Με αφορμή τις αυριανές εκλογές στην Ιταλία, και την, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, νίκη της Τζόρτζια Μελόνι, ο Στίβεν Φόρτι, λέκτορας Σύγχρονης Ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, μιλάει στην «Εποχή» για την άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη, για το πως μπορεί να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος περαιτέρω εξάπλωσής της στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, και για τις μεταμορφώσεις του ακροδεξιού λόγου και τρόπου παρέμβασης. 

 

 

 

Πώς φτάσαμε σε αυτό το τρομακτικά υψηλό ποσοστό της Ακροδεξιάς στην Ιταλία;

Πρέπει να κοιτάξουμε στο παρελθόν, και κυρίως σε αυτό που έγινε με το τέλος της Πρώτης Δημοκρατίας (1992 - 1994). Ο Μπερλουσκόνι κανονικοποίησε την Ακροδεξιά, νομιμοποιώντάς την ως κυβερνητική δύναμη: η πρώτη κυβέρνηση του ηγέτη της Φόρτσα Ιτάλια το 1994 επέτρεψε στη Λέγκα του Βορρά και στην Εθνική Συμμαχία - Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα να εισέλθουν για πρώτη φορά στην εκτελεστική εξουσία της χώρας. Τις επόμενες δεκαετίες, η Ακροδεξιά επέστρεψε στην κυβέρνηση σε άλλες τρεις περιπτώσεις (2001 - 2006, 2008 - 2011, 2018 - 2019), και κυβέρνησε σε πολλές πόλεις και περιφέρειες, πάντα στο συνασπισμό της κακώς επονομαζόμενης «κεντροδεξιάς», που ηγεμονεύτηκε από την Φόρτσα Ιτάλια. Με άλλα λόγια, πολλοί Ιταλοί δεν βλέπουν την Ακροδεξιά ως εξτρεμιστική και είναι συνηθισμένοι  στην παρουσία της. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί η παρακμή του μπερλουσκονισμού. Το σχέδιο του Λαού της Ελευθερίας, ένα είδος συντηρητικού κόμματος ρεπουμπλικανικού τύπου των ΗΠΑ, απέτυχε το 2012. Η οικονομική κρίση του 2010 έκανε τα υπόλοιπα. Τότε ήταν που η Μελόνι ίδρυσε τα Αδέλφια της Ιταλίας και ο Σαλβίνι πήρε την ηγεσία της Λέγκας, μετατρέποντάς την από ένα βόρειο αυτονομιστικό κόμμα σε ένα ιταλικό εθνικιστικό κόμμα, ακολουθώντας το λεπενικό μοντέλο. Εν ολίγοις, οι ψήφοι για τον δεξιό συνασπισμό ήταν λίγο πολύ πάντα οι ίδιες. Η διαφορά είναι ότι από μικρότερος εταίρος η Ακροδεξιά τώρα έχει γίνει ηγεμονική, ξεπερνώντας τον μπερλουσκονισμό που δεν ήξερε ποτέ πως να ανανεωθεί.

 

Μέσα σε ποιο πλαίσιο μπορούμε να κατανοήσουμε την άνοδο της Ακροδεξιάς σήμερα σε πολλές χώρες της Ευρώπης;

Θα έλεγα ότι υπάρχουν διαφορετικά πλαίσια και διαφορετικοί λόγοι. Από τη μια πλευρά, υπάρχει μια αντίδραση στις κοινωνικοοικονομικές συνέπειες της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Η αύξηση της ανισότητας, η προσωρινή απασχόληση, η αποδυνάμωση του κράτους πρόνοιας και η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης, προκάλεσαν μια αντίδραση που η Ακροδεξιά κατάφερε να εκμεταλλευτεί. Αλλά, από την άλλη πλευρά, υπάρχει επίσης μια πολιτιστική αντίδραση στην παγκοσμιοποίηση. Τις τελευταίες δεκαετίες, οι κοινωνίες μας έχουν αλλάξει ραγδαία. Αν και ορισμένοι δυσκολεύονται να το παραδεχτούν ζούμε σε πολυπολιτισμικές κοινωνίες, και έχουν σημειωθεί σημαντικές πρόοδοι όσον αφορά τα πολιτικά δικαιώματα, σε θέματα όπως η άμβλωση, ο φεμινισμός, και τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Στο βάθος υπάρχει επίσης το ζήτημα της κρίσης της φιλελεύθερης δημοκρατίας: η δυσπιστία προς τους θεσμούς έχει αυξηθεί εκθετικά, και τα κόμματα και τα συνδικάτα είναι πολύ λιγότερο ριζωμένα κατά τόπους. Η ρητορική κατά του κατεστημένου και ο λαϊκιστικός λόγος κατάφεραν έτσι να διεισδύσουν με πολύ μεγαλύτερη δύναμη και βρήκαν πρόσφορο έδαφος.

 

Ποιοι λόγοι και ποιοι μηχανισμοί έχουν ενισχύσει την κανονικότητα της σύγχρονης Ακροδεξιάς;

Αυτή ήταν μια διττή διαδικασία. Από τη μία πλευρά, η Ακροδεξιά μπόρεσε να ανανεωθεί και να εκσυγχρονιστεί, αν και πολλοί δεν το είχαν συνειδητοποιήσει. Ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Αλέν ντε Μπενουά (σημ: ιδρυτής του ακροδεξιού κόμματος Νέα Δεξιά που εμφανίστηκε στη Γαλλία στα τέλη της δεκαετίας του 1960), είχε καταλάβει ότι ο νεοφασισμός έπρεπε να δώσει μια πολιτισμική μάχη. Αυτός ο Γάλλος φιλόσοφος είχε διαβάσει τον Γκράμσι, και είχε καταλάβει ότι για να κατακτηθεί η πολιτική εξουσία ήταν απαραίτητος ένας μακρύς «πόλεμος θέσεων» για την απόκτηση της πολιτισμικής ηγεμονίας. Τώρα βλέπουμε τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας: η Ακροδεξιά κατάφερε να μετακινήσει αυτό που οι πολιτικοί επιστήμονες αποκαλούν «παράθυρο του Όβερτον», δηλαδή αυτό που είναι αποδεκτό να λέγεται σε δημόσιο επίπεδο. Εν ολίγοις, η Ακροδεξιά είναι αυτή που καθόρισε τα μέσα ενημέρωσης και την πολιτική ατζέντα. Σκεφτείτε το θέμα της μετανάστευσης: πριν από δέκα χρόνια κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει για το σχέδιο της «εθνοτικής αντικατάστασης» του ευρωπαϊκού πληθυσμού, που υποτίθεται ότι πραγματοποιείται από τις «παγκοσμιοποιητικές ελίτ», και πρωτίστως από τον Τζορτζ Σόρος. Τώρα, έμμεσα ή ρητά, ακούμε αυτές τις κουβέντες στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Αυτό είχε σημαντικό αντίκτυπο στην μέινστριμ Δεξιά, η οποία υιοθέτησε, εν μέρει ή πλήρως, τον λόγο της Ακροδεξιάς από φόβο μήπως χάσει ψήφους στα δεξιά της. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τις επιπτώσεις των τεχνολογικών μετασχηματισμών: το διαδίκτυο και τα κοινωνικά δίκτυα επέτρεψαν την ταχεία διάδοση του ακροδεξιού λόγου.

 

Ποιες μεταμορφώσεις βλέπεις στο λόγο και στον τρόπο παρέμβασης της Ακροδεξιάς σήμερα σε σχέση με παλαιότερες εποχές;

Σήμερα η Ακροδεξιά είναι η μεγαλύτερη απειλή για τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Το πρότυπό της είναι η «εκλογική απολυταρχία», ή «ανελεύθερη δημοκρατία», του Όρμπαν. Ωστόσο, διαφέρει κάπως από το φασισμό του μεσοπολέμου. Από τη μια πλευρά, όπως ανέφερα προηγουμένως, έχει ανανεώσει το λόγο της και έχει καταφέρει να βγει από το «γκέτο» της, αποστασιοποιημένη τουλάχιστον τυπικά  από το φασισμό του παρελθόντος ή από το βιολογικό ρατσισμό. Τώρα μιλάει για εθνοπλουραλισμό ή  διαφορισμό (σημ: έννοια που βασίζεται στη διατήρηση χωριστών, και περιορισμένων από σύνορα, εθνοπολιτιστικών περιοχών). Οι ακροδεξιοί έχουν γίνει επίσης πιο εμφανίσιμοι στην εμφάνισή τους. Δεν φορούν πλέον δερμάτινα μπουφάν, δεν κάνουν τον ρωμαϊκό χαιρετισμό και δεν έχουν τατουάζ με σβάστικες στο σώμα τους. Φορούν λευκά πουκάμισα, κοστούμια, ακόμη και γραβάτες. Από την άλλη, έχουν επικεντρωθεί ιδιαίτερα σε πολιτισμικούς πολέμους και έχουν προσπαθήσει να οικειοποιηθούν προοδευτικά λάβαρα, όπως φαίνεται από φαινόμενα όπως ο φεμινοεθνικισμός ή ο οικοφασισμός. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι δεν υπάρχουν γραμμές συνέχειας με το παρελθόν: το σύνθημα των Αδελφών της Ιταλίας είναι «Θεός, Πατρίδα, και Οικογένεια».

 

Πώς μπορεί να αποτραπεί ο κίνδυνος περαιτέρω ανόδου της Ακροδεξιάς στις ευρωπαϊκές κοινωνίες; Πως μπορεί να το αντιμετωπίσει αυτό η Αριστερά;

Πιστεύω ότι η κύρια εστίαση πρέπει να είναι στην ανοικοδόμηση των κοινωνιών μας και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς. Ταυτόχρονα, πρέπει να ανοικοδομήσουμε το κράτος πρόνοιας για να αποφύγουμε την αύξηση των ανισοτήτων, και να επενδύσουμε περισσότερο στη δημόσια και ποιοτική εκπαίδευση. Επιπλέον, πρέπει να περιοριστεί η διάδοση των ψευδών ειδήσεων, τα μέσα ενημέρωσης τα οποία συχνά έχουν γίνει μεγάφωνο ακροδεξιού λόγου πρέπει να δεσμευτούν ηθικά περισσότερο, και ο ψηφιακός χώρος χρειάζεται να εκδημοκρατιστεί. Πρέπει να υπάρχει δημόσιος έλεγχος στις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες, δεν μπορούν πλέον να ανήκουν σε τεράστιες πολυεθνικές εταιρείες που κάνουν ότι θέλουν. Πρέπει επίσης να υπάρχει μεγαλύτερη διαφάνεια στον τρόπο λειτουργίας των αλγορίθμων που αποφασίζουν τι βλέπουμε στο Facebook ή στο Twitter. Όσο για την Αριστερά: η Σοσιαλδημοκρατία πρέπει να εγκαταλείψει μια για πάντα τον μπλερισμό και να επιστρέψει στις λαϊκές τάξεις, ενώ η ριζοσπαστική Αριστερά πρέπει να μάθει πως να οικοδομήσει ένα σχέδιο χωρίς αποκλεισμούς με έναν ελπιδοφόρο ορίζοντα. Εν ολίγοις, η Αριστερά πρέπει να αναλάβει και πάλι την πολιτιστική μάχη.

 

 

Σημ: Ο Στέβεν Φόρτι γεννήθηκε στο Τρέντο της Ιταλίας και η έρευνά του επικεντρώνεται στη μελέτη του φασισμού, του εθνικισμού, και της Ακροδεξιάς στην σύγχρονη εποχή. Το τελευταίο βιβλίο του είναι το  «Extrema derecha 2.0. Qué es y cómo combatirla» (Ακροδεξιά 2.0. Τι είναι και πως να την καταπολεμήσετε).

 

Πρόσφατα άρθρα ( Ευρώπη )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet