Άγγελα Γιώτη «Μεταπολεμικές Δοκιμές Πολιτικού Λυρισμού: Συνομιλίες με τον Κάλβο», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2021

 

«Ας μη μου δώσει η μοίρα μου/ εις ξένην γην τον τάφον· / είναι γλυκύς ο θάνατος / μόνον όταν κοιμώμεθα / εις την πατρίδα» γράφει ο ποιητής της επανάστασης, Ανδρέας Κάλβος, στην ωδή  «Ο Φιλόπατρις». Έναν αιώνα μετά, ο Βύρωνας Λεοντάρης, σταθερά στοχαστικός πάνω στη μεταπολεμική εμπειρία και το ηρωικό πρότυπο θα πει:  «Δεν την κατάλαβα ποτέ την απευχή του Ανδρέα Κάλβου /- σα να μην ήξερε τι ξενιτειά είναι κι η γενέθλια γη,/ η γενέθλια μέρα μας κι η μητρική μας γλώσσα.../ Και πως ζητάμε από τη μοίρα μας  “να μη...”/ αφού αυτή μπορεί μόνο να γράφει κι όχι να ξεγράφει/ κι είμαστε το ειλητάριό της/ μπρος- πίσω να μας ξετυλίγει και να μας τυλίγει».

Με μακρά διαδρομή στη μελέτη του Κάλβου η  Άγγελα Γιώτη, επίκουρη καθηγήτρια νεοελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, στο βιβλίο της «Μεταπολεμικές Δοκιμές Πολιτικού Λυρισμού: Συνομιλίες με τον Κάλβο» επιχειρεί μια  «γενετική», όπως δηλώνει, προσέγγιση της μεταπολεμικής ποίησης. Στο κέντρο της εργασίας της βρίσκεται ο  Κάλβος ως βουβός συνομιλητής έξι μεταγενέστερων του ποιητών που σχηματίζουν μεταξύ τους τρία αντιστικτικά ζεύγη. Σημείο εκκίνησης το «Μαύρο 1897» και τερματικό τα χρόνια που ακολούθησαν τον Εμφύλιο και την Μεταπολίτευση μέσα από ποιήματα που γράφτηκαν μεταξύ  1927 και 2003.

Ήδη από την εισαγωγή της υπό τον δάνειο τίτλο «Το ποιητικό ρίγος της μεταπολεμικότητας», η μελετήτρια δηλώνει πως δεν μεταχειρίζεται τη μεταπολεμική ποίηση «ως γενική χρονολογική [και ταξινομική] κατηγορία». Δεν προτείνει «μια μεγάλη θεωρία για τη μεταπολεμική ποίηση». Διερευνά μερικές από τις πιο σημαντικές της στιγμές. Αξιοποιώντας μια καλά δοκιμασμένη θεωρητική σκευή, με τα εργαλεία των Αντόρνο, Τζάντ και Λιοτάρ, η Γιώτη αντιμετωπίζει τη μεταπολεμικότητα περισσότερο ως μια αναλυτική κατηγορία, αναζητώντας επιτυχώς το ίζημα της πολιτικής ιστορίας στην ποιητική του απόθεση και υποδοχή μετά τον Κάλβο.

Τα ζεύγη που συμπαρατάσσονται εμπλέκονται σε μια διπλή συνομιλία (τόσο μεταξύ τους αλλά κι απέναντι στον μεγάλο ζακυνθινό) κι απαρτίζονται από τους Παλαμά και Καρυωτάκη, Σικελιανό και Σεφέρη, Ρίτσο και Λεοντάρη. Σε κάθε ένα από τα τρία ζεύγη αυτών των ιδιόμορφων αγώνων ποιητικού λόγου που δημιούργησε η πανεπιστημιακός, ο πρώτος συνομιλητής εκφράζει το αδιάπτωτο πατριωτικό αίσθημα (Παλαμάς, Σικελιανός, Ρίτσος) τη στιγμή που ο δεύτερος το αναστοχάζεται (Καρυωτάκης, Σεφέρης, Λεοντάρης).

Κάθε φορά περνώντας από ποιητή σε ποιητή η υψηλή αποστολή ενός ακμαίου εθνικού πνεύματος μετασχηματίζεται. Το παλαμικό εθνικό ιδεώδες και ο μεγαλοϊδεατισμός λαμβάνουν στον Σικελιανό μια ανάγκη εθνικής ανάτασης ευρωπαϊκών διαστάσεων. Για να φθάσουν στη Ρωμιοσύνη του Ρίτσου να συμβολίζουν έναν εθνικό αντιστασιακό αγώνα μέχρις εσχάτων κατά του φασισμού. Από την άλλη, στους Καρυωτάκη, Σεφέρη, Λεοντάρη συναντάμε αντιστοίχως τις ωφέλειες της πολιτικής σάτιρας και ειρωνείας, τον κριτικό στοχασμό και την αρνητική διαλεκτική που θα οδηγήσουν σε έναν προϊόν συνειδησιακής κρίσης, στην ποίηση της ήττας.

Η Γιώτη στην πρωτότυπη μονογραφία της γεώργησε τρεις περιοχές της νεοελληνικής ποίησης: τη μεταπολεμική ποίηση, την πολιτική ποίηση και τη δημιουργική πρόσληψη του Κάλβου, τονίζοντας εξ αρχής πως δεν σχεδιάζει να επιδοθεί σε αναζήτηση επιγόνων του ποιητή μέσα από τα αντιλογικά ποιητικά ζεύγη των μεταγενέστερων. Άλλωστε, όπως υπογραμμίζει, δεν μελετά μεταπολεμικούς ποιητές. Μελετά  ποιήματα που επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε τη διαχείριση του τέλους ενός πολέμου, έως ότου χτιστεί, εν προόδω, ο μεταπολεμικός ποιητικός χαρακτήρας. Ποιήματα που συνδιαλέγονται με τον Κάλβο και μαρτυρούν άλλοτε την πολιτικοποίηση του υψηλού κι άλλοτε μια προγραμματική αρνητικότητα.

Η σύρτις, αναλογιζόμενη κάπως περίλυπα την κοινωνική αγωγιμότητα της ποίησης σήμερα και το πέρασμά της από το μεταπολεμικό στο μεταπολιτικό πεδίο,  αποσύρεται με μερικούς ακόμα στίχους -ίσως τους πιο αναγνωρίσιμους- του κατ’ εξοχήν μεταπολιτικού Λεοντάρη:« — Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω, / ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε/ λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου/ να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε».

 

Κωνσταντίνα Κορρυβάντη Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet