Μία από τις πιο συνηθισμένες τακτικές που χρησιμοποιούν οι κυβερνήσεις για να μετατοπίσουν το βάρος της πολιτικής αντιπαράθεσης όταν βρίσκονται υπό καθεστώς πίεσης, είναι η επίκληση εθνικών κινδύνων και η εφεύρεση «εσωτερικών» εχθρών. Με πρόσχημα την εθνική ασφάλεια στρέφουν το βλέμμα μας σε μια κοινή απειλή, βάζοντας κάτω από το χαλί τα πραγματικά προβλήματα που μαστίζουν την κοινωνία, όπως τη φτώχεια, την ανεργία, τις κοινωνικές ανισότητες. Την ίδια στρατηγική ακολούθησαν στην ιστορία και άλλα δεξιά κόμματα και μορφώματα, αλλά κυρίως εκείνα που έφεραν μεγάλες δομικές αλλαγές (λ.χ η εμφάνιση του κορπορατισμού στην περίπτωση της φασιστικής Ιταλίας). Κι αν και η περίπτωση της ΝΔ είναι ιστορικά διαφορετική, εντούτοις χρησιμοποιεί συνταγές που έχουν εμφανιστεί και άλλες φορές στο παρελθόν, κάθε φορά κάτω από άλλο μανδύα. Αποτελεί δηλαδή έναν επιτυχή συνασπισμό που πλέον έχει αντι-αριστερά και αντι-κομμουνιστικά χαρακτηριστικά, χρησιμοποιώντας έννοιες «προόδου» και «πατριωτισμού», ώστε να μπορεί να συγκρατεί σφιχτά τόσο απολιτίκ, όσο και ακροδεξιό κοινό.

Και στα καθ’ ημάς, όμως, το δίπολο εθνικόφρονες και μη, κάτω από τον μπαμπούλα ενός κομμουνιστικού κινδύνου, αποτέλεσε παράγοντα νομιμοποίησης της καχεκτικής δημοκρατίας 1946–1967, διαμορφώνοντας ένα ασφυκτικό περιβάλλον όπου η ανελευθερία, οι διώξεις και η συνεχής πορεία προς τον αυταρχισμό γινόντουσαν ανεκτές στον βωμό της αντιμετώπισης ενός αιωρούμενου εσωτερικού εχθρού. Αυτό το καθεστώς, που έβλεπε παντού προδότες, λειτούργησε αποπροσανατολιστικά από τα μεγάλα ζητήματα της εποχής και είχε δυο συνέπειες. Μεσοπρόθεσμα τη μακροχρόνια κυριαρχία της σκληρής Δεξιάς και μακροπρόθεσμα την αναπόφευκτη κατάλυση της δημοκρατίας το 1967. Επικοινωνιακά και ιδεολογικά ο δεξιός χώρος πρόβαλε το πολιτικό της αφήγημα στη βάση της ύπαρξης μειοδοτών και προδοτών. Σήμερα η δεξιά ρητορική είναι ακόμα πιο έντονη, ο ίδιος ο πρωθυπουργός δεν διστάζει να παίζει με επιπόλαιο τρόπο το χαρτί του εθνικού κινδύνου για να ξεφύγει από δύσκολες για τον ίδιο καταστάσεις στην εσωτερική πολιτική, ενώ ο επίσημος κυβερνητικός λόγος ταυτίζει οποιονδήποτε ασκεί κριτική στην κυβέρνηση με ξένα συμφέροντα που επιθυμούν την αποσταθεροποίηση της χώρας.

Όσοι πλέον ασκούν κριτική στη κυβερνητική εξωτερική πολιτική, αλλά και στα ίδια τα στελέχη, χαρακτηρίζονται ως πράκτορες, τόσο από κυβερνητικά χείλη όσο και από τα συστημικά ΜΜΕ. Ο αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Άδωνις Γεωργιάδης, πρόσφατα αναπαρήγαγε δημοσιεύματα της Ομάδας Αλήθειας για το συμβάν του Έβρου, τα οποία στοχοποιούσαν τον δημοσιογράφο Φοίβο Κλαυδιανό, αναφέροντας ότι δήθεν αναπαράγει τη ρητορική της Τουρκίας, επειδή είπε ότι είναι ντροπή να είναι άταφο δύο μέρες ένα παιδί. Στην ίδια γραμμή και στρατηγική είχε κινηθεί ο δεξιός χώρος και με τον ουκρανικό πόλεμο, όπου κάλεσε τον εκπρόσωπο του Τάγματος Αζόφ στην ελληνική Βουλή και στήριξε την αποστολή πολεμικού υλικού στην εμπόλεμη ζώνη, κατηγορώντας την Αριστερά για τη μη συμμετοχή της στο εγχείρημα. Στο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όμως, η Δεξιά καταψήφισε την τροπολογία της Ευρωομάδας της Αριστεράς να επιβληθούν κυρώσεις στους ρώσους ολιγάρχες, καθώς η τροπολογία ανέφερε ύπαρξη κρυφών περιουσιακών στοιχείων της ρώσικης ελίτ των Paradise Papers σε φορολογικούς παραδείσους.

Υπάρχει, λοιπόν, μια προσπάθεια ανάκλησης του πρωτείου της πολιτικής, με σκοπό τη μετατόπιση των πολιτικών ζυμώσεων και συγκρούσεων, από πεδία που αφορούν πολιτικές (πχ σχετικά με την ενεργειακή κρίση, την κλιματική κρίση, το μετασχηματισμό του οικονομικού μοντέλου, τη στεγαστική κρίση κ.ο.κ) σε ένα υπερδίλημμα, Μητσοτάκης ή χάος, Μητσοτάκης ή εθνικοί κίνδυνοι. Έτσι το αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, το οποίο διαρθρώθηκε το 2015 ήδη από την εκστρατεία του «Ναι», επιχειρείται να πάρει χαρακτηριστικά εθνικόφρονης υστερίας.

Φαίνεται έτσι ότι κάποιοι δεν έχουν διδαχτεί τίποτα από τα ολέθρια λάθη ενός παρελθόντος που οδήγησε σε κοινωνικές συγκρούσεις, φτώχεια και καταστροφές. Η πραγματικότητα είναι πολύ σκληρός αντίπαλος για όσους επιχειρούν να την ξεγελάσουν με εμφυλιοπολεμική ρητορική και ο πατριωτισμός είναι μάλλον το τελευταίο ανοχύρωτο καταφύγιο για τους απατεώνες. Ακόμα και αν ο τοξικός και βαθιά λαϊκίστικος αυτός λόγος δεν πετύχει πλήρως τον σκοπό του, θα αφήσει τα σημάδια του στην ελληνική κοινωνία και την ποιότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης στη χώρα μας και ο φαινομενικά φιλελεύθερος πρωθυπουργός της θα είναι προσωπικά υπεύθυνος για αυτό.

Χρέος του ΣΥΡΙΖΑ είναι να δημιουργήσει νέους δρόμους, όπου η ριζοσπαστική εναλλακτική δεν θα εμφανίζεται σαν εχθρός εσωτερικός ή εξωτερικός, αλλά θα συστρατεύει κάθε πολίτη που αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να βιοποριστεί. Αν μπει σε λογική σύγκρισης με τους πολιτικούς αντιπάλους, στη βάση μιας συστημικού τύπου διαχειριστικής καταλληλόλητας, όπως έγινε από τις δυνάμεις του Κέντρου στο παρελθόν, δεν θα μπορέσει να μεταβάλλει την πολιτική σκηνή. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει απέναντι στη χυδαιότητα και μισαλλοδοξία να προβάλει βασικά σημεία που θα μπορούν να οδηγήσουν ξανά την κοινωνία να πιστέψει στην Αριστερά και στην εναλλακτική αντιπρόταση, με τις έννοιες να αποκτήσουν ξανά νόημα, όπως η στέγαση των νέων ανθρώπων, η επισιτιστική κρίση και η κυκλική οικονομία ως απάντηση, η κατοχύρωση ξανά της εργασιακής ασφάλειας και η έμφαση στον πολιτισμό, ώστε να αναγεννηθούν νέα ρεύματα ιδεών και σκέψεις. Για να επιτευχθούν τα παραπάνω, θα πρέπει να εκφραστούν καθαρές λύσεις που θα μπορούν να μεταφέρουν την Αριστερά από τη θεωρία στην πράξη.

 

Παναγιώτα Μουσουλίδη Η Παναγιώτα Μουσουλίδη είναι μέλος της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ Περισσότερα Άρθρα
Tags:
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet