«Η "Νέα" Τουρκία του Ερντογάν. Πριν και μετά την απόπειρα πραξικοπήματος», επιμέλεια: Νίκος Χριστοφής, εκδόσεις Leader Books, 2022

 

Ο συλλογικός τόμος για τη «νέα» Τουρκία του Ερντογάν που επιμελείται ο Νίκος Χριστοφής αποτελεί μια σημαντική προσπάθεια να ιδωθεί σε όλη της την έκταση και χωρίς ωραιοποιήσεις και απλουστεύσεις, η πολιτική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί σήμερα στην Τουρκία, ως συνέπεια του καθεστώτος που σταδιακά κατάφερε να επιβάλει στη χώρα ο Ερντογάν και οι ευκαιριακοί του σύμμαχοι.

Έχει σημασία ότι οι συγγραφείς που συμμετέχουν στον τόμο καταπιάνονται με μια διαφορετική κοινωνική ομάδα, ή συνθήκη, ή χρονική στιγμή ο καθένας και η καθεμία ώστε να δώσουν διαφορετικές ψηφίδες που συναποτελούν την εικόνα για τη συνολική κατανόηση του δημοκρατικού ελλείματος ιστορικά στην Τουρκία, προκειμένου να μπορέσουμε με ασφάλεια και έγκυρες συνεπαγωγές να κατανοήσουμε το σήμερα.

Έχει σημασία ότι οι περίοδοι υπό ανάλυση ποικίλουν και περιλαμβάνουν τα σημαντικά γεγονότα πριν το πραξικόπημα του 2016 που εν πολλοίς προετοίμασαν ό,τι ακολούθησε.

Έχει σημασία ότι οι μελετητές/τριες που συνεισφέρουν στο βιβλίο είναι διαφόρων ηλικιών, ειδικοτήτων, εθνικοτήτων και έρχονται να φωτίσουν σφαιρικά και συχνά και εμπειρικά ένα τεράστιο θέμα, που αγγίζει χιλιάδες κόσμου και δεν είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί ως αμιγώς ιστορική έρευνα. Έτσι η προφορική ιστορία με συνεντεύξεις όσων συμμετείχαν λ.χ. στις «περιπολίες για τη δημοκρατία», η έρευνα πεδίου και τα αρχεία συχνά μπλέκονται με τις εμπειρίες των ίδιων των ιστορικών που έχασαν τη δουλειά τους σε τουρκικά πανεπιστήμια -αν και ευρωπαίοι πολίτες- όταν μετά το πραξικόπημα η κυβέρνηση τούς έκρινε εν μία νυκτί ανεπιθύμητους, και ουσιαστικά τους έδιωξε από τη χώρα, μόνο και μόνο επειδή με την υπογραφή τους είχαν στηρίξει Τούρκους συναδέλφους τους που βρίσκονταν ήδη και για διάφορους λόγους υπό διωγμό από το καθεστώς.

Έχει σημασία ότι το βιβλίο συνολικά μας μεταφέρει αλήθειες τις οποίες τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη μια σημαντική μερίδα αναλυτών αποφεύγει να αντιμετωπίσει με ειλικρίνεια, καθώς η Τουρκία θεωρείται «βασικός εταίρος», όπως αναφέρει ο Τσενγκίζ Ακτάρ, και η ιδιότητα αυτή χρήζει μιας -έστω και κατ’ επίφαση- δημοκρατικής νομιμοποίησης, η οποία όμως πλέον δεν υπάρχει, αν υπήρξε και ποτέ στο παρελθόν, τουλάχιστο όπως την εννοούν οι ευρωπαίοι. Οι αναλυτές του βιβλίου, μας το λένε -αφού το τεκμηριώσουν- ξεκάθαρα: «από το αποτυχημένο πραξικόπημα και έπειτα, το επίπεδο της από-δημοκρατικοποίησης της Τουρκίας θέτει σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια την επιβίωση του νέο-φιλελεύθερου πλαισίου, [...] επειδή θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση του λειτουργικού κοινωνικού συστήματος».

 

Ένα πραξικόπημα «δώρο θεού» για τον Ερντογάν

 

Το πολυκομματικό σύστημα που εφαρμόστηκε το 1950 και θα μπορούσε να είναι η αρχή μιας δημοκρατικής πορείας για τη χώρα εμποδίστηκε από τις συχνές παρεμβάσεις του στρατού στα πολιτικά πράγματα, παρεμβάσεις που είχαν ως αποτέλεσμα η πορεία αυτή να μην ολοκληρωθεί ποτέ. Η αντιπαλότητα της κεμαλικής ελίτ και της συντηρητικής, λαϊκίστικής αντι-ελίτ για τον δημόσιο χώρο κλιμακώθηκε μέσα στα χρόνια, με την κάθε πλευρά να κυριαρχεί σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και να επιδιώκει πολιτική επικράτηση κυρίως και όχι πολιτική νομιμοποίηση. Σε αυτή τη «μάχη γιγάντων», η αριστερά, οι μειονότητες, όσοι δεν ταίριαζαν στο εθνικιστικό - νεοφιλελεύθερο πλαίσιο ή στο συντηρητικό ισλαμικό πλαίσιο του σουνιτικού ισλάμ, ήταν κυνηγημένοι και από τις δύο ομάδες και διώκονταν εξίσου ως «απειλή για το έθνος».

Σε αυτή τη μάχη η αρχική συμμαχία Ερντογάν - Γκιουλέν επικράτησε και την περίοδο 2002-12 εξοβέλισε τους κεμαλικούς ακόμη και από παραδοσιακά τους προπύργια όπως ήταν ο στρατός και το δικαστικό σώμα. Στη συνέχεια, ο ανταγωνισμός κορυφώθηκε μεταξύ των δύο πρώην συμμάχων. Για το πραξικόπημα του 2016 το οποίο ο Ερντογάν έχει αποκαλέσει «δώρο θεού», η κυβερνητική προπαγάνδα έσπευσε μέσα στις πρώτες ημέρες να απαλλάξει εν πολλοίς το στρατό, και να αποδώσει κυρίως το φταίξιμο στους γκιουλενιστές - «τρομοκράτες» και σε δεύτερο χρόνο σε μειονότητες, αριστερούς, αλεβίτες, και λοιπούς «εχθρούς του έθνους». Η «πύρρειος νίκη» του Ερντογάν όπως την ονομάζει ο Γουότμαθ, μπορεί να τον άφησε απόλυτο κυρίαρχο στην τουρκική πολιτική σκηνή, αλλά με έναν δημόσιο τομέα, πλήρως αποψιλωμένο από προσωπικό και μια χώρα να λειτουργεί οριακά, μετά από ένα τεράστιας έκτασης κυνήγι μαγισσών με διώξεις, στρατιωτικό εκφοβισμό, βία, εκλογικές νοθείες και ένα κράτος δικαίου σε πλήρη καταστολή, όπως ζοφερά περιγράφει ο Χαμίτ Μπόζαρσλάν. Το καθεστώς Ερντογάν εργαλειοποίησε το πραξικόπημα του 2016 εκκινώντας ένα «αντιπραξικόπημα» εις βάρος κάθε δημοκρατικού θεσμού που είχε απομείνει στη χώρα και ένα πογκρόμ εκκαθαρίσεων εις βάρος πραγματικών και φανταστικών εχθρών.

 

Η ατελής δημοκρατία

 

Με το δημοψήφισμα του 2017 από την «ατελή δημοκρατία», η Τουρκία περνάει στον «ανταγωνιστικό απολυταρχισμό», ή αλλιώς «προεδρισμό a la Τurca», με τις εκλογές να υφίστανται μεν, αλλά όπως σημειώνει η Ρόζα Μπουρτς να χρησιμεύουν «απλώς για να νομιμοποιούν την υπάρχουσα ισορροπία ισχύος» και ως έξωθεν καλή μαρτυρία για την Ευρώπη. Θρησκευτικοί θεσμοί όπως το Diyanet (Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων), ενισχύθηκαν υπέρ -και μέσω- του ΑΚΡ για να λειτουργήσουν σαν κυβερνητικά αντηχεία, το κράτος και το κόμμα υποχώρησε υπέρ του Ερντογάν, ο οποίος έγινε μια συστηματική προσπάθεια να αντιμετωπιστεί πλέον ως υπερβατικό πρόσωπο, ως «reis» (καπετάνιος) του έθνους, με δική του αυτοβιογραφική ταινία - αγιογραφία, και προσφώνηση που θυμίζει -και μιμείται- το «ata», του Μουσταφά Κεμάλ (Atatürk: ο πατέρας των Τούρκων).

Στον αντίποδα αυτών των εξελίξεων, η κατακερματισμένη τουρκική αριστερά, το HDP, οι μειονότητες και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, έχουν άποψη και έρεισμα στην τουρκική κοινωνία, γεγονός που φάνηκε ξεκάθαρα με την εξέγερση του Γκεζί. Ωστόσο, η μονολιθική εξουσία Κεμαλιστών - Ισλαμιστών, η άλωση του κράτους και των θεσμών του από δυνάμεις που τους αντιστρατεύονται από την αρχή της τουρκικής πολιτικής ιστορίας, έχουν ως αποτέλεσμα τη μόνιμη αντιμετώπισή τους ως «εθνικών άλλων», την τοποθέτησή τους σε μια διαρκή κατάσταση εξαίρεσης, με συνεχείς διώξεις, περιθωριοποίηση καθώς και την υποχρέωση να αγωνίζονται υπό ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες προκειμένου να επικοινωνήσουν τις ιδέες τους σε ευρύτερα ακροατήρια και να απεργαστούν μια κοινή πλατφόρμα συνεννόησης και συνεργασίας.

Το έλλειμα δημοκρατίας στην Τουρκία όπως τεκμηριώνουν οι αναλυτές και αναλύτριες του εν λόγω τόμου, έχει φτάσει σε ένα ζενίθ. Ο Αχμέτ Ινσέλ, στο προοίμιο του βιβλίου εναποθέτει τις ελπίδες του στην αντοχή της κοινωνίας των πολιτών αλλά αμφιβάλλει για το κατά πόσο οι αντιπολιτευτικές δυνάμεις θα μπορέσουν να κάνουν τις υπερβάσεις που απαιτούνται. Η κακή εξέλιξη μπορεί να είναι μια κανονική δικτατορία, καθώς το καθεστώς θα κάνει τα πάντα για να μη χάσει την εξουσία. Μερίδιο ευθύνης υπάρχει φυσικά και για τις ευρωπαϊκές δυνάμεις που θα μπορούσαν να σταματήσουν να «ποιούν την νήσσαν» και να κάνουν ότι δεν βλέπουν τι συμβαίνει στη γείτονα.

 

Έλενα Μπουλετή H E. Mπουλετή είναι ιστορικός – διδάκτορας Παντείου Πανεπιστημίου Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet