Ισμήνη Καρυωτάκη «Φυγόδικος δεν ήμουν», εκδόσεις Ποταμός, 2022

 

Η μεγαλύτερη ίσως αρετή του νέου μυθιστορήματος της Ισμήνης Καρυωτάκη «Φυγόδικος δεν ήμουν» είναι ότι αποτελεί χωνευτήρι πολύ διαφορετικών πραγμάτων, διατηρώντας ισορροπίες που σε πρώτη εξέταση φαίνονται αγεφύρωτες. Το πολιτικό στοιχείο, διαρκώς παρόν, χωνεύεται παρόλα αυτά μέσα στην ιδιομορφία των χαρακτήρων και τη δεσπόζουσα παρουσία της φύσης. Χωρίς ποτέ να κουνάει το δάχτυλο. Η βαθύτερη ποιητικότητα, διαρκώς παρούσα στον τρόπο γραφής -που, βέβαια, δεν είναι καθόλου ποιητικίζων- παρά την έντασή της δεν καταπίνει την πολιτική. Οι πολύ δυνατοί χαρακτήρες, που κατά βάση από μόνοι τους διεκδικούν το μονοπώλιο του ενδιαφέροντος ως τέτοιοι, βάζοντας σε δεύτερο πλάνο οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, εντέλει ούτε αυτοί καταργούν τις άλλες συνιστώσες της ιστορίας.

Μάλλον ο λόγος είναι ότι διαιτητής σε αυτό το μυθιστόρημα, όπου η παραγωγή αντιθέσεων είναι συνεχής και τα στοιχεία που πρέπει να συγκεραστούν πολύ διαφορετικής φύσης, είναι ένας ποταμός. Είναι ο Αώος, που βρίσκεται στην καρδιά των καταστάσεων αυτών, τις διαπερνά αλλά και τρόπον τινά τις διαφεντεύει, είναι ο αθόρυβος ρυθμιστής χωρίς τον οποίο ούτε τα πρόσωπα θα ήταν τα ίδια, ούτε οι πολιτικές τους επιλογές, ούτε η φύση που περιγράφεται γύρω. Όλα χωνεύονται στη ροή του, τη ροή που είναι ζωή, που έχει μάλιστα κατεύθυνση μια άλλη χώρα, την Αλβανία, όλες οι αντιπαραθέσεις φαίνονται στις διαφορετικές του όχθες και όλες οι προσπάθειες συνεννόησης και συμβιβασμού συμβολίζονται στα πέτρινα γεφύρια του.

Αυτό τον ρόλο του ποταμού (σε ένα μυθιστόρημα που, εντελώς φυσικά, βγήκε από τις εκδόσεις «Ποταμός!») τον ομολογεί στο τέλος και μία από τις πρωταγωνίστριες: «Από το παρελθόν έμενε μόνο το ποτάμι, κυλούσε μέσα της ανάμεσα σε δύο όχθες κάτω από δέντρα και σκιερές φυλλωσιές. Η Εριφύλη έπλεε μαζί του φτάνοντας στην απόλυτη απομάκρυνση ακόμα και από τον εαυτό της».

Η Εριφύλη είναι μια νέα γυναίκα που ερωτεύεται έναν αριστερό νέο, τον Σπήλιο, ο οποίος μόλις έχει βγει από τη φυλακή. Βρισκόμαστε στα 1972, επί δικτατορίας δηλαδή, και ο Σπήλιος έχει πάρει προσωρινό αποφυλακιστήριο για λόγους υγείας. Τον έχουν δείρει και βασανίσει τόσο που έπαθε καρδιακά επεισόδια. Η Εριφύλη είναι ελεύθερος άνθρωπος, αντισυμβατικός, αλλά ανήκει σε μια οικογένεια της εντελώς άλλης όχθης. Είναι οικογένεια βασιλική. Η μητέρα της δεν ζει αλλά το σόι της, με πρωταγωνίστρια τη θεία Φλώρα, έχει στην Κόνιτσα ένα τεράστιο πέτρινο σπίτι στο σαλόνι του οποίου δεσπόζει καδραρισμένο και επιβλητικό το βασιλικό ζεύγος, ο Παύλος και η Φρειδερίκη.

Η Εριφύλη, που ενδόμυχα προσπαθεί να αποτελέσει τη γέφυρα των δύο κόσμων, κυρίως όμως θέλει να γνωρίσει στον εραστή της τα μέρη που μεγάλωσε πριν αυτός επιστρέψει στη φυλακή, τον παρασύρει σε ένα ταξίδι στο βορρά. Από τη μεριά του ο Σπήλιος την παρασύρει κι εκείνος σε μια πεζοπορία στη χαράδρα του Βίκου, έχοντας σχεδόν αποφασίσει να την παρασύρει και σε φυγή, να περάσουν τα σύνορα και να αποδράσουν. Μια ξαφνική θύελλα, με βροχή και χαλάζι, τους αναγκάζει να επιστρέψουν. Και αφού περάσουν από βουνίσιες στάνες φίλων αριστερών καταβολών, θα καταλήξουν στο βασιλικό σπίτι της θείας Φλώρας. Ο Σπήλιος δεν αντέχει το κλίμα της οικογενειακής σύναξης και αποχωρεί. Ο τίτλος του βιβλίου, που θα μπορούσε να παραπέμπει στη νέα δίκη από την οποία αναμένεται να περάσει ο Σπήλιος, όπως γινόταν τότε για επανακοθορισμό από το Στρατοδικείο των αρχικών ποινών των «αντεθνικώς δρώντων», έχει εντέλει μεταφορική σημασία, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη για υπεράσπιση των ιδεωδών ανεξαρτήτως τιμήματος, στην αξιοπρέπεια της σταθερής έκφρασης γνώμης ανεξαρτήτως κλίματος και συντριπτικής ανισορροπίας ισχύος.

Σε μια εποχή όπως της δικτατορίας, το γεγονός ότι ο χώρος στον οποίο διαδραματίζεται το μυθιστόρημα είναι η Ήπειρος και μάλιστα στα αλβανικά σύνορα, σε περιοχές όπου έγιναν οι σκληρότερες μάχες του Εμφυλίου, έχει σαφή συμβολισμό και δίνει στα τεκταινόμενα ιστορικό βάθος.

Ωστόσο, από ένα σημείο και μετά ο Σπήλιος γίνεται παρών-απών, με ένα συγγραφικό τρικ που δεν χρειάζεται να αποκαλύψουμε, και το βάρος της αφήγησης πέφτει στην όλο και μεγαλύτερη εμβάθυνση της σχέσης της Εριφύλης με τη θεία της, την Φλώρα, που φτάνει σε σημείο πρωτοφανών, για εκείνες -και κυρίως για τη Φλώρα- αμοιβαίων εξομολογήσεων. Η Φλώρα εξομολογείται τον -ήδη γνωστό στον αναγνώστη- νεανικό της έρωτα με έναν Ρουμάνο και την προσωρινή φυγή της στη Ρουμανία -αρκετά έμμεση, όχι όμως εντελώς δυσδιάκριτη αναφορά στην παρουσία του βλάχικου στοιχείου στην Κόνιτσα-, η δε Εριφύλη κάποια συγκλονιστικά στοιχεία του βίου της, άλλα τραυματικά και άλλα απλώς βλάσφημα. Οι χαρακτήρες των δύο γυναικών αποκαλύπτονται αβίαστα, με τη σκληρότητα αλλά και την τρυφερότητά τους, με τη μεγάλη δύναμη αλλά και τις αδυναμίες τους, με τις μεγάλες διαφορές τους αλλά και τις κοινές μνήμες, την κατανόηση που φέρνει η σε ένα βαθμό κοινότητα εμπειριών, έστω και με τις αποκρύψεις της. Το σπιτικό αλκοολούχο βισσύ, σε αρμονία και αυτό με τον τόπο και τη φύση του, βοηθάει το λύσιμο της γλώσσας.

Η γραφή είναι άλλοτε τριτοπρόσωπη και άλλοτε πρωτοπρόσωπη, ωστόσο και στη δεύτερη περίπτωση δεν είναι πάντα το ίδιο πρόσωπο που μιλά, η συγγραφέας παίζει με αυτό το στοιχείο και ζητάει επομένως τη συγκέντρωση του αναγνώστη.

Η σεμνή τρυφερότητα αλλά και η ασθμαίνουσα επιμονή του λόγου, που θέλει να πει όσα περισσότερα μπορεί, αλλά όσο πιο σύντομα και συμπυκνωμένα γίνεται, μοιάζει και αυτή σαν το νερό του ποταμού που ρέει συνεχώς και σμιλεύει τη σκληρή πέτρα της Ηπείρου, χαϊδεύοντάς τη. Πρόκειται λοιπόν για μυθιστόρημα που δικαιωματικά εγγράφεται στις σημαντικότερες στιγμές της σύγχρονης ηπειρώτικης -εντέλει- λογοτεχνίας που έχει να μας παρουσιάσει πολύ ισχυρές συγγραφικές φωνές, μεγάλου βεληνεκούς, και πολύ διαφορετικές, πάντα όμως γόνιμες, παρά την πέτρα του τόπου ή ίσως και εξαιτίας της, προσεγγίσεις.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet