Η τακτική των συνεργασιών αποτελεί πρωτίστως κεντρική στρατηγική επιλογή των πολιτικών κομμάτων, είναι όμως συχνά συναρτημένη και με τις ιδιαιτερότητες του εκάστοτε εκλογικού συστήματος. Πράγματι, οι περιπτώσεις εφαρμογής του πλειοψηφικού ωθούν συχνά τα κόμματα σε προεκλογικές –καταρχάς– συμμαχίες, με σκοπό την αξιοποίηση της στρεβλωτικής επίδρασης του συγκεκριμένου συστήματος (της τάσης του να ενισχύει κοινοβουλευτικά τους ισχυρούς εκλογικούς σχηματισμούς) ή έστω την εξουδετέρωση της περιοριστικής (δηλαδή της τάσης του να στερεί την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση από τους εκλογικά ανίσχυρους). Αντιθέτως, ενώ η αναλογική επιτρέπει την αυτόνομη εκλογική κάθοδο των κομμάτων, εγείρει συχνά την άναγκη μετεκλογικών συνεργασιών ως μοναδική λύση για τη συγκρότηση κυβερνητικής πλειοψηφίας. Ο κανόνας αυτός κατά κύριο λόγο διατρέχει και τη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία.

 

Δικομματισμοί και εκλογικές συμμαχίες

 

Η σταθερή εφαρμογή του πλειοψηφικού με σφαιρίδιο κατά τον πρώτο αιώνα ζωής του ελληνικού κράτους συνοδεύτηκε από το σύνηθες φαινόμενο των εκλογικών συμμαχιών, μεταξύ διαφόρων υποψηφίων σε κοινούς συνδυασμούς, έχοντας όμως τις περισσότερες φορές κυρίως προσωπικό ή αυστηρά τοπικό χαρακτήρα. Παρόλα αυτά, η επί μακρόν υιοθέτηση αυτών των πρακτικών, με την παράλληλη εμπέδωση της αρχής της δεδηλωμένης, έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στη σταδιακή ανάπτυξη ενός πρώιμου (έστω και «ασπόνδυλου») δικομματισμού, ανάμεσα στο τρικουπικό «Νεωτεριστικό» κόμμα και το δηλιγιαννικό «Εθνικό».

Αλλά και η δυναμική εμφάνιση του ανορθωτικού κινήματος των Φιλελευθέρων ως εκλογικού ρεύματος υπό τον Ελ. Βενιζέλο, είχε ως άμεσο αντίκτυπο την εκλογική συμμαχία-συνένωση των παλαιών κομμάτων εναντίον του, ειδικά μετά το 1915, με αποτέλεσμα την εγκαθίδρυση ενός νέου δικομματισμού, με πιο σύγχρονα και πιο σαφή χαρακτηριστικά.

Παρόλα αυτά, στην περίοδο του Μεσοπολέμου, με την εισαγωγή του κομματικού ψηφοδελτίου και τη διαρκή σχεδόν εναλλαγή μεταξύ πλειοψηφικού και αναλογικής, ένα νέο κομματικό τοπίο έκανε την εμφάνισή του. Εν προκειμένω, ενώ η αναλογική de facto επέτρεψε την ανάπτυξη ενός συχνά κατακερματισμένου (και εντέλει μη λειτουργικού) πολυκομματισμού, στις εφαρμογές του πλειοψηφικού οι ίδιοι σχηματισμοί συνασπίζονταν προεκλογικά, στο πλαίσιο των δύο μεγάλων αντιμαχόμενων παρατάξεων (βενιζελική-αντιβενιζελική), χωρίς ποτέ σχεδόν να αλλάζουν στρατόπεδο. Τις σπάνιες φορές μάλιστα που κάτι τέτοιο συνέβη, συνοδευόταν και από ανατροπές των ευρύτερων πολιτικών συσχετισμών, συμπίπτοντας με αυτές ή παράγοντάς τες.

 

Το δίλημμα της Αριστεράς

 

Στο επίκεντρο του ζητήματος των συμμαχιών και συνεργασίων βρέθηκε κατεξοχήν βεβαίως ο χώρος της Αριστεράς, ιδιαίτερα κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, της «Καχεκτικής Δημοκρατίας», μέσα στο ιδιότυπο εντούτοις πλαίσιο του κλίματος διώξεων εναντίον της και της πολιτικής της απομόνωσης εκτός της «εθνικόφρονος» παράταξης, ως αποτέλεσμα του Εμφυλίου. Κατά συνέπεια, ενώ μια απευθείας συνεργασία των κομμάτων του Κέντρου με την Αριστερά δεν θεωρούταν πολιτικά αποδεκτή, ήταν όμως ταυτόχρονα και εκλογικά αναγκαία για την ανακοπή ή αργότερα την παύση της κυριαρχίας της Δεξιάς.

Έτσι, μονίμως η Αριστερά (και συγκεκριμένα το κόμμα της ΕΔΑ) βρισκόταν ενώπιον του διλήμματος αν θα στήριζε τις κεντρώες δυνάμεις, ώστε να ηττηθεί η Δεξιά ή αν θα αναδειχθεί ισχυρή η ίδια, «έστω κι αν με αυτόν τον τρόπο ο αντικειμενικός σκοπός να φύγει η Δεξιά από την εξουσία απομακρυνόταν ή διακινδύνευε», κατά τον Ηλία Ηλιού. Επρόκειτο για το περίφημο «σταυρικό ζήτημα», καθώς η εφαρμογή ακόμα του πλειοψηφικού συστήματος ή παραλλαγών του μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950, καθιστούσε μεν αριθμητικά απαραίτητη την προσθήκη των ψήφων της Αριστεράς στο Κέντρο, αλλά της επέτρεπε σε έναν βαθμό και την καταμέτρηση των ίδιων δυνάμεών της, μέσω της δυνατότητας των πρόσθετων («εκλεκτικών») εγγραφών δικών της υποψηφίων στα ψηφοδέλτια. 

Στις εκλογές του 1952, μετά από δύο χρόνια διακεκομμένων κυβερνητικών συνεργασιών (του λεγόμενου «κεντρώου διαλείμματος»), εν όψει μίας μετωπικής σύγκρουσης μεταξύ του (ενοποιημένου πλέον, υπό την εκλογική συνεργασία μεταξύ ΚΦ και ΕΠΕΚ) Κέντρου και της Δεξιάς, η Αριστερά προτίμησε την αυτόνομη κάθοδο και αρκέστηκε μόνο στην πριμοδότηση συγκεκριμένων κεντρώων υποψηφίων. Όμως, η υιοθέτηση του «τριφασικού» συστήματος (μιας άκρως στρεβλωτικής παραλλαγής του πλειοψηφικού) από την επόμενη κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή το 1956, κατέστησε αναγκαστική σχεδόν για το Κέντρο την ισότιμη εκλογική συνεργασία με την ΕΔΑ, μετά και την ανοδική τάση που είχε καταγράψει η επιρροή της τελευταίας στα αστικά κέντρα κατά τις ενδιάμεσες δημοτικές εκλογές του 1954. Προφανώς η σύγκλιση αυτή, έξι μόλις χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, υπονόμευε ευθέως την κυριαρχία των εθνικοφρόνων δυνάμεων έναντι των ηττημένων, την ιδρυτική δηλαδή συνθήκη του μετεμφυλιακού κράτους, αποτελώντας την απαρχή της συγρότησης ενός αντιδεξιού μετώπου, παρά την τελική εκλογική ήττα του συνασπισμού της Δημοκρατικής Ένωσης.

 

Η στρατηγική εκλογικής αυτονομίας

 

Το παραπάνω δίλημμα βεβαίως μετριάστηκε σημαντικά στη συνέχεια, με τη σταθερή υιοθέτηση του συστήματος της ενισχυμένης αναλογικής, η οποία αφενός επέτρεπε την αυτοτελή παρουσία όλων των εκλογικών δυνάμεων, εξασφαλίζοντάς τους μια έστω και περιορισμένη αυτόνομη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, ενώ παράλληλα δεν ευνοούσε εκλογικές συνεργασίες ευρείας κλίμακας, λόγω των αυξημένων («ενισχυμένων») απαιτήσεων-ορίων που έθετε για την ενεργοποίηση ευνοϊκών διατάξεων της εκλογικής νομοθεσίας (όπως π.χ. τη συμμετοχή στη Β Κατανομή). Αυτή η πρόβλεψη, ωστόσο, δεν ανέτρεψε τη βασική επιλογή της ΕΔΑ για ευρύτερες μετωπικές συνεργασίες, ακόμα και αν σε κάποιες περιπτώσεις θα την έβλαπτε κοινοβουλευτικά, όπως στην ατελέσφορη σχετική προσπάθεια το 1958, που θα της στερούσε τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τον οποίον τελικά κέρδισε.

Φυσικά, η προοπτική του ρόλου της Αριστεράς ως κύριου πόλου ενός τέτοιου αντιδεξιού μετώπου ατόνησε σημαντικά μετά τις εκλογές της βίας και νοθείας του 1961, με τον δραστικό περιορισμό της δύναμής της και την αναδειξη της νεοσυγκροτηθείσας Ένωσης Κέντρου ως της κύριας αντιδεξιάς δύναμης. Έτσι, στις εκλογές του 1964 ήταν η μόνη φορά που η ΕΔΑ κατέφυγε, έστω και περιθωριακά, σε ανοιχτή πριμοδότηση των κεντρώων δυνάμεων, επιλέγοντας την τακτική του «εκλογικού ελιγμού», δηλαδή να μην παρουσιάσει καν συνδυασμούς στις μισές περίπου (24 από τις 55) «άγονες» εκλογικές περιφέρειες της χώρας, στις οποίες πρακτικά δεν είχε πιθανότητα να κερδίσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.

Στη διάρκεια βεβαίως της μεταπολίτευσης, αφενός με τον εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος, αφετέρου με την κατά κανόνα διασφάλιση των κοινοβουλευτικών αυτοδυναμιών, η Αριστερά έμεινε πιστή στη στρατηγική της εκλογικής αυτονομίας. Οι όποιες συνεργασίες της ήταν καθαρά πολιτικές και κοινοβουλευτικές (όπως στην υπερψήφιση του νομοσχεδίου αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης το 1982), ενώ δύο φορές είχε και καθοριστική συμβολή στη διαμόρφωση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας: στην εκλογή του Χ. Σαρτζετάκη ως προέδρου της Δημοκρατίας, από κοινού με την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 1985 και μετέπειτα στην υπερψήφιση της κυβέρνησης Τζ. Τζανετάκη το 1989, σε μια βραχύβια τακτική κυβερνητική συνεργασία με τη ΝΔ, στη μοναδική εκείνα τα χρόνια περίπτωση μη ανάδειξης μονοκομματικής πλειοψηφίας, λόγω της πρόσκαιρης επαναφοράς της απλής αναλογικής από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Οι δύο αυτές συμπράξεις έβαζαν οριστικά τέρμα στη λογική της «εθνικόφρονος πλειοψηφίας» και σηματοδοτούσαν την επισφράγιση του εκδημοκρατισμού της μεταπολίτευσης στην πράξη. Έτσι οι κύριες περιπτώσεις εκλογικής συνεργασίας για την Αριστερά ήταν εκείνες του 1974 και του 1989-1990 ανάμεσα στις δύο τάσεις που είχαν προκύψει στο εσωτερικό της μετά τη διάσπαση του 1968 (ΚΚΕ και ΚΚΕ εσωτερικού), σε μια προσπάθεια υπέρβασης του σχετικού χάσματος ή αντιμετώπισης του εκλογικού κενού που αυτό δημιουργούσε. Εξαίρεση αποτελεί η συνεργασία του ενιαίου Συνασπισμού με το ΠΑΣΟΚ το 1990 στις 5 μονοεδρικές όπου πρακτικά ίσχυε το πλειοψηφικό σύστημα.

 

Η ανάγκη κομματικών συμμαχιών

 

Η ανάγκη κομματικών συμμαχιών επανήλθε μόνο μετά την κρίση και τον «εκλογικό σεισμό» του 2012, λόγω της κρίσης του παραδοσιακού δικομματισμου και της αντικατάστασής του από έναν νέο, μικρότερου μεγέθους, που καθιστούσε πρακτικά αδύνατη ή έστω αμφίβολη την επίτευξη μονοκομματικής πλειοψηφίας. Γεγονός που προέβαλε την ανάγκη μετεκλογικών-κυβερνητικών συνεργασίών, τη στιγμή μάλιστα που η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ αντί του ΠΑΣΟΚ στον δεύτερο ισχυρό πόλο αυτού του νέου κομματικού τοπίου επέτρεπε τόσο για τον ίδιο, όσο και για την ΝΔ, την αναζήτηση συμμάχων από τον κεντρώο-ενδιάμεσο πολιτικό χώρο ή ακόμα κι από την παραδοσιακά αντίπαλη παράταξη, αφού η συνθήκη του μνημονίου είχε αμβλύνει τις διαφοροποιήσεις του άξονα Αριστερά-Δεξιά.

Έτσι, οι κυβερνήσεις συνεργασίας της ΝΔ με το ΠΑΣΟΚ (και με τη ΔΗΜΑΡ μέχρι το 2013) και στη συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ αποτέλεσαν τα βασικά κυβερνητικά σχήματα της περιόδου 2012-2019. Και ναι μεν ο σχηματισμός αυτοδύναμης πλειοψηφίας από τη ΝΔ το 2019 σηματοδότησε μια επιστροφή στις αυτοδυναμίες, όμως η προοπτική της διεξαγωγής των επόμενων εκλογών με δύο διαδοχικά διαφορετικά εκλογικά συστήματα επαναφέρουν στο προσκήνιο την ανάγκη ή την προοπτική των συνεργασιών, παρά το γεγονός ότι η σχετική κουλτούρα είναι αμφίβολο σε ποιο βαθμό έχει εμπεδωθεί στην ελληνική κοινωνία και στα πολιτικά κόμματα.

Συγκεκριμένα, η απαίτηση ενός αθροιστικού εκλογικού ποσοστού της τάξης του 44-46% (για 8-12% συνολικά εκτός βουλής) στις πρώτες εκλογές, υπό την απλή αναλογική του ΣΥΡΙΖΑ και αντίστοιχα ενός 37-38% στις ενδεχόμενες επαναληπτικές, υπό τον εκλογικό νόμο της ΝΔ, θέτουν νέα στοιχήματα ενώπιον των πολιτικών κομμάτων. Παράλληλα, η διακηρυγμένη προτίμηση του ΣΥΡΙΖΑ υπέρ των κυβερνήσεων συνεργασίας και της ΝΔ υπέρ της αυτοδυναμίας θέτουν ουσιαστικά το δίλημμα επί των δύο αυτών εκλογικών συστημάτων και των αντίστοιχων μοντέλων δημοκρατίας που υπηρετούν (της συναινετικής και της πλειοψηφικής). Κεντρικό ρόλο αναμένεται να έχει ο ενδιάμεσος χώρος του ΚΙΝΑΛ, εφόσον επιβεβαιωθεί η ενισχυμένη επιρροή του, που ως τώρα καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις. Είναι βέβαιο ότι το εκλογικό τοπίο που θα διαμορφωθεί από τις επόμενες αναμετρήσεις μοιραία θα περάσει ανάμεσα από τις Συμπληγάδες των δυο αυτών «εν αναμονή» εκλογικών συστημάτων.

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

 

Ηλ. Νικολακόπουλος, Ν. Οικονόμου, «Το εκλογικό Βάπτισμα του Βενιζελισμού. Εκλογές 1910-1912», στο Συλλογικό, Συμπόσιο για τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Πρακτικά, ΕΛΙΑ-Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 1988, σ. 45-73

Ηλ. Νικολακόπουλος, Εισαγωγή στη Θεωρία και την Πρακτική των Εκλογικών Συστημάτων, Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1989

Ηλ. Νικολακόπουλος, Η Καχεκτική Δημοκρατία: Κόμματα και Εκλογές 1946-1967, Πατάκης, Αθήνα 2001

Γ. Βούλγαρης, Ηλ. Νικολακόπουλος, «Εισαγωγή», στο Γ. Βούλγαρης, Ηλ. Νικολακόπουλος (επιμ.), 2012: ο διπλός εκλογικός σεισμός, Θεμέλιο, Αθήνα 2014, σ. 9-31

Ηλ. Νικολακόπουλος, Ηλίας Ηλιού: Πολιτική Βιογραφία, Ίδρυμα Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2017

Κ. Δέδε, Λ. Καλλιβρετάκης, Λ. Λούβη, Ηλ. Νικολακόπουλος, Σ. Ριζάς (επιμ.), Ιστορικό Λεξικό Ελληνικών Κοινοβουλευτικών Κομμάτων 1844-1967, Ίδρυμα Βουλής των Ελλήνων-Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2022

 

Παναγιώτης Κουστένης Ο Παναγιώτης Κουστένης είναι διδάκτορας της Πολιτικής Επιστήμης. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet