Ο Μακρόν είναι αποφασισμένος να προχωρήσει στην ίδια πολιτική που εφάρμοσε στην πρώτη του προεδρική θητεία. Μια πολιτική που, όμως, δεν είχε κατορθώσει να υλοποιήσει. Κυρίως λόγω των έντονων και μαζικών κινητοποιήσεων των συνδικάτων και των εργαζομένων. Συνεπώς, και τώρα η πορεία των εμβληματικών γι’ αυτόν μεταρρυθμίσεων, συνταξιοδοτικό και περαιτέρω ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας –όπως αποκαλύφθηκε και με το σκάνδαλο της Uber– δεν θα είναι εύκολη υπόθεση.

Η κυβέρνηση επέλεξε να ξεκινήσει το νομοθετικό της έργο με ένα πολύ ενδιαφέρον νομοσχέδιο για την αντιμετώπιση της ακρίβειας: το «πακέτο για την αγοραστική δύναμη» και τα «μπόνους Μακρόν», δηλαδή μια δέσμη μέτρων για την ενίσχυση της αγοραστικής δυνατότητας των εργαζομένων, των συνταξιούχων και των πιο ευάλωτων στρωμάτων. Η κυβέρνηση Μακρόν ακολουθεί την πολιτική των ενισχύσεων και των επιδομάτων –μια πολιτική που εγκαινιάστηκε με την κρίση των κίτρινων γιλέκων το 2018– και όχι της αύξησης των μισθών, αρχής γενομένης από την αύξηση του κατώτατου μισθού. Η κυβέρνηση έσπευσε να καταθέσει και να ψηφίσει το νομοσχέδιο για να προλάβει τις μεγάλες απεργίες, που είχαν ξεκινήσει πριν τις εκλογές και συνεχίστηκαν και μετά από αυτές, όπως στους σιδηροδρόμους, τις αερομεταφορές και τις μεγάλες βιομηχανίες. Επιδιώκει στην ουσία να αποφύγει τις γενικευμένες κινητοποιήσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα «κοινωνικό χάος», όπως εκτίμησε υψηλόβαθμο στέλεχος του μακρονισμού.

Ωστόσο, το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή δεν διέθετε την απόλυτη πλειοψηφία για να ψηφιστεί άνετα. Η κυβέρνηση, για να πετύχει την ψήφισή του, χρειάστηκε να εγκαταλείψει την προηγούμενη πολιτική της αλαζονείας, να αλλάξει μεθοδολογία, να δεχτεί τον διάλογο και να ζητήσει τη συναίνεση των άλλων πολιτικών δυνάμεων –χωρίς, όμως, να υποχωρήσει από τις βασικές της θέσεις. Ωστόσο, όλη αυτή η διαδικασία ήταν μια πραγματική δοκιμασία. Έγινε έντονα αισθητή η αμφισβήτηση του ηγεμονισμού της, τόσο από τα αριστερά (NUPES), όσο και από την άκρα δεξιά της Λεπέν, η οποία ακολουθεί μια καιροσκοπική πολιτική, αμφισβητώντας τις κυβερνητικές επιλογές, τις οποίες στη συνέχεια υπερψηφίζει. Έτσι ο νόμος για την αγοραστική δύναμη ψηφίστηκε από 341 βουλευτές της κυβέρνησης και των συμμάχων της, τους 67 ρεπουμπλικανούς της Δεξιάς και τους 78 της Άκρας Δεξιάς. Καταψήφισαν οι βουλευτές της NUPES, δηλαδή της Ανυπότακτης Γαλλίας, των Οικολόγων και του ΚΚΓ. Οι 17 βουλευτές του Σοσιαλιστικού Κόμματος απείχαν. Υπενθυμίζεται ότι ο Εθνικός Συναγερμός της Λεπέν καταψήφισε την πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης που είχε υποβάλει η Αριστερά.

Με τη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή, οι βουλευτές φαίνεται να ανέλαβαν και πάλι τον έλεγχό της. Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Ένα μήνα μετά το άνοιγμά της γνώρισε πολλές ανατροπές, περισσότερες απ’ όλη την προηγούμενη πενταετία. Η κυβέρνηση πρέπει πλέον να υπερασπίζεται κάθε άρθρο για να κερδίζει την πλειοψηφία, γιατί κάθε απουσία βουλευτή της θα της στοιχίζει ακριβά. Όπως ακριβώς συνέβη την περασμένη εβδομάδα, όταν ψηφίστηκε άρθρο υπέρ της αύξησης των συντάξεων κατά 5,5%. Η πρόταση έγινε από κεντρώο βουλευτή. Μετά την ψήφιση του άρθρου, και αφού πέρασαν δυο ώρες μετά τα μεσάνυχτα, ο υπουργός Οικονομικών Μπρούνο Λεμέρ ζήτησε να ξαναγίνει η ψηφοφορία για το ίδιο άρθρο, προκειμένου να αλλάξει το αποτέλεσμα… Δεν είναι το μόνο ευτράπελο που συνέβη από την πλευρά των μακρονιστών. Ένα άλλο χαρακτηριστικό ήταν η ειρωνική διάθεση που έδειξαν όταν μιλούσε η έγχρωμη συνδικαλίστρια Γκαίτε, η οποία έθεσε το ερώτημα εάν θα μπορούσαν να ζήσουν με 800, 900 ή 1.000 ευρώ. «Εδώ μιλάμε για 800 ευρώ τον μήνα και όχι για την ημέρα», ήταν η καυστική απάντησή της στα ειρωνικά σχόλια.

Στο νομοσχέδιο υπήρχαν και ορισμένα άρθρα όπως η επανακρατικοποίηση της EDF (η βασική ηλεκτρική εταιρεία της Γαλλίας), «για να εγγυηθούμε σε όλους τους συμπατριώτες μας ότι θα μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε φθηνή ενέργεια τα επόμενα χρόνια», όπως είπε ο Μπρούνο Λεμέρ. Από την άλλη, όμως, υπήρχε και ένα άρθρο για την κατάργηση του τέλους αδείας για τις δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες. Το άρθρο αυτό επικρίθηκε έντονα και τα συνδικάτα εκφράζουν την αποδοκιμασία τους, γιατί μπορεί να οδηγήσει στην κατάργηση των δημόσιων ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, των μόνων που λειτουργούν με πλήρη ελευθερία και ανεξαρτησία. Τέλος, δεν ψηφίστηκε η τροπολογία της Αριστεράς που αφορούσε στη φορολόγηση των υπερκερδών των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων της αγροδιατροφικής αλυσίδας, της φαρμακοβιομηχανίας και της ενέργειας, που αποκόμισαν δισεκατομμύρια τα τελευταία χρόνια και ιδιαιτέρως κατά την περίοδο της πανδημίας. Η τροπολογία ήταν και αίτημα των συνδικάτων, τα οποία έχουν ήδη εξαγγείλει νέες κινητοποιήσεις από τον Σεπτέμβρη. Σύμφωνα με την ανακοίνωση 18 οργανώσεων, εργατικών, φοιτητικών, μαθητών και κοινωνικών, η καταπολέμηση της ακρίβειας περνάει μέσα από την αύξηση των μισθών, τον έλεγχο των τιμών στα είδη βασικής κατανάλωσης και τον έλεγχο των υπερκερδών των πολυεθνικών. Συνεπώς, ραντεβού τον Σεπτέμβριο…

 

Μπάμπης Κοβάνης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet