Ένας χαρακτηρισμός του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στη ΔΕΘ, για μια ενδεχόμενη κυβέρνηση συνεργασίας με κορμό το δεύτερο κόμμα –«κυβέρνηση ηττημένων»– προκάλεσε πολλά σχόλια και άλλα τόσα ερωτηματικά, από κακοπροαίρετους και καλοπροαίρετους.

Ας αφήσουμε τους κακοπροαίρετους, που καταλήγουν να υποβιβάσουν στο επίπεδο μιας ουσιαστικά ενδοκομματικής διευθέτησης της εκλογικής αποτυχίας το σημαντικό ζήτημα της συγκρότησης προοδευτικής κυβέρνησης συνεργασίας από το δεύτερο κόμμα, εφόσον υπάρχουν οι προϋποθέσεις, αριθμητικές και πολιτικές. Το θέμα που απασχολεί τον κόσμο, δεν είναι τι θεωρεί ο Τσίπρας ήττα στις εκλογές, όπως πιστεύει ο κ. Τσιντσίνης στην «Καθημερινή» (20-9-2022). Αυτό που απασχολεί πολύ μεγάλο μέρος πια του εκλογικού σώματος, είναι αν και πώς μπορεί να υπάρξει εναλλακτική λύση στο αδιέξοδο της διαιώνισης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, που υπόσχεται η επανάληψη μιας νεοδημοκρατικής κυβέρνησης ως επιστροφή στη γη της επαγγελίας της ασυδοσίας του ιδιωτικού κεφαλαίου. Και από αυτή την άποψη έχει μεγάλη σημασία τι προσδοκίες καλλιεργούνται με τη μια ή την άλλη τοποθέτηση των πολιτικών δυνάμεων που επιδιώκουν ή εύχονται μια τέτοια εναλλακτική.

 

Επιθυμητή η πρωτιά, όχι αναγκαία

 

Εδώ υπεισέρχονται οι, κατά τεκμήριο, καλοπροαίρετοι προβληματισμοί. Είναι κατανοητό να θέλει ο πρόεδρος ενός κόμματος σε προεκλογική περίοδο να τονίσει ότι έχει πολιτική σημασία να πρωτεύσει το κόμμα του στις εκλογές. Όχι, όμως, σε βάρος της επιχειρηματολογίας, που ο ίδιος αναπτύσσει, υπέρ της θεσμικής βαρύτητας της απλής αναλογικής. Γιατί τότε, εκτός του ότι προκαλούνται ρωγμές στη συνολική συλλογιστική του και γεννιούνται ερωτηματικά για πιθανή αλλαγή γραμμής στο προκείμενο, αδυνατίζουν και τα θεμέλια της σύνδεσης του πιο δημοκρατικού και δίκαιου εκλογικού συστήματος με τη δυνατότητα σχηματισμού προοδευτικής κυβέρνησης συνεργασίας και, συνεπώς, δεν ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες εγκατάστασης της ΝΔ στο μέγαρο Μαξίμου με απαιτήσεις ιδιοκτήτη, όπως επιθυμεί, και όχι απλού, παροδικού ενοίκου.

Είναι λογικό να τονίζονται οι κίνδυνοι για μια επιθετική αντιμετώπιση, από την πλευρά των πολυπλόκαμων πολιτικοοικονομικών συμφερόντων, που θα έχει μια κυβέρνηση με κορμό το δεύτερο κόμμα, ως μη νομιμοποιημένη τάχα, ως δήθεν ασταθής και προβληματική. Και συνεπώς είναι θεμιτή η πολιτική στόχευση και η φιλοδοξία της κατάκτησης της πρώτης θέσης, ως αμυντικό στοιχείο, στοιχείο εξασφάλισης από μια επιχείρηση υπονόμευσης, που είναι αναμενόμενο να ακολουθήσει. Ή από μια επιχείρηση επιβολής κάποιου υπερκομματικού τάχα πρωθυπουργού. Θα ήταν, έτσι, από πολλές πλευρές προφυλαγμένη μια τέτοιου τύπου επιχειρηματολογία υπέρ της πρωτιάς, και πολύ λιγότερο εκτεθειμένη σε κριτική από μια σχεδόν τελεσιγραφικού τύπου διατύπωση: πρωτιά ή θάνατος.

 

Να λέμε αυτό που θέλουμε να πούμε

 

Πρώτα πρώτα, έναντι των αντιδράσεων από πιθανούς συμμάχους, από δυνάμει συμμάχους. Γιατί η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ, διαλαλούμενη με τέτοιο τρόπο, δεν ανησυχεί μόνο τη ΝΔ. Ανησυχεί και εκείνους, καθώς η προκαλούμενη πόλωση είναι πιθανό να αφαιρέσει και από αυτούς κρίσιμο τμήμα του εκλογικού σώματος στο οποίο ελπίζουν. Συνεπώς, είναι δυνατό να προκαλέσει δυσαρέσκεια και να δυσκολέψει τις σχέσεις μαζί τους. Έχει σημασία πώς, με ποιες ακριβώς λέξεις λέγεται αυτό που θέλουμε να πούμε κάθε φορά.

Πολύ περισσότερο αν συνοδεύεται και από μια εξήγηση ότι δεν είναι κάποιοι λόγοι αρχής που επιβάλλουν τη διεκδίκηση της πρωτιάς, καθώς τόσο το νομικό πλαίσιο του πολιτεύματος, όσο και η ίδια η ουσία της απλής αναλογικής νομιμοποιούν θεσμικά, πολιτικά και ηθικά το σχηματισμό κυβέρνησης με κορμό το δεύτερο κόμμα, όταν το πρώτο δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη δεδηλωμένη. Αν τα κόμματα που θα συμμαχήσουν σε μια προγραμματική βάση, εκπροσωπούν σε επίπεδο εκλογικού σώματος και εθνικής αντιπροσωπίας την πλειονότητα, και μάλιστα σε ποσοστό αισθητά μεγαλύτερο από το ποσοστό του πρώτου κόμματος, δεν υπάρχει κατά οποιοδήποτε τρόπο ζήτημα θεσμικής, πολιτικής ή ηθικής νομιμοποίησης.

 

Εκλογική τακτική – στρατηγική στόχευση

 

Από πού συνάγεται αυτό; Πρώτα πρώτα, από το γεγονός ότι ο νομοθέτης προβλέπει να δίνεται η εντολή σχηματισμού στο δεύτερο κόμμα, όταν το πρώτο δεν μπορεί να την αξιοποιήσει μέσα σε συγκεκριμένη χρονική προθεσμία. Δεν αποκλείει αυτή την εκδοχή, ούτε τη θέτει υπό οποιεσδήποτε προϋποθέσεις. Το αντίθετο, τη θεωρεί ισότιμη με την πρώτη. Προβλέπει, μάλιστα, και την ανάθεση της εντολής στο τρίτο κόμμα, όταν αυτή δεν καρποφορήσει ούτε στα χέρια του δεύτερου.

Πέρα από αυτό, όμως, η ίδια η σύλληψη της ιδέας της απλής αναλογικής εμπεριέχει την υποχρέωση, θα λέγαμε, να αντιμετωπίζεται ισότιμα με οποιαδήποτε άλλη λύση η δυνατότητα σχηματισμού συμμαχικής κυβέρνησης σε προγραμματική βάση και με προϋπόθεση την ύπαρξη του αναγκαίου αριθμού βουλευτών. Η απλή αναλογική καθιερώνει την αναγκαία από το Σύνταγμα ισοτιμία της ψήφου και με τον τρόπο αυτό. Δεν απονέμει οποιοδήποτε πρωτείο, από την άποψη αυτή, στο πρώτο κόμμα. Εκτός αν όλοι έχουμε στο πίσω μέρος της κεφαλής μας τις δεύτερες εκλογές.

Οι λόγοι τακτικής που μπορεί θεμιτά να επικαλεστεί όποιος στοχεύσει στην πρωτιά σε μια εκλογική μάχη, σε καμία περίπτωση δεν γίνεται να αγνοούν ή αντιστρατεύονται το θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο που περιγράψαμε πιο πάνω. Αν το διακινδυνέψει, διακινδυνεύει και την πειστικότητα της πολιτικής πρότασής του. Με την απλή αναλογική, μια προϋπόθεση υπάρχει για μια προοδευτική κυβέρνηση συνεργασίας: να συγκεντρώσει τον απαραίτητο αριθμό ψήφων στη Βουλή στη βάση ενός προγράμματος άξιου του ονόματός της. Γι’ αυτό έπρεπε να συζητάμε πολύ περισσότερο τώρα. Αν στην πλειοψηφία μετέχει ο ΣΥΡΙΖΑ ως πρώτο κόμμα, ακόμα καλύτερα.

 

Χαράλαμπος Γεωργούλας Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet