Εξέπληξε, δυστυχώς και πάλι δυσάρεστα, με την τοποθέτησή της. Και μάλιστα, μια μέρα ιστορικά φορτισμένη, αφού η 24η Ιουλίου κουβαλά μνήμες μιας από τις πιο σκληρές περιόδους της νεώτερης ελληνικής Ιστορίας, καθώς σηματοδοτεί την αποκατάσταση της δημοκρατίας μετά την 7χρονη δικτατορία.

Ο λόγος για την Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τα όσα είπε –αλλά και δεν είπε– κατά την εκδήλωση στο Προεδρικό Μέγαρο, στη φετινή 48η επέτειο. Όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, ταυτιζόμενη πλήρως με το κυβερνητικό αφήγημα, ανακήρυξε τον… λαϊκισμό στον υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνο για το κράτος δικαίου και τη δικαιοσύνη, πήρε θέση και αποδοκίμασε επί της ουσίας τις εκδηλώσεις λαϊκής κατακραυγής που αφορούν τον πρωτόδικα καταδικασμένο παιδοβιαστή Λιγνάδη –«η δικαιοσύνη δεν απονέμεται με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα […], οι δικαστές απολαμβάνουν τις εγγυήσεις του λειτουργήματός τους […] κρίνονται και δεν στοχοποιούνται. Ο διχαστικός λόγος αδικεί τη δημόσια σφαίρα και δεν υπηρετεί τη δημοκρατία μας», είπε –ενώ στις 784 λέξεις της ομιλίας της, δεν υπήρχε η παραμικρή ιστορική υπόμνηση γεγονότων που σημάδεψαν τα 7 πέτρινα χρόνια ή κορυφαίων στιγμών, όπως η εξέγερση του Πολυτεχνείου (ακόμα και η λέξη δικτατορία, αναφέρθηκε μία φορά).

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Κατερίνα Σακελλαροπούλου πέφτει στο μεγαλύτερο ατόπημα στο οποίο μπορεί να υποπέσει ο ανώτατος πολιτειακός παράγοντας: να λειτουργεί όχι ως πρόεδρος όλου του ελληνικού λαού, αλλά μόνο ως πρόεδρος της παράταξης η οποία την πρότεινε.

Το έκανε όταν, χωρίς δεύτερη σκέψη, φωτογραφήθηκε μπροστά στο τείχος του Έβρου «ξεπλένοντας», με τον τρόπο της, την αντιπροσφυγική και αντιμεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης.

Το κάνει όταν σιωπά μπροστά σε πολυήμερες απεργίες πείνας κρατουμένων –θα έμαθε, φαντάζομαι, τα νέα που αφορούν την απόρριψη του δίκαιου αιτήματος του Γιάννη Μιχαηλίδη για υφ’ όρον απόλυση.

Το κάνει όταν –χωρίς περαιτέρω έρευνα– υπογράφει το προεδρικό διάταγμα τιμητικής πολιτογράφησης για απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας σε Τούρκο διεθνώς καταζητούμενο για παράνομο διαδικτυακό τζόγο, προκειμένου να μη δυσαρεστήσει την κυβέρνηση της ΝΔ.

Το κάνει όταν, αν και συνταξιούχος δικαστικός, δεν βρίσκει λέξη να πει για τα εγκλήματα που συντελούνται και για τα δράματα που εκτυλίσσονται με τις επαναπροωθήσεις στον Έβρο και το Αιγαίο, και για τα οποία η Ελλάδα έχει καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων.

Το κάνει όταν, εντελώς υποκριτικά, καλεί φέτος στο Προεδρικό Μέγαρο αριστούχους μαθητές πρόσφυγες όταν πέρυσι, την ίδια μέρα, είχε ανακαλέσει την πρόσκληση στον διασώστη Ιάσονα Αποστολόπουλο, ο οποίος καθημερινά σώζει ανθρώπους σαν κι αυτούς.

Γράφαμε στην «Εποχή» στις 23/5/2021, λίγες μέρες μετά τη φωτογράφησή της στον Έβρο, πως «σαφώς, όπως απορρέει από το Σύνταγμα, η εξουσία του ύπατου αξιώματος είναι συμβολική. Αλλά η διαχείριση των συμβόλων, που απαιτεί μαεστρία, είναι ίσως ένας από τους πιο ισχυρούς μηχανισμούς εξουσίας… Δυστυχώς, η ένοικος του προεδρικού μεγάρου δεν έχει πείσει, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ότι είναι σε θέση να διαχειριστεί –και να εκμεταλλευτεί, προς όφελος όλων– τη δύναμη αυτών των συμβολισμών. Μια δικαστής που προσπαθεί να δείξει ένα ανθρώπινο, δημοκρατικό, προοδευτικό πρόσωπο, φαίνεται να μην μπορεί να υπερβεί την “υποχρέωση” που αισθάνεται έναντι αυτών που την πρότειναν για το αξίωμα». Κι έρχεται η συστηματική ενασχόλησή της με θέματα «ανώδυνα», αλλά και «δημοφιλή» στην κοινή γνώμη από τη μία, και η σιωπή της, σε βαθμό παρεξηγήσεως, για άλλα στα οποία ο λόγος της θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά, να αποδείξουν την ακρίβεια των γραφομένων.

Για ποιον λαϊκισμό, αλήθεια, μιλάει η κ. Σακελλαροπούλου όταν απαξιώνει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο το «κοινό περί δικαίου αίσθημα»; Το ότι υφίσταται ως νομικός όρος η συγκεκριμένη έννοια, δεν δείχνει κάτι; Η ύπαρξη των ενόρκων –του λαϊκού παράγοντα, δηλαδή– τι ακριβώς σηματοδοτεί; Προφανώς, τα δικαστήρια πρέπει να δικάζουν με βάση τον νόμο και τη συνείδηση των δικαστών. Οι αποφάσεις τους, όμως, βγαίνουν «στο όνομα του ελληνικού λαού».

Αλήθεια, όταν η ίδια η Πρόεδρος της Δημοκρατίας κάλεσε την Σοφία Μπεκατώρου στο προεδρικό μέγαρο, παίρνοντας έτσι σαφή θέση ως προς το κίνημα #metoo, με βάση ποιο αίσθημα το έκανε; Όταν έκανε δηλώσεις για την πρωτόδικη καταδίκη της Χρυσής Αυγής, σε ποιο ακριβώς αίσθημα βασιζόταν; (Όχι, όταν δολοφονήθηκε από αστυνομικούς ο 18χρονος ρομά Νίκος Σαμπάνης, δεν θεώρησε σκόπιμο να πάρει θέση…).

Η Κατερίνα Σακελλαροπούλου επέλεξε –στην εμβληματική από άποψη σημειολογίας, αλλά και ουσίας, ημέρα– να κουνήσει το δάχτυλο στους πολίτες. Επέλεξε, απολύτως συνειδητά, να αγνοήσει τις προτεραιότητες που ως αρχηγός του κράτους οφείλει να θέτει, επέλεξε να μην αρθεί πάνω από τους συγκυριακούς κομματικούς συσχετισμούς.

Δεν είναι, δυστυχώς, η πρώτη φορά που το κάνει. Γι’ αυτό και το όνομά της συζητιέται, ήδη, πολύ. Και όχι για τους σωστούς λόγους. Η, για πρώτη φορά γυναίκα, Πρόεδρος της Δημοκρατίας –να που για μια φορά ακόμα αποδεικνύεται πως δεν είναι θέμα φύλου, αλλά πολιτικών που υπηρετείς, υπερβάσεων που κάνεις ή δεν κάνεις, στίγματος που εκπέμπεις– υποδέχθηκε τους καλεσμένους και τις καλεσμένες της στον κήπο του Προεδρικού Μεγάρου –σε αυτή την ιδιότυπη, όπως έχει εξελιχθεί, κοσμική εκδήλωση, η οποία πόση σχέση αλήθεια έχει με την απότιση φόρου τιμής σε αγωνιστές και αγωνίστριες του αντιδικτατορικού αγώνα– χωρίς να πει μια λέξη, χωρίς να υπονοήσει έστω κάτι για τη φεμινιστική διαδήλωση ενάντια στους βιασμούς, που χτυπήθηκε άγρια από την αστυνομία στα Εξάρχεια, δυο μέρες πριν την προεδρική δεξίωση.

Επιλέγει, λοιπόν, πού και πώς θα παρεμβαίνει. Δίνοντας και σε μας το δικαίωμα να την κρίνουμε. Ή μήπως θεωρείται και αυτό «λαϊκισμός»;

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet