. Ο Κυρ. Μητσοτάκης δήλωσε εμφατικά: «Για αυτή την παράταξη η άμυνα της χώρας είναι ο υπέρτατος σκοπός» και κάλεσε την αντιπολίτευση να επιδείξει «ωριμότητα», καθώς «υπάρχουν άλλα πεδία για κομματικούς διαξιφισμούς». Υποστήριξε μάλιστα πως «κάθε πολιτική διαφωνία σταματά εκεί που ξεκινά το συμφέρον της πατρίδας», καταλήγοντας: «Σε τέτοιες επιλογές δεν υπάρχουν κ. Τσίπρα ταλαντεύσεις. Ακόμα και το "παρών" σημαίνει "απών"». Θυμίζοντας την εθνικοφροσύνη άλλων εποχών, η ΝΔ και ο πρόεδρός της τοποθέτησαν το «εθνικό συμφέρον» (κατά το δοκούν οριζόμενο) υπεράνω της ελευθερίας του λόγου και της δημοκρατικής πολιτικής αντιπαράθεσης, ενώ υπαινίσσονταν πως η αντιπολίτευση είναι απούσα από την «εθνική πανστρατιά».

 

Όπως σημειώνει ο Δημήτρης Ψαρράς στο βιβλίο του «Μια καριέρα. Η πολιτική διαδρομή του Κυριάκου Μητσοτάκη» (2022), ο νυν πρωθυπουργός, στο βιβλίο που εξέδωσε το 2006, υποστήριζε πως «η κοινή γνώμη […] τείνει να πιέζει την ηγεσία» προς μια κατεύθυνση που «αν και ανταποκρίνεται στο λαϊκό αίσθημα, μπορεί να αποβεί επιζήμια για τα εθνικά συμφέροντα της χώρας» (σελ. 84-85). Αυτή η διαπίστωση βασίζεται εν μέρει στην εμπειρία του πατέρα του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η «πάνδημη κινητοποίηση» για το Μακεδονικό και οι καταγγελίες «εθνικής μειοδοσίας» εις βάρος του από τον Αντώνη Σαμαρά, οδήγησαν στην πτώση της κυβέρνησης της ΝΔ.

Ο Δ. Ψαρράς επισημαίνει σωστά πως το συμπέρασμα του Κυρ. Μητσοτάκη δεν ήταν άλλο από την ανάγκη, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να ακολουθήσει το λαϊκό αίσθημα στο Μακεδονικό προκειμένου να κερδίσει την εκλογική μάχη απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, η ΝΔ όχι μόνο αρνήθηκε να στηρίξει τη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά επιπλέον υποχώρησε από την επίσημη θέση της Ελλάδας μετά το 2008, που ήταν η επιδίωξη «αμοιβαίας αποδεκτής ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό erga omnes», και συμμετείχε σε συλλαλητήρια υπέρ της πλήρους απάλειψης του όρου «Μακεδονία» από την ονομασία της γειτονικής χώρας. Η «ρεαλιστική στροφή» της κυβέρνησης Μητσοτάκη μετά τις εκλογές του 2019 προς την αποδοχή της Συμφωνίας των Πρεσπών και του ονόματος Βόρεια Μακεδονία δεν αφήνει αμφιβολίες για τα κίνητρα της σκληρής αντιπαράθεσης του 2018-2019. Στην κατεύθυνση αυτή συνέτεινε και η πολιτική κουλτούρα των στελεχών της ΝΔ, που όπως είχε υπογραμμίσει ο Ηλίας Νικολακόπουλος, είναι «εθνικιστική και λαϊκιστική» (συνέντευξη στην Εποχή, 16 Ιουλίου 2018).

Σήμερα, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διεθνές περιβάλλον επιβαρυμένο από τον πόλεμο στην Ουκρανία, τους οικονομικούς κραδασμούς που προκαλούν τα αντίποινα κατά της Ρωσίας, και την αστάθεια του τουρκικού καθεστώτος. Η επιμονή στην επικοινωνιακή διάσταση των επισκέψεων του πρωθυπουργού, η επιθετική και πολωτική ρητορική του εναντίον της αντιπολίτευσης από διεθνή φόρα και η προσπάθεια να παρεμποδίσει την κριτική για τα υπέρογκα έξοδα των εξοπλισμών και την πολιτική των επαναπροωθήσεων δεν συνάδει με την εικόνα της αυτοπεποίθησης και της «ορθολογικής» εξωτερικής πολιτικής που θέλει να εκπέμψει. Για άλλη μια φορά, προτεραιότητα έχει το εσωτερικό ακροατήριο.

 

Aθηνά Σκουλαρίκη Η Aθηνά Σκουλαρίκη είναι επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet