Η εβδομάδα που πέρασε είχε πλούσιο ρεπορτάζ για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. ύστερα, κυρίως, από τις μη συναντήσεις (Ερντογάν με Μπάιντεν, Ερντογάν με Μητσοτάκη) στη Νέα Υόρκη και την επικείμενη συνάντηση στην Πράγα της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας, όπου έχει κληθεί και η Τουρκία. Νέο στοιχείο της τακτικής Ερντογάν υπήρξε η αύξηση της έντασης με συγκεκριμένες διπλωματικές πράξεις –διαβήματα στις πρεσβείες Ελλάδας και ΗΠΑ– όπου διαμαρτύρεται για την αποστολή αρμάτων στα νησιά. Ευθέως, πλέον, απέδωσε ευθύνες και στις ΗΠΑ, προφανώς ύστερα και από τα εμπόδια που ανακύπτουν για την αγορά  F16 ή τους όρους που πιθανόν τεθούν, πχ, έναντι της Ελλάδας.

Στη διαπραγμάτευσή της με τις ΗΠΑ, επιστρατεύονται από την Τουρκία οι διαφορές της με την Ελλάδα. Η αναφορά Ερντογάν στις ξένες στρατιωτικές συσσωρεύσεις σε όλη την Ελλάδα, με μορφή “κατοχής”, είναι χαρακτηριστική. Όμως, το μέτωπο με την Ελλάδα έχει την αυτονομία του και αναβαθμίζεται, με αιχμή πλέον την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών. Τέθηκε από τον κ. Ακάρ και ζήτημα κυριαρχίας των νησιών. “Στρατιωτικοποιούνται νησιά με αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς κατά παράβαση των συνθηκών… Αυτή η κατάσταση μάς δίνει το δικαίωμα της αυτοάμυνας” τόνισε. Τρεις μέρες μετά, ο κ. Ερντογάν κάνει ένα ακόμη απειλητικό βήμα. “Δεν θα παραλείψουμε να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα και τα συμφέροντα της χώρας μας, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας ενάντια στην Ελλάδα”, είπε. Ο κ. Ακάρ επανήλθε λέγοντας ότι “η Ελλάδα είναι η πλευρά που κλιμακώνει την ένταση” και ο Ερντογάν συμπλήρωσε: “η προσδοκία μας από τις ΗΠΑ είναι να μην οδηγήσουν την Ελλάδα σε λανθασμένους υπολογισμούς”. Η προσφυγή της Τουρκίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με θέμα αποστρατιωτικοποίηση των νησιών φαίνεται να είναι πολύ πιθανή και, διπλωματικά, καλά προετοιμασμένη.

Η ελληνική πλευρά, βέβαια, απάντησε άμεσα και η κυβέρνηση δια του πρωθυπουργού και η αξιωματική αντιπολίτευση με ανακοίνωση του κόμματος και άρθρο του Γ. Κατρούγκαλου. Έχει ενδιαφέρον, επίσης, να σημειωθεί ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ παρενέβη ειδικά για το θέμα της εθνικής κυριαρχίας των νησιών. Δημοσιεύματα, επίσης, επανήλθαν σε πρωτοβουλίες από την πλευρά των Βρυξελλών να πέσουν οι τόνοι και ήδη ο κ. Ακάρ δήλωσε ότι επιθυμεί συνάντηση με έλληνες επισήμους.

Όλα αυτά, ωστόσο, συνιστούν τις “εύκολες” και προφανείς απαντήσεις στο σοβαρό αυτό πρόβλημα. Αντιμετωπίζεται με όρους διπλωματικής διαδικασίας και όχι προτάσεων και ρεαλιστικών παραδοχών. Για παράδειγμα, αντέχει το θέσφατο της “μιας και μόνο διαφοράς” (ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα) με την Τουρκία; Κατανοείται διεθνώς ο ισχυρισμός ότι η ελληνική ΑΟΖ συναντά την Κυπριακή, ότι μπορούν τα ελληνικά αεροπλάνα να πετούν στα 10 μίλια και η αιγιαλίτιδα ζώνη να είναι 6, ότι είναι ενεργό το δικαίωμα για 12 μίλια ενώ η διεθνής πρακτική απαιτεί συνεννόηση με τους γείτονες; Αυτές είναι οι “δύσκολες” απαντήσεις, μεταξύ άλλων, που δεν μπορεί η ελληνική εξωτερική πολιτική να αποφύγει. Εκτός αν θέλει να συνεχίζει την πολιτική της μη επίλυσης των διαφορών, του status quo. Το αν η τακτική της καθυστέρησης ωφέλησε και ωφελεί δεν μπορεί να αποφύγουν να απαντήσουν τα κόμματα.

Παύλος Κλαυδιανός Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet