Η υπεράσπιση του αυταπόδεικτου είναι, ερευνητικά μιλώντας, μία μάλλον άχαρη υποχρέωση. Ωστόσο, απέναντι στην αβάσταχτη ελαφρότητα του ιστορικού αναθεωρητισμού δεν μένει άλλη επιλογή. Εκδηλώσεις αντίθεσης, αντίδρασης και αντίστασης μπορούν να βρεθούν εύκολα από εκείνους που καλόπιστα ψάχνουν να βρουν τι πραγματικά συνέβη κατά την επταετία.1

 

Τα μαζικά γεγονότα που δεν είδε ο Α. Συρίγος

 

Στις γνωστές πλέον δηλώσεις του, ο υφυπουργός Παιδείας, Άγγελος Συρίγος, ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξαν μαζικές αντιδράσεις κατά του καθεστώτος των συνταγματαρχών, ότι είναι «μύθος» πως το Πολυτεχνείο οδήγησε στην πτώση της χούντας και ότι «στα θεμέλια της Μεταπολίτευσης δεν υπήρξε ένα γεγονός ανατροπής». Θα θέλαμε, λοιπόν, να του προτείνουμε, αν ψάχνει για κινηματικές εκδηλώσεις εφάμιλλες με την κατάληψη της Βαστίλης, να ανατρέξει σε άλλον αιώνα. Αν πάλι ψάχνει κάποια μαζική αυτοκτονική τάση ενάντια στο πάνοπλο καθεστώς, ας ανατρέξει σε άλλο επιστημονικό πεδίο. Το κίνημα και ο συλλογικός διανοούμενος που το κινεί δεν πάσχουν ούτε από ηλιθιότητα, ούτε από αυτοκτονικό ιδεασμό. Το αντίθετο, ακολουθούν στρατηγικές και τακτικές κινήσεις μάλλον αόρατες στα μάτια των κρατούντων, αλλοτινών και τωρινών.

Όπως ακριβώς τα Ιουλιανά του ’65 είχαν ακυρώσει τη δυνατότητα αναπαραγωγής της «καχεκτικής δημοκρατίας» και είχαν θέσει το καθαρό δίλημμα «δημοκρατία ή δικτατορία», έτσι και το Πολυτεχνείο του ’73 είχε ακυρώσει τη δυνατότητα εγκαθίδρυσης «επιτηρούμενης δημοκρατίας», επικαιροποιώντας το ως άνω δίλημμα. Και, όπως τα γεγονότα του ’65 σφράγισαν την ενότητα των δημοκρατικών δυνάμεων (αριστερών και κεντρώων), έτσι και τα γεγονότα του ’73 έκαναν και τους δεξιούς να συμπεριλάβουν εαυτούς στις δημοκρατικές δυνάμεις. Το Πολυτεχνείο, επομένως, υπήρξε κορυφαίο γεγονός σε μία αλυσίδα γεγονότων που οδήγησαν στην κατάρρευση της χούντας, πρωτίστως στη συνείδηση των ανθρώπων.

 

Το ανατρεπτικό γεγονός που δεν είδε ο Α. Συρίγος

 

Η χούντα κατέρρευσε το 1974 «υπό το βάρος της κυπριακής τραγωδίας», μας λέει ο υφυπουργός Παιδείας, απηχώντας μια ευρέως διαδεδομένη άποψη, πάντα με την πρόθεση να καταλήξει πως η κατοπινή μαζική συμμετοχή στις επετείους του Πολυτεχνείου, που «καταλήγουν σε ταβέρνες, παϊδάκια και αντάρτικα τραγούδια», είναι κάτι σαν παραχάραξη της ιστορίας ή τσάμπα μαγκιά.

Επειδή, όμως, οι δικτατορίες δεν συνηθίζουν να εγκαταλείπουν την εξουσία υπό το βάρος τύψεων (είχαν τύψεις οι συνταγματάρχες για τα γεγονότα της Κύπρου;), αλλά επειδή αναγκάζονται, είμαστε υποχρεωμένοι να αναζητήσουμε αυτές τις ανθρώπινες ομάδες που ανάγκασαν τους δικτάτορες να αποσυρθούν εν μέσω πολέμου. Επ’ αυτού έχουμε γράψει αναλυτικά2, υποστηρίζοντας ότι, αν όλα τα παραπάνω (καθώς και άλλα πολλά) υπήρξαν η αναγκαία συνθήκη για την πτώση της χούντας, η ικανή συνθήκη ήταν η παρέμβαση του επίστρατου λαού.

Όπως καταμαρτυρούν επίστρατοι, αξιωματικοί –μόνιμοι και έφεδροι–, απλοί πολίτες, καθώς και δημοσιογράφοι της εποχής, η επιστράτευση δεκάδων χιλιάδων δημοκρατών πολιτών άλλαξε τους συσχετισμούς δύναμης στο στράτευμα, με αποτέλεσμα η απείθεια των στρατιωτών προς τους ανωτέρους τους και οι απειλές που εκτόξευαν εναντίον τους να καταστήσουν το βασικό στήριγμα του καθεστώτος άχρηστο και, ακόμα χειρότερα, επικίνδυνο. Μερικές ενδεικτικές μαρτυρίες:

«Με το ξεκίνημα της επιστράτευσης, ο λαός εξοπλίστηκε. Δηλαδή πήρανε όπλα στα χέρια τους και άνθρωποι που δεν ήταν ελεγχόμενοι από το καθεστώς. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος, η χούντα, δεν μπορούσε να έχει τον έλεγχο […] και τότε αναγκάστηκαν να καλέσουν τον Καραμανλή» (Μπάμπης Σαχτούρης, έφεδρος αξιωματικός στη Χίο).3

«Ο Ιωαννίδης αντελαμβάνετο πλέον και αυτός, ότι η επιστράτευσις ενήργει καταλυτικώς επί της παντοδυναμίας του και η ισχύς του εμειούτο ταχέως, καθώς οι επίστρατοι αξιωματικοί και οπλίται, εισερχόμενοι στας Ενόπλους Δυνάμεις, έφερνον μαζί των και ένα φιλελεύθερον πνεύμα, προσεγγίζον ενίοτε την απειθαρχίαν, αλλά πάντως υπονόμευον οπωσδήποτε την κυριαρχίαν των αφοσιωμένων εις αυτόν αξιωματικών» (Στρατηγός Μπονάνος).4

Η επιστράτευση, λοιπόν, είναι το ανατρεπτικό γεγονός που έψαχνε ο κ. Συρίγος και δεν το έβρισκε. Ανεξάρτητα από το αν υπήρξε όντως απειλή για τη χούντα, είναι μάλλον βέβαιο πως οι στρατιωτικοί την εξέλαβαν ως τέτοια, τρεις μόλις μήνες μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα και την Επανάσταση των Γαρυφάλλων στην Πορτογαλία. Άλλωστε, η επιστράτευση δεν είχε ως στόχο της τόσο την πολεμική ετοιμότητα, όσο τον έλεγχο του νεανικού άρρενα πληθυσμού σε περίπτωση κοινωνικής έκρηξης5, ιδίως μετά την πλήρη απονομιμοποίηση που είχε υποστεί το καθεστώς από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου.

 

Τι ενοχλεί τις ελίτ;

 

Εκείνο που ενοχλεί τις πολιτικές ελίτ, είναι ότι οι ανώνυμες μάζες παίζουν βαρύνοντα ρόλο στα πολιτικά και ιστορικά πράγματα, ενίοτε πιο καίριο από τις μεθοδεύσεις των εκάστοτε ελίτ. Γνωρίζουν πολύ καλά πως η Μεταπολίτευση ευδοκίμησε χάρη σε έναν λαό που αγκάλιασε και εδραίωσε τη Δημοκρατία και όχι χάρη σε αποφάσεις ολίγων, κεκλεισμένων των θυρών. Τον ιστορικό ογκόλιθο του Πολυτεχνείου, λοιπόν, τον σηκώσανε νέοι άνθρωποι, γιατί δεν άντεχαν άλλο. Γιατί δεν είχαν τίποτα να χάσουν, παρά την ίδια τους την ύπαρξη, ενώ είχαν να κερδίσουν ολόκληρη τη ζωή. Η πολιτική ελίτ ακολούθησε, δεν υπαγόρευσε τις εξελίξεις.

 

 

Σημειώσεις:

1. Βλ. ενδεικτικά το χρονολόγιο αντίστασης στη χούντα http://www.iospress.gr/extra/antistasi.htm

2. Τσιρίδης, Γιώργος και Δημήτρης Παπανικολόπουλος, «Επιστράτευση 1974: ο καταλυτικός ρόλος των επίστρατων στην κατάρρευση της δικτατορίας των συνταγματαρχών».

3. Στο ίδιο.

4. Στο ίδιο.

5. Σακελλαρόπουλος, Τάσος. «Η Μεταπολίτευση στο Στρατό: Ιούλιος 1974 - Φεβρουάριος 1975», Αρχειοτάξιο, τ. 15 (Σεπτέμβριος 2013): 14-24.

 

Γιώργος Τσιρίδης, Δημήτρης Παπανικολόπουλος Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet