Η εσωτερική σύγκρουση ση Νέα Δημοκατία, που επιδιώκουν να τη συγκαλύψουν οι διαβεβαιώσεις για την ενότητα και την αποκαλύπτουν οι αντίστοιχες εκκλήσεις για ενότητα, βεβαίως δεν οφείλεται μόνο στις φιλοδοξίες των υποψήφιων προέδρων. Αυτό που αρχικά φαινόταν, καθώς Μεϊμαράκης, Τζιτκικώστας, Μητσοτάκης και Γεωργιάδης, επικαλούμενοι τις προσωπικές τους αρετές,  πρόβαλλαν ο καθένας τον εαυτό του ως εγγυητή της ανοδικής πορείας ενός κόμματος που έχει πάρει την κατιούσα, βαθμιαία έδωσε τη θέση του στην πραγματικότητα: οι πτέρυγες, οι «συνιστώσες», όπως το διατύπωσε ο τέως προσωρινός πρόεδρος, προβάλλουν τώρα ενώπιόν μας με το σύνολο σχεδόν των διαφορών τους. Οι οποίες, ωστόσο, δεν αφορούν την πολιτική για την έξοδο από την κρίση: εκεί, όπως και τα άλλα κόμματα της αστικής αντιπολίτευσης, η Νέα Δημοκρατία και οι πτέρυγές της δεν διατυπώνουν σχέδιο και τρόπο. Την εμφάνιση των εσωκομματικών αντιθέσεων πυροδότησε η τεχνική αποτυχία να εκλεγεί ο νέος πρόεδρος του κόμματος με γενική ψηφοφορία «από τη βάση».
Η αποτυχία εξέθεσε το σύνολο των ηγετικών στελεχών της ΝΔ με το χειρότερο τρόπο, γιατί τώρα δεν συζητιέται πια αν οι ιδέες και το πρόγραμμα του κόμματος είναι σωστές, λάθος, αδύναμες ή αντιφατικές, αλλά αν αυτό το κόμμα μπορεί να χωρίσει δυο γαϊδουριών άχυρα. Έτσι λοιπόν, το ερώτημα «ποιος μπορεί να νικήσει τον Τσίπρα;» που κυριάρχησε στην αρχή, έδωσε τη θέση του στο ερώτημα αν η Νέα Δημοκρατία μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει, από τη στιγμή που η απήχησή της συρρικνώθηκε και οι δεσμοί της με ευρύτερα κοινωνικά στρώματα έχει διαρραγεί και, μαζί, τα στελέχη της που ήξεραν να διοικούν – έστω με το γνωστό τρόπο μεταξύ διαπλοκής και διαφθοράς – παραμερίστηκαν και απαξιώθηκαν. Μπορεί, δηλαδή, ένα συντηρητικό κόμμα να επιβιώσει, από τη στιγμή που άρχισε να μετατρέπεται από λαϊκό κόμμα σε κόμμα στελεχών και παραγόντων;

Οι πτέρυγες της ΝΔ και οι διαφορές τους

Η απάντηση που δίνουν οι πτέρυγες του κόμματος δεν είναι πολιτική, αλλά ιδεολογική. Η σκληρή δεξιά πτέρυγα – που δεν είναι πια ενσωματωμένη στη λεγόμενη «λαϊκή δεξιά» –, αφού έχει αποδεχθεί το νεοφιλελευθερισμό ως πλαίσιο οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, προβάλλει τα κλασικά της θέματα: δημόσια ασφάλεια ως αυταρχική αστυνομοκρατία, ξενοφοβία, αντικομμουνισμός και, μαζί με αυτά, προσπαθεί να υπερασπιστεί την πολιτεία της, όταν βρισκόταν στην ηγεσία του κόμματος και στην κυβέρνηση με τον Αντώνη Σαμαρά. Βέβαια, η αποστροφή του Μάκη Βορίδη: να παραιτηθεί ο Τσίπρας, να ξανάρθει ο Σαμαράς και να αρχίσουμε πάλι εκεί που μας διέκοψαν, είναι κρύο ανέκδοτο, αντανακλά όμως σχεδόν αδιάθλαστα τη στρατηγική αυτών των κύκλων. Το στρατόπεδο Τζιτζικώστα, εγκαταλείπει το νεανικό, μοντέρνο προφίλ και πιάνει το τσεκούρι.
Η κεντροδεξιά-νεοφιλελεύθερη πτέρυγα, που με την προεδρία Σαμαρά είχε υποστεί σοβαρή ήττα και είχε διαχωριστεί από τη λαϊκή κεντροδεξιά, τη λεγόμενη «καραμανλική», όταν ο Κώστας Καραμανλής βοήθησε να ηττηθεί η Ντόρα Μπακογιάννη, επιδιώκει να επανέλθει με δύο αντιτιθέμενους τρόπους: σε συμμαχία με την παραδοσιακή λαϊκή κεντροδεξιά – γι’ αυτό η Ντόρα Μπακογιάννη τάχθηκε με τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη – ή αυτόνομα με επικεφαλής τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έστω και χωρίς προοπτική νίκης, αλλά με δημιουργία υποθήκης για την επόμενη περίοδο, τόσο για τον εαυτό του όσο και για την πολιτική που εκπροσωπεί.
Αυτά είναι εκδηλώσεις μιας αποσύνθεσης που είναι δύσκολο να ανακοπεί, και αν δεν ανακοπεί, το μέλλον θα είναι τραχύ. Γιατί, βλέπεις, το κατόρθωμα των παλαιότερων ηγεσιών της Νέας Δημοκρατίας ήταν ότι μπορούσαν να συνθέσουν αυτές τις πτέρυγες με την πειθώ ή με αυταρχισμό, προπάντων όμως με εργαλείο ένα κόμμα που κατείχε ή διεκδικούσε με αξιώσεις την κυβερνητική εξουσία. Η απώλεια αυτών των αξιώσεων δεν αποδυνάμωσε μόνο τη σκληρή δεξιά πτέρυγα (που επί των ημερών τής δικής της ηγεσίας επήλθε η στρατηγική ήττα), αλλά διέρρηξε και σχέσεις πελατείας ή σχέσεις διαπλοκής της Νέας Δημοκρατίας με λαϊκά στρώματα και με οικονομικά κέντρα αντίστοιχα.

Αυτά συμβαίνουν και εις... Παρισίους

Τα προβλήματα της Νέας Δημοκρατίας μοιάζουν με αντίστοιχα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα συντηρητικά κόμματα σε διάφορα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βέβαια με όλες τις ιδιαιτερότητες και με την ένταση με την οποία η κρίση επέδρασε στο ελληνικό κομματικό σύστημα. Τα συντηρητικά κόμματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση πιέζονται αλλού από δεξιά κι αλλού από αριστερά, το κοινό στοιχείο όμως είναι ότι η ενοποίηση της Ευρώπης ως ιδεολογία που δικαιολογεί κάθε αθλιότητα χάνει έδαφος. Εμφανίζεται, λοιπόν, είτε ως ακροδεξιός εθνικιστικός αντιευρωπαϊσμός, όπως εκδηλώθηκε στις πολωνικές  εκλογές και είχε εκδηλωθεί προηγουμένως στην Ουγγαρία, είτε ως στροφή προς τα αριστερά, όπως στην Ελλάδα, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία.
Ο ακροδεξιός ευρωσκεπτικισμός  εμφανίζεται καθαρότερα στη Γαλλία, όπου η Μαρίν Λεπέν προσπαθεί επιτυχώς να συνενώσει την ξενοφοβία με την κοινωνική όψη της Γαλλικής Δημοκρατίας: μια εκλεπτυσμένη εκδοχή των συσσιτίων μόνο για Έλληνες της Χρυσής Αυγής. Η άνοδος του νεότευκτου αντιευρωπαϊκού-ακροδεξιού κόμματος στη Γερμανία συνδέεται περισσότερο με την «άλογη χρηματοδότηση των μπαταξήδων του Νότου», περιλαμβάνει όμως όλο και περισσότερο ξενοφοβικά στοιχεία, ενώ το κόμμα δυσκολεύεται να αμβλύνει το νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό του, ώστε να συνδεθεί με λαϊκά στρώματα.
Στον Νότο, εκτός από την Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ, στην Ισπανία και την Πορτογαλία η Δεξιά πιέζεται από τα αριστερά, αφού τα σοσιαλιστικά κόμματα αυτών των χωρών έπαψαν να δεσμεύονται για συνεργασία μαζί της, στην Πορτογαλία μάλιστα, αυτή μετατόπιση των σοσιαλιστών πήρε τη μορφή συμφωνίας με την Αριστερά. Στην Ιταλία, πάλι, οι σοσιαλδημοκράτες του Δημοκρατικού Κόμματος μπόρεσαν να επικρατήσουν συνδυάζοντας τη νεοφιλελεύθερη πολιτική στις εργασιακές σχέσεις με μια χαλαρότερη δημοσιονομική πολιτική κεϋνσιανού τύπου.

Οι αιτίες της κατάπτωσης

Η κατάπτωση της Νέας Δημοκρατίας ως κόμματος εξουσίας συνδέεται με δύο παράγοντες, που είναι πολύ δύσκολο να παραμεριστούν. Ο πρώτος παράγοντας είναι ότι δύο τρόποι πολιτικής της δοκιμάστηκαν και απέτυχαν. Μπορεί να είναι υπερβολική (και είναι) η χρέωση της δημοσιονομικής κρίσης στην κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, χρέωση στην οποία επιδόθηκε την τελευταία πενταετία το ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο, η μεγάλη αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους επί πρωθυπουργίας του, καθώς και η αποτυχία εκείνης της κυβέρνησης να ασκήσει αναπτυξιακή πολιτική είναι αναμφισβήτητα γεγονότα, όσο και αν η ρίζα τους ανάγεται στο λεγόμενο εκσυγχρονισμό του Κώστα Σημίτη. Εξίσου απέτυχε η πολιτική Σαμαρά με τους τρεις διακηρυγμένους πυλώνες της: ιδιωτικοποιήσεις, μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των πλουσίων, αυταρχισμός.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι η αλλαγή του πολιτικού και κοινωνικού συσχετισμού – που συνδέεται με τον πρώτο, αλλά λειτουργεί αυτόνομα. Η μαζική συμμετοχή ανθρώπων από τις λαϊκές τάξεις σε κινητοποιήσεις, προπάντων στα πρώτα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων, και η εκδήλωση αυτής της αφύπνισης στις εκλογές του 2012, του 2014 (ευρωεκλογές), του Ιανουαρίου και του Σεπτεμβρίου 2015 δημιούργησαν μια νέα κατάσταση. Ακόμα καθαρότερα, η αλλαγή αποτυπώθηκε στο δημοψήφισμα. Εκεί φάνηκε ότι το νέο φρόνημα διαπερνά την ελληνική κοινωνία και αποσταθεροποιεί τα αστικά κόμματα, ψηφοφόροι των οποίων (που δεν τα είχαν εγκαταλείψει στις προηγούμενες εκλογές) υποστήριξαν μαζικά το «όχι».
Επομένως, όποια πολιτική παράταξη θέλει να επανέλθει ως ηγεμονική πολιτική δύναμη χρειάζεται να προσαρμοστεί στη νέα αυτή κατάσταση. Ειδικά για τη Νέα Δημοκρατία (γιατί γι’ αυτήν μιλάμε τώρα), η νέα κατάσταση απαιτεί να ξανασκεφτεί τη φυσιογνωμία της, την πολιτική της και τον τρόπο που θα κοινωνεί αυτή την πολιτική. Με τα παλιά εργαλεία η αποτυχία έχει εξ αρχής προδιαγραφεί και η αποτυχία μπορεί να οδηγήσει στη διάσπαση.

Θόδωρος Παρασκευόπουλος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet