Είκοσι χρόνια πριν, ένας φοιτητής ή μια φοιτήτρια σε κάποιο τμήμα Πολιτικών Επιστημών ευρωπαϊκού πανεπιστημίου, ας πούμε στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ, θα δυσκολευόταν να βρει ένα μάθημα για τον αριστερό ριζοσπαστισμό – πιθανότατα δεν θα το αναζητούσε καν.

Αν ξεφύλλιζε τα ακαδημαϊκά περιοδικά ή επιχειρούσε μια αναζήτηση στον κατάλογο της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης, θα έπεφτε πάνω σε ευάριθμα άρθρα ή βιβλία όπου τη λέξη «Αριστερά» συνόδευαν συνήθως χαρακτηρισμοί όπως «παρακμή», «μετάλλαξη», «πτώση».

Η ριζοσπαστική Αριστέρα δεν αποτελούσε μια συγκροτημένη πολιτική οικογένεια, αλλά ένα ετερόκλητο συνονθύλευμα μετα-κομμουνιστικών κομματικών φορέων που επανεπινοούσαν τον εαυτό τους μέσα σε συνθήκες ιστορικής κρίσης, παραμένοντας στο πολιτικό και ερευνητικό περιθώριο (με την εκλογική εξαίρεση του ΑΚΕΛ).

Τη δεύτερη δεκαετία του 2000, όμως, η ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά είχε να επιδείξει καινούρια στοιχεία: αύξηση εκλογικών ποσοστών, νέα κόμματα που έπαιζαν σημαντικό ρόλο στα εθνικά κομματικά συστήματα, κόμματα κυβερνητικούς εταίρους, αλλά και κόμματα διακυβέρνησης. Πολιτικά και επιστημονικά, η Αριστερά είχε ξαναγίνει ενδιαφέρουσα.

 

Από κόμματα «παρίες» σε δυναμικούς «διεκδικητές»

 

Η οξεία πολιτική και οικονομική κρίση του 2008 δεν επηρέασε τα πολιτικά συστήματα της Ευρώπης με τον ίδιο τρόπο. Στη Βόρεια-Δυτική Ευρώπη, ήδη πριν την κρίση, το πολιτικο-κομματικό σύστημα έχει διέλθει μια μακρά περίοδο αναδιαμόρφωσης, με καταλύτη την επίδραση της παγκοσμιοποίησης (χαμένοι - κερδισμένοι της διεθνοποιημένης αγοράς, πολιτισμική τομή), που εκδηλώθηκε με την ανάδυση/ανάκαμψη, αφενός, ακροδεξιών και, αφετέρου, πράσινων κομμάτων. Τα ποσοστά των αριστερών κομμάτων, αντίθετα, δεν υπέστησαν σημαντικές αναδιατάξεις.

Αντίθετα, στη Νότια Ευρώπη, οι συνέπειες στα πολιτικά - κομματικά συστήματα ήταν πολλαπλές. Η εκτενής κινητοποίηση στον δημόσιο χώρο και ο συνδυασμός αιτημάτων ενάντια στη λιτότητα με αιτήματα για την ανανέωση της πολιτικής αντιπροσώπευσης, οδήγησαν στην ανάδυση «αντι-συστημικών», ενίοτε ακροδεξιών, αλλά κυρίως ισχυρών αριστερών κομμάτων-διεκδικητών (challenger parties) και διαμόρφωσαν συνθήκες ασταθούς πολυκομματισμού και κυβερνητικών συνεργαιών. Η ριζοσπαστική Αριστερά ανέπτυξε εκλογική δυναμική, κυρίως σε Ελλάδα και Ισπανία, σε συνδυασμό με την «τιμωρία» των mainstream σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, ενώ στην Πορτογαλία κλονίστηκαν οι παγιωμένες κομματικές τακτικές όσον αφορά τη σύμπραξη Αριστεράς και σοσιαλιστών.

Πολιτικά (και ερευνητικά) είναι η χρυσή εποχή της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

 

…και σε κυβερνητικά κόμματα

 

Eίναι η στιγμή της επαναδιαπραγμάτευσης της σχέσης των κομμάτων της ριζοσπαστικής Αριστεράς με τη διακυβέρνηση και εν τέλει την εξουσία. Είτε συμμετέχουν σε κυβερνητικές συνεργασίες ως βασικοί (ΣΥΡΙΖΑ, ΑΚΕΛ) ή δευτερεύοντες εταίροι (Podemos), είτε παρέχουν κοινοβουλευτική στήριξη σε κυβερνήσεις μειοψηφίας (Bloco και ΚΚ Πορτογαλίας), αυτή η επαναδιαπραγμάτευση είναι αμφίθυμη και «δυσκολεύει» τόσο τα ίδια τα κόμματα, όσο και τους εξωτερικούς παρατηρητές ως προς την αποτίμησή της.

Η μετάβαση από την αντισυστημική ρητορική και την εκπροσώπηση της κοινωνικής δυσφορίας στις πιο πεζές συνθήκες της διακυβέρνησης συμβαίνει σε πυκνό πολιτικό χρόνο. Τα κόμματα αποκτούν κυβερνητική εμπειρία, εμπεδώνονται για πρώτη φορά ως κόμματα κυβερνητικής εναλλαγής και, ταυτόχρονα, υφίστανται τις επιπτώσεις της: εκλογικές απώλειες, αποριζοσπαστικοποίηση, διασπάσεις. Αδυνατούν να επανεκλεγούν ως βασικοί κυβερνητικοί εταίροι ή να ενισχύσουν περαιτέρω τη δυναμική τους και να δημιουργήσουν σημαντικές τομές και μετασχηματισμούς στο επίπεδο του policy-making.

Καθώς αυτός ο πολιτικός κύκλος κλείνει, ανοίγει ένας άλλος, σαν ένα διαρκές πολιτικό σπιράλ. Σήμερα, το τοπίο της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς μοιάζει αρκετά ετερογενές και επαμφοτερίζον.

Τα κόμματα της ευρύτερης πολιτικής οικογένειας βρίσκονται σε όλες τις πιθανές θέσεις: το Die Linke σημειώνει ιστορικά χαμηλό ποσοστό, οι Podemos παραμένουν κόμμα κυβερνητικός εταίρος σε εκλογική πτώση, το Bloco αναδιατάσσεται μετά την πρόσφατη έμμεση κυβερνητική στήριξη στους πορτογάλους Σοσιαλιστές· ταυτόχρονα, κόμματα όπως η France Insoumise του Μελανσόν και το Sinn Fein στην Ιρλανδία σημειώνουν εκλογικές νίκες, χωρίς ωστόσο τα ποσοστά τους να είναι ακριβώς εμπεδωμένα, ούτε να κατακτούν την κυβερνητική εξουσία – την ίδια στιγμή που η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία (Γερμανία, Αυστρία, Σκανδιναβία, Ιβηρική) μοιάζει να επανακάμπτει με ένα πιο αριστερό πρόσημο ως προς το κοινωνικό ζήτημα, τις πράσινες πολιτικές, τα πολιτισμικά αιτήματα.

Συνολικά, ωστόσο, η ριζοσπαστική Αριστερά, χωρίς να έχει κατοχυρώσει μακροπρόθεσμα τη θέση της, αποκτά όλο και περισσότερα σημαντικά κόμματα για τα επί μέρους πολιτικά συστήματα, ενώ παράλληλα ασκεί επίδραση, συχνά καταλυτική, στον όμορο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας.

 

Κόμματα του αστάθμητου;

 

Πώς τοποθετείται σε αυτό το πολυσθενές τοπίο ο ΣΥΡΙΖΑ; Κόμμα-διαμορφωτής της ευρύτερης δυναμικής, αλλά και ιδιόμορφη περίπτωση, καθώς καλύπτει τον χώρο ανάμεσα σε ριζοσπαστική Αριστερά και σοσιαλδημοκρατία.

Η ριζοσπαστική Αριστερά, τα τελευταία χρόνια, ανέπτυξε μια ταχύτητα που υπερβαίνει τον συνήθη πολιτικό ρυθμό. Ο ΣΥΡΙΖΑ, σημαντικός επιταχυντής, δείχνει να μην ακολουθεί πια το τέμπο της. Αν κάτι τον χαρακτήρισε την τελευταία δεκαετία, είναι ότι λειτούργησε ως ένα κόμμα «εν κινήσει», σε έναν διαρκή επαναπροσδιορισμό των χαρακτηριστικών του. Παραμένει ακόμα ένα κόμμα σε ετοιμότητα;

Μοιάζει να έχει χάσει εν μέρει την ικανότητα να επανεπινοεί τον εαυτό του –ιδιότητα κομβική σε μια περίοδο συνεχών παγκόσμιων κρίσεων. Ταυτόχρονα, δεν φαίνεται να αναστοχάζεται πειστικά την κυβερνητική εμπειρία, ενώ αδυνατεί να ενσωματώσει και να εκφράσει κεντρικά επίδικα στο κοινωνικό επίπεδο και θεματικές, όπως η κλιματική κρίση ή η εργασιακή ενσωμάτωση των νέων. Σαν να έχουν «θολώσει» οι άλλοτε αιχμές του: κινητοποίηση στον δημόσιο χώρο, παραγωγή πολιτικών γεγονότων, πολιτική ατζέντα που δεν ετεροκαθορίζεται απλώς σε μια «αντι-Δεξιά» ρητορική.

Η πολιτική επιτυχία του Μελανσόν στη Γαλλία, με τη France Insoumise ως ηγεμονικό παίκτη του συνασπισμού της πληθυντικής Αριστεράς, με Πράσινους και Σοσιαλιστές, οφείλεται μεταξύ άλλων και στην ιδεολογική του αναδιαμόρφωση: άφησε πίσω τον ευρωσκεπτικισμό του 2017, εξέφρασε σχετικά πειστικά το κοινωνικό ζήτημα, όπως αναδύθηκε μέσα από το δημιουργικό «χάος» της κινητοποίησης των Κίτρινων Γιλέκων, επανέφερε την πολιτική συζήτηση στον άξονα Αριστερά - Δεξιά. Και παρότι ο Μελανσόν παραμένει το μοναδικό «πρόσωπο» με το οποίο το κόμμα ταυτίζεται, διαμορφώνει ένα σημαντικό κοινό μέσα στη γαλλική νεολαία.

Η σχέση αυτή, μάλλον, είναι και η κρίσιμη παράμετρος, προεκειμένου η ριζοσπαστική Αριστερά να μην καταγραφεί ως μια συγκυριακή δύναμη που περισσότερο ακολουθεί, παρά συνδιαμορφώνει την κοινωνική και πολιτική δυναμική. Μετά από χρόνια εμπέδωσης μιας όχι ασήμαντης εκλογικής δυναμικής, λοιπόν, πόσο ταυτίζονται οι (δυνάμει) ψηφοφόροι με τα αριστερά κόμματα; Πόσο ισχυρή είναι η σχέση εκπροσώπησης που διαμορφώνεται μακροπρόθεσμα;

Ας αφήσουμε το ερώτημα ανοιχτό, κρατώντας παράλληλα μια μεθοδολογία πολιτικής ανάλυσης που μας έμαθε ο Ηλίας Νικολακόπουλος: το ιστορικό βάθος της σχέσης αντιπροσώπευσης, την εκλογική δυναμική σε συνάρτηση πάντα με την πραγματική ταύτιση ως παράγοντα σταθερότητας ή αστάθειας, βάθους ή ρηχότητας, μιας πολιτικής σχέσης. Μια μέθοδος σκέψης πιθανόν χρήσιμη και για τα αριστερά κόμματα, εάν θέλουν να γίνουν κάτι παραπάνω από «κόμματα του αστάθμητου».

Κατερίνα Λαμπρινού Η Κατερίνα Λαμπρινού είναι πολιτική επιστήμονας Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet