Με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι ο Λούλα είναι πιθανό να εκλεγεί από τον πρώτο γύρο, γίνονται αύριο οι εκλογές στην Βραζιλία. Η Ρεχάνε Καρολίνα Οεβέλερ, καθηγήτρια Κοινωνικής Ιστορίας στο Ομοσπονδιακό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο, μιλάει στην «Εποχή» για τα διακυβεύματα αυτών των εκλογών, το μέλλον του μπολσοναρισμού και τις προσδοκίες που υπάρχουν από τον Λούλα.

 

 

Πώς βλέπεις τα πράγματα ενόψει των εκλογών της Κυριακής;

Οι εκλογές αυτές δεν είναι όπως όλες οι άλλες στην Βραζιλία, δεν είναι «κανονικές» εκλογές όπως αυτές που είχαμε από τον επαναδημοκρατισμό της χώρας το 1988 μέχρι το 2018, όταν εξελέγη ο Μπολσονάρο. Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μόνο μια απλή αλλαγή κυβέρνησης, αλλά το μέλλον της ίδιας της εκλογικής διαδικασίας. Ήδη στις εκλογές του 2018 είδαμε να γίνονται μια σειρά από παρατυπίες και διαπράχθηκαν εκλογικά εγκλήματα από την πλευρά του Μπολσονάρο, όπως η εκστρατεία του μέσα στις εκκλησίες, στους στρατώνες της αστυνομίας και των ενόπλων δυνάμεων, και πολλές βίαιες ενέργειες, συνήθως φασιστικές, εναντίον των αντιπάλων του, εκτός από τις κινητοποιήσεις με ρητά αντιδημοκρατικές αξιώσεις, όπως το κλείσιμο του Ομοσπονδιακού Ανώτατου Δικαστηρίου, του ανώτατου οργάνου της δικαιοσύνης στη χώρα. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια σημαδεύτηκαν από την καταστροφή του Αμαζονίου και του Σεράντο, δύο από τους κύριους βραζιλιάνικους βιότοπους διεθνούς και πλανητικής σημασίας, από τις σφαγές κατά των αυτόχθονων πληθυσμών, συμπεριλαμβανομένης της δολοφονίας βραζιλιάνων περιβαλλοντολόγων και ενός άγγλου δημοσιογράφου, από την αύξηση της ανεργίας και της πείνας, από την άνοδο του πληθωρισμού, από την επίθεση στα εργασιακά, τα κοινωνικά και τα ανθρώπινα δικαιώματα, από τις περικοπές στις κοινωνικές πολιτικές, από τη διάβρωση των επιστημονικών και πολιτιστικών ιδρυμάτων, από την μεγάλη υποταγή σε διεθνές επίπεδο στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, ευθυγραμμισμένα με τον τραμπισμό, από την αστική και πολιτική βία, που εντάθηκε από την εκθετική ανάπτυξη του εμπορίου όπλων λόγω των διαταγμάτων που υπογράφηκαν την πρώτη εβδομάδα της κυβέρνησης του Μπολσονάρο τον Ιανουάριο του 2019. Σε αυτές τις εκλογές, όπως ήταν αναμενόμενο, η πολιτική βία κλιμακώθηκε ακόμη περισσότερο, μετρώντας μέχρι στιγμής τουλάχιστον δύο βίαιες δολοφονίες. Μία τον Αύγουστο στην πόλη Φοζ ντε Ιγκουασού, όταν ένα στέλεχος του PT (Εργατικό Κόμμα) που γιόρταζε τα γενέθλιά του σκοτώθηκε με 3 πυροβολισμούς, και μια άλλη στο Μάτο Γκρόσο, όπου ένας ψηφοφόρος του Λούλα σκοτώθηκε με 15 μαχαιριές και μετά ο δολοφόνος του επιχείρησε να τον αποκεφαλίσει. Σήμερα, και μετά και τη χειρότερη διαχείριση της πανδημίας στον κόσμο που οδήγησε στο θάνατο σχεδόν 700.000 ανθρώπους, η βαρβαρότητα μοιάζει απύθμενη στη Βραζιλία του Μπολσονάρο και η πιθανότητα διακυβέρνησής του για άλλα τέσσερα ή περισσότερα χρόνια προκαλεί παγκόσμιο φόβο. Άρα, είναι πάρα πολλά αυτά που διακυβεύονται. Ωστόσο, μια εκλογική νίκη επί του Μπολσονάρο δεν θα τροποποιήσει αυτή την εικόνα τόσο γρήγορα. Επιπλέον, υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα για το ποια θα είναι η στάση του Μπολσονάρο και των υποστηρικτών του σε περίπτωση εκλογικής ήττας τους. ,

 

Από που ξεκινάει αυτή η αβεβαιότητα;

Στην πραγματικότητα, ο Μπολσονάρο αμφισβητούσε πάντα το ηλεκτρονικό σύστημα ψηφοφορίας της Βραζιλίας, που είναι ένα από τα πιο έγκυρα στον κόσμο, με επαίνους για την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητά του. Ακόμη και στις εκλογές που κέρδισε το 2018, όταν εξελέγη στον δεύτερο γύρο, ισχυρίστηκε ότι είχε κερδίσει στον πρώτο γύρο. Τους τελευταίους μήνες έχει κινητοποιήσει τις ένοπλες δυνάμεις για μια «παράλληλη καταμέτρηση» των ψήφων, και προσπαθεί να δημιουργήσει μια αναταραχή. Έτσι, για πρώτη φορά μετά την τελευταία στρατιωτική δικτατορία θα έχουμε τον στρατό να παρεμβαίνει άμεσα στις εκλογές. Με άλλα λόγια, το ποιο θα είναι το εκλογικό αποτέλεσμα και το ποια θα είναι η εφαρμογή του είναι διαφορετικά πράγματα σε αυτές τις εκλογές. Είναι επίσης πιθανό να υπάρξει συμφωνία για να φύγει ο Μπολσονάρο από το προεδρικό αξίωμα μέσω αμνηστίας, που θα προβλέπεται για τα εγκλήματα τα δικά του και των παιδιών του, κάτι που θα ήταν μια νομική και πολιτική εκτροπή.

 

Ποια είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα των ημερών;

Υπάρχει ένα γενικό κλίμα φόβου, το οποίο δεν είναι καλό σημάδι, καθώς ο φόβος συχνά οδηγεί στη λήψη ατομικιστικών θέσεων εις βάρος του στοιχήματος σε συλλογικά έργα. Υπάρχει επίσης ένας κατανοητός φόβος από την πλευρά των ψηφοφόρων του Λούλα, ακόμη και μεταξύ των στελεχών του, σε τέτοιο βαθμό που πριν από μερικές ημέρες χρειάστηκε να ενταχθεί στην τηλεοπτική εκστρατεία του Λούλα, μια εισαγωγή με οδηγίες ασφαλείας για τη συμμετοχή του κόσμου στις ομιλίες του και στις άλλες δραστηριότητές του. Για εμάς, λοιπόν, αν και υπάρχει μια αισιοδοξία από αυτά που δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, η ατμόσφαιρα είναι έντασης, φόβου, και αβεβαιότητας. Από μια ευρύτερη κοινωνική άποψη, υπάρχει επίσης αυτή η αίσθηση της εκτεταμένης αβεβαιότητας, και η πολιτική κατάσταση πολώνει εντελώς το πολιτιστικό και ψυχοκοινωνικό περιβάλλον.

 

Σε ποιες ομάδες του πληθυσμού κερδίζουν οι δύο μονομάχοι; 

Οι πιο αξιόπιστες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η αξιολόγηση της κυβέρνησης Μπολσονάρο είναι ως επί το πλείστον αρνητική: το 52% των ερωτηθέντων λέει ότι δεν πιστεύει ποτέ αυτά που λέει ο πρόεδρος, ενώ το 21% λέει ότι πάντα τον πιστεύει. Η τελευταία δημοσκόπηση για τη πρόθεση ψήφου δείχνει ότι ο Λούλα έχει το 50% και ο Μπολσονάρο το 35%, με περιθώριο σφάλματος δύο μονάδων πάνω ή κάτω. Στην Βραζιλία, για να κερδίσει κάποιος τις εκλογές χρειάζεται να έχει το 50% συν μια ψήφο των έγκυρων ψήφων. Σε έναν πιθανό δεύτερο γύρο, ο Λούλα θα είχε 54% έναντι 38% για τον Μπολσονάρο. Ο Λούλα κερδίζει με μεγάλη διαφορά μεταξύ των γυναικών, των ανθρώπων που έχουν μηνιαίο εισόδημα έως και δύο κατώτατους μισθούς, των μαύρων, και των οπαδών όλων των άλλων θρησκειών εκτός από τους ευαγγελικούς. Αυτός ο τελευταίος τομέας έχει αποφασιστική βαρύτητα, γιατί οι περισσότερες από τις ευαγγελικές εκκλησίες είναι πολιτικά ενεργές, λειτουργούν ως κόμματα και είναι πραγματικά στηρίγματα της εκστρατείας του Μπολσονάρο μεταξύ των λαϊκών στρωμάτων. Ο ισχυρός λαϊκός συντηρητισμός σχετικά με ζητήματα όπως η άμβλωση, ο γάμος ομοφυλοφίλων, τα ναρκωτικά, κλπ. συναντάται επίσης ευρέως σε ανθρώπους που ψηφίζουν τον Μπολσονάρο.

 

Πόσο κοντά θεωρείς ότι είμαστε στο τέλος του μπολσοναρισμού; Και αν ο Μπολσονάρο ηττηθεί στις εκλογές, πόσο εύκολο θα είναι να ηττηθεί και η λογική του (λευκή υπεροχή, ρατσισμός, σεξισμός, μισαλλοδοξία, αυταρχισμός, κλπ) μέσα στη βραζιλιάνικη κοινωνία;

Δυστυχώς, η απάντηση σε αυτή την ερώτηση δεν είναι πολύ αισιόδοξη. Πιστεύω ότι απέχουμε πολύ από το τέλος του μπολσοναρισμού ως κινήματος, το οποίο σίγουρα θα συνεχίσει να υπάρχει με ή χωρίς τον Μπολσονάρο στην προεδρία, και ακόμη και ερήμην του. Ο Μπολσονάρο κατάφερε να ενώσει διαφορετικούς τομείς της Δεξιάς, εδραιώνοντας μια οργανωμένη και μαχητική μάζα που δεν θα «επιστρέψει στην ντουλάπα». Η μπολσοναριστική ιδεολογία ενοποιεί μια νεοφιλελεύθερη υποκειμενικότητα της αξιοκρατίας,  του ατομικισμού, της οικογένειας με παραδοσιακό συντηρητισμό, η οποία τροφοδοτείται από θεωρίες συνωμοσίας και ηθικό πανικό, ένα μέσο κινητοποίησης που χρησιμοποιείται με επιτυχία σε διάφορα μέρη του κόσμου, όπως στο δημοψήφισμα για την ειρήνη το 2016 στην Κολομβία, στην εκλογή του Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες, και αλλού. Για το λόγο αυτό, θεωρώ, μαζί με άλλους αναλυτές, ότι η κυβέρνηση Μπολσονάρο και ο μπολσοναρισμός ως κίνημα έχουν νεοφασιστικό χαρακτήρα, έχοντας το στοιχείο της μόνιμης κινητοποίησης, χρησιμεύοντας ως φύλακες μιας αστικής τάξης ιστορικά ξένης προς τα εθνικά συμφέροντα, και υπερασπίζοντας τη φυσική, ή και συμβολική, εξάλειψη τμημάτων του πληθυσμού (φεμινίστριες, ΛΟΑΤΚΙ, αυτόχθονες, άτομα με αναπηρία, κλπ). Δηλαδή όλους όσοι δεν είναι «καλοί πολίτες», γιατί οι «καλοί πολίτες» συνήθως είναι μόνο άνδρες, λευκοί, ετεροφυλόφιλοι, μεσαίου και υψηλού εισοδήματος, και όχι τυχαία αποτελούν την πιο μπολσοναριστική πτέρυγα του εκλογικού σώματος, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις.

 

Οι ψηφοφόροι του Λούλα τι προσδοκίες έχουν από αυτόν;                                                             

Υπάρχει μεγάλη ποικιλία απόψεων και προσδοκιών. Πολλοί θα το κάνουν απλά και μόνο για να αποφύγουν την επανεκλογή του Μπολσονάρο, δεδομένου ότι κανένας άλλος υποψήφιος δεν έχει πραγματικές εκλογικές πιθανότητες (το άθροισμα όλων των άλλων υποψηφίων είναι περίπου στο 14%). Μεταξύ των φτωχών και των ηλικιών από 20 μέχρι 45 ετών υπάρχει μια θετική ανάμνηση της εποχής Λούλα, όταν η ανεργία ήταν χαμηλότερη, ο κατώτατος μισθός ήταν υψηλότερος και τα κοινωνικά προγράμματα επεκτάθηκαν, αν και χωρίς ρήξη με τη νεοφιλελεύθερη λογική. Αυτοί οι άνθρωποι ελπίζουν ότι ο Λούλα στην εξουσία θα επιτρέψει και πάλι μια βελτίωση χωρίς αποκλεισμούς. Οι νέοι μεταξύ 16 και 18 ετών είναι η ηλικιακή ομάδα του εκλογικού σώματος, η ψήφος του οποίου δεν είναι υποχρεωτική, που έχουν τις περισσότερες ελπίδες στον Λούλα, παρόλο που δεν έχουν ζήσει τα χρόνια που ήταν πρόεδρος. Αυτό το ετερογενές σύνολο ψηφοφόρων, παραδοσιακών ή περιπτωσιολογικών, του Λούλα, έχει ως κύριο κοινό χαρακτηριστικό του την άρνηση συναίνεσης με την σημερινή κυβέρνηση, παρά μια σαφή ιδέα για το τι θα ήταν μια νέα κυβέρνηση του ΡΤ.

 

Ποια είναι τα σημαντικότερα προβλήματα που θα έχει να αντιμετωπίσει ο Λούλα αν κερδίσει; Και προσωπικά, τι περιμένεις από μια κυβέρνησή του Λούλα μέσα στις σημερινές συνθήκες;

Αν καταφέρει να κερδίσει και να ορκιστεί, ο Λούλα θα αντιμετωπίσει μια άνευ προηγουμένου κληρονομιά κοινωνικής, περιβαλλοντικής, και ανθρώπινης καταστροφής στη Βραζιλία. Επίσης, ένα δυσμενές διεθνές οικονομικό σενάριο, και την αστάθεια και τη μόλυνση των θεσμών από τη φασιστική ιδεολογία, που τοποθέτησε τους παράγοντες της σε διάφορα επίπεδα διακυβέρνησης, για να μην αναφέρουμε την τεράστια στρατιωτικοποίηση του κράτους, της πολιτικής, και της κοινωνίας. Σήμερα υπάρχουν σχεδόν 9.000 ενεργοί και έφεδροι στρατιωτικοί στα διαφορετικά επίπεδα του κράτους και έχουμε μια τεράστια αύξηση του ένοπλου πληθυσμού. Αυτό περιλαμβάνει από γαιοκτήμονες αστικών και αγροτικών περιοχών έως το οργανωμένο έγκλημα, συμπεριλαμβανομένων και των εισβολέων στα εδάφη των αυτόχθονων πληθυσμών. Η λογική της δεξιάς αντιπολίτευσης θα είναι σίγουρα πολύ πιο επιθετική από ήταν η αντιπολίτευση στο PT τη δεκαετία του 2000. Θα υπάρξουν κάθε είδους προσπάθειες εκτροχιασμού της κυβέρνησης, εντός του Κοινοβουλίου, εντός της Ομοσπονδιακής Εισαγγελίας, μέσα στους θεσμούς του Δικαστικού Σώματος, της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας και της Στρατιωτικής Αστυνομίας, και σε όλους τους τομείς στους οποίους έχει διεισδύσει ο μπολσοναρισμός. Προσωπικά έχω πολλές αμφιβολίες για το εάν η κυβέρνηση θα έχει εξουσία διοίκησης σε ορισμένους θεσμούς, ιδιαίτερα στους στρατιωτικοποιημένους. Όλοι γνωρίζουμε ότι ο Λούλα είναι μετριοπαθής, και η συμμαχία του με τον Ζεράλντο  Άλκμιν (σημ: ιστορικός αντίπαλος του Εργατικού Κόμματος και εκπρόσωπος της μεγάλης αστικής τάξης του Σάο Πάολο που είναι υποψήφιος αντιπρόεδρος του Λούλα), είναι η μεγαλύτερη απόδειξη αυτού του γεγονότος. Αφού ακόμη και το 2002, όταν είχαμε ισχυρά κοινωνικά κινήματα στην ύπαιθρο και στην πόλη, ο Λούλα δεν εφάρμοσε ένα πρόγραμμα περισσότερο αριστερό προκειμένου να εγγυηθεί την επέκταση των κοινωνικών δικαιωμάτων που προβλέπονται στο Σύνταγμα του 1988, και αντίθετα διαβεβαίωσε τη διεθνή αστική τάξη για την αυστηρή πληρωμή του χρέους, αυτό δεν θα αλλάξει τώρα, κάτω από πολύ πιο δυσμενείς συνθήκες. Καθώς ολόκληρο το πολιτικό φάσμα της Βραζιλίας πήγε προς τα δεξιά, το τόξο των συμμαχιών που κάνει ο Λούλα είναι πολύ μεγαλύτερο, και επομένως και πιο δεξιό. Ας μην ξεχνάμε ότι το Κογκρέσο πάντα απαιτεί και πιέζει έτσι ώστε να μπορεί, στην επόμενη προεδρική διακυβέρνηση και στο επόμενο νομοθετικό σώμα, να διατηρήσει τον δεξιό τόνο του με έναν τεράστιο αριθμό βουλευτών με στρατιωτικές, συντηρητικές, ευαγγελικές κλπ. θέσεις, για να εκτροχιαστεί το οποιοδήποτε ελάχιστα μεταρρυθμιστικό σχέδιο, όπως για παράδειγμα ο φόρος στις μεγάλες περιουσίες ή μια λιγότερο οπισθοδρομική φορολογική μεταρρύθμιση. Και σε θέματα που σχετίζονται με δικαιώματα θα συνεχιστεί να υπάρχει, εντός και εκτός του κράτους, μια υπερσυντηρητική κινητοποίηση για να εμποδιστεί όσο το δυνατόν περισσότερο η προώθηση κοινωνικών πολιτικών με έμφαση το φύλο, τη φυλή-εθνικότητα, και τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Ωστόσο, το κεντρικό πρόβλημα είναι ότι το PT, το κόμμα του Λούλα, έχει χάσει την ικανότητα κινητοποίησης. Αυτό ήταν ήδη εμφανές από το 2016, όταν απέτυχε να αποτρέψει το θεσμικό πραξικόπημα εναντίον της Ντίλμα Ρούσεφ. Το ΡΤ επέλεξε την παθητικοποίηση των κινημάτων, τη θεσμοθέτησή τους όταν ήταν στην εξουσία, και επομένως ακόμα και αν ήθελε (και δεν θέλει), δεν θα μπορούσε να κινητοποιήσει σήμερα την εργατική τάξη. Είναι πολύ πιθανό να είναι μια κυβέρνηση κάτω από τη μόνιμη απειλή ενός πραξικοπήματος, και επιθέσεων όπως αυτή που έγινε πρόσφατα στην Αργεντινή κατά της ζωής της αντιπροέδρου Κριστίνα Φερνάντες ντε Κίρχνερ. Επομένως, ακόμη και στο καλύτερο σενάριο που είναι η ήττα του Μπολσονάρο, μόνο μια σημαντική αλλαγή στον συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων, με την είσοδο στη σκηνή των μαχόμενων και ριζοσπαστικοποιημένων λαϊκών κινημάτων από όπου και αν προέρχονται (η επισφαλής νεολαία του καπιταλισμού πλατφόρμας έχει υπάρξει πρωταγωνίστρια με αυτή την έννοια, μαζί με τους φοιτητές και τις γυναίκες), μπορεί να εγγυηθεί μια ανατροπή αυτής της τρομερής διαδικασίας αποδημοκρατικοποίησης.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet