Το εκλογικό σύστημα και ο χρόνος προκήρυξης των εκλογών υπήρξαν ιστορικά τα δύο ισχυρότερα μέσα, «όπλα» των εκάστοτε κυβερνήσεων, για τον έλεγχο του εκλογικού σώματος και τη χειραγώγηση της πολιτικής. Η σημασία του πρώτου είναι γνωστή από το έργο του μεγάλου, ιταλού πολιτικού επιστήμονα Giovanni Sartori (1968, 1976, 1994) και πολλών άλλων (Lijphart, Rae, Rokkan, κ.ά.). Σύμφωνα μάλιστα με τον Sartori (1968, 273), το εκλογικό σύστημα αποτελεί «το κατ’ εξοχήν μέσο χειραγώγησης της πολιτικής». Και η ελληνική εκλογική ιστορία κάθε άλλο βέβαια ξεφεύγει από αυτόν τον κανόνα. Ιδίως στην Ελλάδα, η κριτική στη «στρεβλωτική επίδραση» που ασκεί το εκλογικό σύστημα είναι γνωστή και παλαιά (Meynaud 1974, Νικολακόπουλος 1985, 1989). Η διαπίστωση αυτή, φυσικά, δεν αποκλείει καθόλου το ενδεχόμενο, να λειτουργεί –σε τελική ανάλυση– η χειραγωγική αλλαγή του εκλογικού νόμου, εις βάρος εκείνου που την προωθεί, επειδή έτυχε να αλλάξει η πολιτική συγκυρία και ο εκλογικός συσχετισμός. Τα πρόσφατα και παλαιότερα ιστορικά παραδείγματα, που το αποδεικνύουν, είναι πολλά. Στην ίδια «παράδοση» εγγράφεται και η «γκάφα» με τον εκλογικό νόμο, που προώθησε η σημερινή κυβέρνηση του Κ. Μητσοτάκη (νόμος Θεοδωρικάκου N.4654/2020), για να «εξουδετερώσει» την απλή αναλογική που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ (N.4406/2016). Θεωρώντας δεδομένη «ες αεί» την πρωτοκαθεδρία και υπερεκτιμώντας την «εκλογική μακροζωία» της ΝΔ, δεν επανάφερε το νόμο Παυλόπουλου (που προέβλεπε bonus 50 εδρών για το α’ κόμμα), αλλά μια αναλογικότερη εκδοχή του, η οποία με τα σημερινά εκλογικά δεδομένα, είναι πολύ δύσκολο να της εξασφαλίσει την αυτοδυναμία.

 

Ο χρόνος διενέργειας των εκλογών

 

Η δεύτερη παράμετρος, δηλαδή η επιλογή του χρόνου διενέργειας των εκλογών, αφορά περισσότερο την τρέχουσα πολιτική συγκυρία και την κατάλληλη χρήση της –από την πλευρά των κυβερνώντων- για τον αιφνιδιασμό του αντιπάλου.1 Η απόφαση για (πρόωρη) προκήρυξη εκλογών προϋποθέτει, ότι ο πρωθυπουργός διαθέτει την πρωτοβουλία των κινήσεων ή ότι διαμορφώνεται μια ευνοϊκή συγκυρία για την κυβέρνηση ή δυσμενής για τους αντιπάλους της.

Οι εκλογές του 1985, του 1996 και του 2007, αποτελούν τρεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις πετυχημένης αιφνιδιαστικής προκήρυξης των εκλογών που οδήγησαν σε εκλογική νίκη. 1) Οι εκλογές του Ιουνίου 1985: Πραγματοποιήθηκαν, 5 μήνες πριν τη λήξη τις θητείας τις πρώτης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Προκηρύχθηκαν μετά την κρίση τις 9ης Μαρτίου, που δημιουργήθηκε με αφορμή την προεδρική εκλογή και την απόφαση του Ανδρέα Παπανδρέου να υποστηρίξει τον Χρήστο Σαρτζετάκη, αντί του Κωνσταντίου Καραμανλή, και λειτούργησαν υπέρ του ΠΑΣΟΚ. 2) Οι εκλογές του Σεπτεμβρίου 1996: Τις προκάλεσε ο Κώστας Σημίτης, μετά το θάνατο του Α. Παπανδρέου και την επικράτησή του στο 4ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ (Ιούνιος 1996). Εκμεταλλευόμενος τη σχετική δυναμική που δημιουργήθηκε από το γεγονός και, ταυτοχρόνως, την αδυναμία της ΝΔ, υπό την τότε ηγεσία του Μιλτιάδη Έβερτ, προχώρησε στην προκήρυξη πρόωρων εκλογών για τις 25 Σεπτεμβρίου, 13 μήνες πριν από τη λήξη τις κυβερνητικής θητείας της τρίτης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (1993-1996). 3) Οι εκλογές του Σεπτεμβρίου 2007: Έχοντας διαπιστώσει τον Αύγουστο του 2007, εν μέσω πυρκαγιών, ότι διατηρεί ακόμη το προβάδισμα έναντι του ΠΑΣΟΚ, ο Κώστας Καραμανλής προκήρυξε πρόωρες εκλογές για τις 19 Σεπτεμβρίου, έξι μήνες πριν τη λήξη τις θητείας της δεύτερης κυβέρνησής του και τις κέρδισε.

Αντιθέτως, τόσο η πρόωρη προκήρυξη εκλογών του Οκτωβρίου 2009, από τον Κώστα Καραμανλή, δύο χρόνια πριν τη λήξη της κυβερνητικής θητείας, όσο και κυρίως η αναγκαστική απόφαση του Αλέξη Τσίπρα, μετά τις Ευρωεκλογές του Μαΐου 2019, για βουλευτικές εκλογές ένα μήνα μετά (Ιούλιος 2019), μόλις τρεις μήνες πριν από τη συνταγματική προθεσμία, αποτέλεσαν –για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία–, τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα για εσφαλμένη χρήση του κυβερνητικού πλεονεκτήματος. Η εκλογική ήττα υπήρξε, τόσο το 2009 όσο και το 2019, αναπόφευκτη.

 

Κοινοβουλευτισμός και αστάθεια του εκλογικού κύκλου στην Ελλάδα

 

Περισσότερο σε χώρες με προεδρικό σύστημα, οι εκλογές διεξάγονται σε σταθερή ημερομηνία του έτους, όπως πχ. συμβαίνει στις ΗΠΑ (Νοέμβριος) ή στην Κύπρο (Φεβρουάριος). Για τρεις δεκαετίες (1979-2009), οι ευρωεκλογές διεξάγονταν πάντοτε τον Ιούνιο και από το 2014, τον Μάιο. Σταθερή ημερομηνία ισχύει ακόμη και για βουλευτικές εκλογές, σε κάποιες χώρες με κοινοβουλευτικό σύστημα, όπως πχ. το Ηνωμένο Βασίλειο (Μάιος), ο Καναδάς (Οκτώβριος), αλλά και στην Κύπρο (Μάιος).

Αντιθέτως, στην Ελλάδα, όχι μόνον δεν ισχύει σταθερή ημερομηνία εντός του έτους, για την διεξαγωγή των εκλογών, αλλά ακόμη και η ίδια η διάρκεια της κυβερνητικής θητείας σπάνια ολοκληρώθηκε.2

Σύμφωνα με τον Αριστόβουλο Μάνεση (1991, σ. 178), στην επιτροπή για την αναθεώρηση του Συντάγματος, που συγκροτήθηκε στο πλαίσιο της πρώτης μεταπολεμικής Αναθεωρητικής Βουλής του 1946, είχε συζητηθεί και το θέμα της διάρκειας της κυβερνητικής θητείας. Είχε τότε υποστηριχθεί, χωρίς όμως τελικά να γίνει αποδεκτή, η καθιέρωση τριετούς βουλευτικής περιόδου, με βασικό επιχείρημα ότι οι τετραετίες, με δύο-τρεις εξαιρέσεις, ουδέποτε μέχρι τότε είχαν εξαντληθεί και ότι ο μέσος όρος της διάρκειας των περιόδων ήταν, στην πραγματικότητα, περίπου 2½ έτη.

Πράγματι, στα 175 χρόνια ελληνικού κοινοβουλευτισμού (1844-2019), έλαβαν χώρα συνολικά 69 εκλογικές αναμετρήσεις, ελάχιστες από τις οποίες πραγματοποιήθηκαν στον προβλεπόμενο χρόνο. Η μη-καθιέρωση σταθερής ημερομηνίας εκλογών αποτελεί γνωστή παράδοση και παθογένεια του ελληνικού κοινοβουλευτισμού. Είναι σύμπτωμα και αποτέλεσμα των πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων που σημάδεψαν, ιστορικά, την εισαγωγή και εδραίωσή του στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό.

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα χαρακτηρίζεται, διαχρονικά, από εντελώς ακανόνιστη διάρκεια του εκλογικού κύκλου, ακόμη και στη μεταπολιτευτική περίοδο, παρά τη σχετική σταθεροποίησή του, που παρατηρήθηκε μέχρι το 2007 (Μαυρής και Συμεωνίδης 2016, σ. 23). Από τις απαρχές του 20ού αιώνα, ο ελληνικός εκλογικός κύκλος εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σημαντική αστάθεια.3

Η περίοδος της μεταπολίτευσης, μέχρι την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης (1974-2009), σε σύγκριση με τις δύο προηγούμενες μεγάλες ιστορικές περιόδους, του Μεσοπολέμου και την μετεμφυλιακή-προδικτατορική περίοδο, υπήρξε πράγματι η πλέον σταθερή. Η σχετική σταθεροποίηση του χρόνου διεξαγωγής των διαφόρων μορφών εκλογών, αλλά και η σχετική σταθερότητα του εκλογικού κύκλου, που επιτυγχάνεται στη μεταπολίτευση, υπήρξε αποτέλεσμα της εδραίωσης, για πρώτη φορά, του δημοκρατικού πολιτικού καθεστώτος και ενός «κανονικού» (σε σχέση με το προδικτατορικό παρελθόν) κοινοβουλευτισμού. Ο μέσος όρος του εκλογικού κύκλου στην Ελλάδα, δηλαδή η μέση περίοδος μεταξύ δύο διαδοχικών εθνικών εκλογών, για ολόκληρη τη μεταπολιτευτική περίοδο 1974-2019 υπολογίζεται σε 31,5 μήνες (2,63 έτη – βλ. διάγραμμα). Αντίστοιχα, για την προπολεμική περίοδο 1900-1936, υπολογίζεται σε 26,6 μήνες και για την μετεμφυλιακή-προδικτατορική, 1946-1964, σε 28,1 (υπολογισμοί ΓΜ).

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σταθερότητας αποτελούν οι τοπικές εκλογές της μεταπολίτευσης, κάτι που δεν ισχύει και για την προδικτατορική περίοδο. Με την εξαίρεση των πρώτων δημοτικών του 1975 και μέχρι το 2014, οι Δημοτικές/Νομαρχιακές-Περιφερειακές εκλογές, για τέσσερις ολόκληρες δεκαετίες, είχαν διεξαχθεί πάντοτε τον Οκτώβριο (14 από τις 18 αναμετρήσεις). Ωστόσο, από το 2014 (2014-2019), με τη μετάθεσή τους στον Μάιο και αυτή η σταθερά καταργήθηκε.

Τέλος, ως προς τις Ευρωεκλογές, με την εξαίρεση: α) των πρώτων του 1981, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν Οκτώβριο, ταυτόχρονα με τις βουλευτικές που έφεραν το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και β) των δύο τελευταίων (2014 και 2019), οι υπόλοιπες έξι από τις εννιά ευρωεκλογικές αναμετρήσεις (1984, 1989, 1994, 1999, 2004, 2009) για την εκπροσώπηση της χώρας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχουν διεξαχθεί, σταθερά, στο δεύτερο δεκαήμερο του Ιουνίου (για την ακρίβεια από 7 έως 18 Ιουνίου).

 

Η νέα εκλογική αστάθεια της μνημονιακής εποχής

 

Σε σύγκριση με τις εκλογές της περιόδου 1981-2007, όπου ο μέσος εκλογικός κύκλος προσεγγίζει τα 2,8 έτη (33,6 μήνες), οι εκλογικές αναμετρήσεις της επόμενης δεκαετίας, 2009-2019, που θα σφραγιστούν από την οικονομική κρίση, είναι διαφορετικές. Στο πολιτικό επίπεδο, οι μνημονιακές πολιτικές στόχευσαν και προκάλεσαν την υπονόμευση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και την ουσιαστική παράκαμψη του κοινοβουλευτισμού, με μοχλό την «έκτακτη» μνημονιακή νομοθεσία. Ουσιαστική πλευρά τους αποτέλεσε η πολύπλευρη απαξίωση των εκλογών και ποικιλότροπη διάβρωση του εκλογικού δικαιώματος. Παράγωγό της είναι και μια νέα ρευστότητα του εκλογικού κύκλου. Στις συνολικά έξι εκλογικές αναμετρήσεις της δεκαετίας (2009-2019), ο μέσος εκλογικός κύκλος συρρικνώθηκε τώρα σε μόλις 1,95 έτη (23,4 μήνες).

 

Σημειώσεις:

1. Ακόμη και η επιλογή της ίδιας της ημέρας διεξαγωγής των εκλογών (καθημερινή ή Κυριακή) δεν υπήρξε ιστορικά ποτέ ουδέτερη, διότι μπορεί να επηρεάσει τη συμμετοχή στις εκλογές ή να χρησιμοποιηθεί για τον αποκλεισμό κοινωνικών ομάδων του εκλογικού σώματος, π.χ. των μισθωτών εργαζομένων. Βλέπε σχετικά, Norris 2004, σ. 173, «Polling Facilities».

2. Παρά την πρώιμη σχετική πρόνοια των ελληνικών συνταγμάτων. Στο Σ1844 (άρθρο 62), η βουλευτική περίοδος ήταν τριετής (Κυριακόπουλος 1960, σ. 140, Μάνεσης 1991, σ. 178). Στο Σ1864, που καθιέρωσε, μεταξύ άλλων, την αρχή της άμεσης, καθολικής και μυστικής ψηφοφορίας, η οποία θα διενεργείτο ταυτόχρονα σε όλη την επικράτεια, προέβλεπε το σύστημα της μιας Βουλής τετραετούς θητείας. Ο βασιλιάς διατήρησε το δικαίωμα να συγκαλεί τακτικώς και εκτάκτως τη Βουλή, όπως και να τη διαλύει κατά την κρίση του, αλλά το σχετικό Διάταγμα έπρεπε να είναι προσυπογεγραμμένο από το Υπουργικό Συμβούλιο. Αναλυτικότερα, Σωτηρέλης 1991, «μέρος δεύτερο: Η ρύθμιση της καθολικής ψηφοφορίας».

3. Σχετικά με την έννοια του εκλογικού κύκλου, βλέπε Μαυρής & Συμεωνίδης 2016, Παράρτημα 1: «έννοιες και ορισμοί», σ. 463, Για την αστάθεια του εκλογικού κύκλου στην Ελλάδα, κατά την μεταπολιτευτική περίοδο, 1974-2012, βλέπε στο ίδιο, πίνακα 14.1 και σ. 302-3.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

 

Κυριακόπουλος, Ηλίας. 1960. Τα Συντάγματα της Ελλάδος. Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο.

Μαυρής, Γιάννης και Γιώργος Συμεωνίδης. 2016. Δημοσκοπήσεις και Πρόβλεψη των Εκλογών στην Ελλάδα, 2004-2015. Αθήνα: Public Issue. Διαθέσιμο και διαδικτυακά, στην ιστοσελίδα: www.mavris.gr/books/δημοσκοπήσεις-και-πρόβλεψη-των-εκλογ

Μάνεσης, Αριστόβουλος. 1991. Αι εγγυήσεις του Συντάγματος ΙΙ. Αθήνα-Κομοτηνή: Α. Σάκκουλας.

Meynaud, Jean. [1966] 1974. Oι Πολιτικές Δυνάμεις στην Eλλάδα. Aθήνα: Mπάυρον. Επανέκδοση εκδόσεις Σαββάλας 2002.

Νικολακόπουλος, Hλίας. 1985. Kόμματα και βουλευτικές εκλογές στην Eλλάδα 1946-1964. Aθήνα: Eθνικό Kέντρο Kοινωνικών Eρευνών.

Νικολακόπουλος, Ηλίας. 1989. Εισαγωγή στη Θεωρία και Πρακτική των Εκλογικών Συστημάτων. Αθήνα-Κομοτηνή: Α. Σάκκουλας.

Norris, Pippa. 2004. Electoral Engineering. Voting Rules and Political Behavior. Cambridge: Cambridge University Press.

Sartori, Giovanni. 1968. «Political Development and Political Engineering.» Public Policy. Annual edition, JFK School of Government, Harvard University, Vol.XVII: 261-98.

Sartori, Giovanni. [1976] 2005. Parties and Party Systems. Colchester: ECPR Press.

Sartori, Giovanni. 1994. Comparative Constitutional Engineering. New York: NYUP.

Σωτηρέλης, Γιώργος. 1991. Σύνταγμα και Εκλογές στην Ελλάδα, 1864-1909. Αθήνα: Θεμέλιο.

 

Γιάννης Μαυρής Ο Γιάννης Μαυρής είναι πολιτικός επιστήμονας, PhD, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ερευνών Public Issue Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet