Ακούγονται, με αφορμή τις πρόσφατες αποκαλύψεις για τις τηλεφωνικές …επισυνδέσεις, αναφορές στη λειτουργία παρακράτους. Να μου επιτραπεί μια αντίρρηση φαινομενικά δευτερεύουσας σημασίας στην πραγματικότητα εξαιρετικά ουσιαστική. Παρακρατικός μηχανισμός είναι ένας εξωθεσμικός μηχανισμός που λειτουργεί στις παρυφές ή στο εσωτερικό του κράτους, ο οποίος αναλαμβάνει αποστολές, που δεν θέλουν ή δεν μπορούν οι έχοντες την εξουσία να αναθέσουν στους υπάρχοντες θεσμούς. Στους παρακρατικούς μηχανισμούς μπορεί να μετέχουν φορείς θεσμικών εξουσιών, αλλά δεν μετέχουν με την τυπικά νόμιμη ιδιότητά τους. Αντίθετα, μετέχουν κατά παράβαση της ιδιότητάς τους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση που μας απασχολεί, έχουμε μια εντελώς διαφορετική πρακτική και κατάσταση κατά πολύ επικινδυνότερη της λειτουργίας παρακρατικού μηχανισμού. Εχουμε την επιχείρηση νομιμοποίησης των λειτουργιών αυτού του τύπου με την ανάθεσή τους στους ίδιους τους υπάρχοντες θεσμούς ως στοιχείο της θεσμικής λειτουργίας τους. Δείτε με πόση επιμονή οι κυβερνητικές ανακοινώσεις και ο πολλαπλασιασμός τους από τα παπαγαλάκια, αλλά και ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης στη βιντεοσκοπημένη παράστασή του, αναπαράγουν το στοιχείο της «είδησης» ότι η παρακολούθηση πολιτικών και δημοσιογράφων ήταν νόμιμη ενέργεια, επιβαλλόμενη από «εθνικούς λόγους». Και ακούστε και τη σιωπή της εισαγγελικής αρχής που την διέταξε.

Αυτή την επιχείρηση νομιμοποίησης ανέλαβε από την πρώτη στιγμή η κυβέρνηση Μητσοτάκη με την ανατροπή του νομικού πλαισίου λειτουργίας της ΕΥΠ και την απ’ ευθείας ανάθεση της ευθύνης στον ίδιο τον πρωθυπουργό. Ενέργεια η οποία εντάχθηκε, όχι μόνο επικοινωνιακά, στη λογική του «επιτελικού κράτους». Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν χρειαζόταν κυρίως ένα παρακράτος παλαιού τύπου. Διαμόρφωνε τις συνθήκες για την επιβολή ενός συγκεντρωτικού, αυταρχικού, πανεποπτικού κράτους, αδιάσπαστα δεμένου σε ένα ενιαίο σύνολο πολιτικής και επιχειρηματικής δράσης με συγκεκριμένα οικονομικά-επιχειρηματικά συμφέροντα και απαλλαγμένου από τις υποχρεώσεις λογοδοσίας. Ένα κράτος «ευέλικτο» και απογυμνωμένο από ουσιαστικές κοινωνικές αρμοδιότητες, αυστηρά ελεγχόμενο από τους πιστούς στο νεοφιλελεύθερο αυταρχικό πρότυπο, εθισμένο στην εκποίηση δημόσιων αρμοδιοτήτων και πλούτου στο ιδιωτικό κεφάλαιο, καθώς και στις απ’ ευθείας αναθέσεις στους «δικούς μας» ανθρώπους. Ένα κράτος, δηλαδή, αλωμένο από τα μέσα, όχι όμως χάρη στον μεταβαλλόμενο διά του πολιτικού και κοινωνικού ανταγωνισμού συσχετισμό, αλλά χάρη στη φενάκη της απαγόρευσης αυτού του ανταγωνισμού, της ουδετεροποίησής του έναντι του… ταλαντευόμενου και παρασυρόμενου λαού.

Ένα τέτοιο πρότυπο προϋποθέτει την αποβολή από τη λειτουργία του του λαϊκού παράγοντα, όπως συνηθίζουμε να λέμε, δηλαδή της δυνατότητας να μεταφέρεται θεσμικά ο ταξικός ανταγωνισμός στο εσωτερικό του. Εξ ου και το τέτοιο και τόσο μένος κατά της εμπλοκής του λαού σε οποιαδήποτε λειτουργία του (δικαστική εξουσία, δημοψηφίσματα, συμμετοχή στη διοίκηση οργανισμών και ιδρυμάτων…) – εκτός βέβαια από τις γενικές εκλογές, αρκεί να πραγματοποιούνται όσο γίνεται αραιότερα. Δεν πρόκειται για τη λειτουργία ενός κλασικού κράτους ελεγχόμενου από την κάθε φορά κυρίαρχη τάξη και τους συμμάχους της, αλλά για ένα πρότυπο κράτους που δεν διανοείται την αλλαγή, τη διαδοχή, τη μεταβολή της πολιτικής κατεύθυνσης. Απαγορεύει κάθε τέτοια απόπειρα ως εκτροπή και καλλιεργεί την ιδιοκτησιακή αντίληψη στους νομείς της κυβερνητικής εξουσίας και των άλλων εξουσιών, με τις ευλογίες των «αντιλαϊκιστών» τόσο της δεξιάς όσο και του υποκριτικά νεοτερίζοντος ακραίου κέντρου. Γι’ αυτό ευδοκιμούν τόσο εσχάτως και οι ποικίλες εκδοχές της ανάθεσης της πρωθυπουργίας σε προσωπικότητες υπεράνω πολιτικής. Οι οποίες μπορούν να εγγυηθούν πως «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν».

Δεν είναι υπερβολή, λοιπόν, να πούμε ότι αυτή η πρακτική και το καθεστώς που επιχειρεί να διαμορφώσει, είναι κατά πολύ πιο σοβαρά και επικίνδυνα πράγματα από την πρακτική της λειτουργίας παρακρατικών μηχανισμών με εμπλοκή σ’ αυτούς φορέων θεσμικής εξουσίας. Στις περιπτώσεις αυτές, όταν η αντιπαράθεση έφτανε σε κρίσιμο σημείο, η εγκατάλειψη της νομιμότητας ή της νομιμοφάνειας ήταν απαραίτητη. Επομένως και η εκδήλωση της κρίσης με την εγκατάλειψή της, με την εκτροπή, με την επιβολή καθεστώτος «έκτακτης ανάγκης». Μπορούσαν να την δουν όλοι διά γυμνού οφθαλμού. Στο νέο πρότυπο καλούνται οι ίδιοι οι θεσμοί να αποδεχθούν το μη νομιμοποιημένο δημοκρατικά ρόλο τού απόλυτου κριτή του εαυτού τους, που λογοδοτούν στο εσωτερικό τους, σαν κλειστά κυκλώματα, και όχι σε αυτούς που υφίστανται τις συνέπειες των αποφάσεων και των πράξεών τους, στον συνταγματικά επενδυμένο με αυτή την υπέρτατη εξουσία λαό. Από τον οποίο πηγάζουν όλες οι εξουσίες. Αδιακρίτως, διακρινόμενες και μη μεταξύ τους.

Πρόκειται, δηλαδή, για μια επιχείρηση επιβολής της διαρκούς εκτροπής ως κοινωνικά νομιμοποιημένου καθεστώτος, όπου ο υπεύθυνος πρωθυπουργός ενεργεί ως ανεύθυνος άρχων (όπως επιβεβαίωσε και ο κ. Μητσοτάκης προφασιζόμενος ότι δεν ήξερε για τον «φόνο»), δικαιολογεί τις επιλογές του αλλά και τους καταναγκασμούς προστρέχοντας διαρκώς σε εξωγενείς και μη ελεγχόμενους παράγοντες, σε έκτακτες περιστάσεις, πάντως ποτέ σε εσκεμμένες και αποδεδειγμένα λαθεμένες ενέργειες, που υπόκεινται σε κριτική και, ως εκ τούτου σε απόρριψη και σε αντικατάσταση. Θυμηθείτε τι έχουμε ακούσει ως δικαιολογίες σ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας, της οικονομικής και ενεργειακής κρίσης και του πολέμου στην Ουκρανία.

Ποτέ αυτός που έχει την πρώτιστη ευθύνη της πολιτικής επιλογής δεν φταίει. Κάποιο γρανάζι του μηχανισμού δεν δούλεψε, ίσως, καλά, το αντικαθιστούμε και η μηχανή δουλεύει ξανά ρολόι, χωρίς να αλλάξει χιλιοστό από την πολιτική που επικρίθηκε. Δεν έχουμε να κάνουμε με εξόφθαλμες παρεκτροπές που διορθώνονται με αποκατάσταση της νομιμότητας. Εχουμε να κάνουμε με επιχείρηση αλλοίωσης του τρόπου άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας, που τείνει να της προσδώσει μόνιμα χαρακτηριστικά πολιτειακής υφής, αν δεν αμφισβητηθεί ως αντίληψη και δεν ανατραπεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet