«Είμαι η Τζόρτζια, είμαι γυναίκα, είμαι μητέρα, είμαι Ιταλίδα, είμαι χριστιανή και κανείς δεν μπορεί να μου τα στερήσει όλα αυτά». Έτσι αυτοσυστήθηκε, σε μια από τις πλέον εμβληματικές ομιλίες της, η νικήτρια των ιταλικών εκλογών Τζόρτζια Μελόνι, ξεκαθαρίζοντας –μεταξύ άλλων– και το πώς αντιλαμβάνεται το ρόλο των γυναικών.

 

Η ίδια Μελόνι, που το 2006 είχε δηλώσει πως έχει μια «γαλήνια σχέση» με τον φασισμό, δεξί χέρι του Φίνι της Εθνικής Συμμαχίας –του κόμματος που συνέχισε, μετά το MSI, τη φασιστική κληρονομιά της Ιταλίας– η ίδια Μελόνι που μαζί με τη στενή ηγετική ομάδα του κόμματός της (FdI) ήταν στελέχη της νεοφασιστικής νεολαίας (Fronte della Gioventu) στη Ρώμη. Αυτή που πέρυσι υπέγραψε το ακροδεξιό μανιφέστο για το μέλλον της Ευρώπης, η ίδια που στηρίζει το κατάμαυρο VOX στην Ισπανία και τη συμμαχία του με το Λαϊκό Κόμμα, με στόχο τη δημιουργία μαύρου άξονα στον Νότο (παρούσα και η Μαρίν Λεπέν), καθώς και τη συμμαχία με τα καθεστώτα Πολωνίας, Ουγγαρίας, δίνοντας έτσι σάρκα και οστά στο όραμά τους για μια μαύρη ακροδεξιά διεθνή.

 

Αυτή λοιπόν η γυναίκα, με τα συγκεκριμένα ιδεολογικοπολιτικά χαρακτηριστικά –ακροδεξιά νεοφασίστρια– για πληθώρα συστημικών ΜΜΕ στην Ελλάδα είναι «η όμορφη πρώην μπαργούμαν που αναρριχήθηκε στην πρωθυπουργία της Ιταλίας» (enikos.gr), «μια γυναίκα που δεν είναι τραμπούκα, όπως ο Κασιδιάρης, μια γυναίκα που δεν έχει φθαρεί, όπως ο Σαλβίνι και ο Μπερλουσκόνι, μια κοπέλα που ενσαρκώνει την ελπίδα σε στρώματα της κοινωνίας που δεν έχουν πρόσβαση, που ενσαρκώνει την ελπίδα με λαϊκό αφήγημα» (ΣΚΑΙ, Α. Πορτοσάλτε), η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός, που έχει κόρη εκτός γάμου και ζει «αντισυμβατικά». Και από κοντά, ο χαρακτηρισμός της ακροδεξιάς συμμαχίας σαν «κεντροδεξιού» συνασπισμού, σε μια προσπάθεια κανονικοποίησης ενός φαινομένου που, καθώς φαίνεται, δεν ανησυχεί το εγχώριο σύστημα εξουσίας. Έχει δε ενδιαφέρον, χωρίς ωστόσο να αποτελεί έκπληξη, πως μπροστάρηδες αυτού του κανονικού ξεπλύματος, είναι εκπρόσωποι του ακροκεντρώου μπλοκ, οι οποίοι αφενός «προσπαθούν να κατανοήσουν και όχι να καταδικάσουν με εύκολους χαρακτηρισμούς» τη νίκη των ιταλών ακροδεξιών, αφετέρου προσπαθούν να συσχετίσουν τη νίκη Μελόνι με την αντίστοιχη του ΣΥΡΙΖΑ κραδαίνοντας τη …ρομφαία του λαϊκισμού και επιτιθέμενοι στους «αφελείς δικαιωματιστές».

 

Για συγκεκριμένους, λοιπόν, διαμορφωτές της κοινής γνώμης, στην Ιταλία δεν κέρδισε ο νεοφασισμός, αλλά ο λαϊκισμός. Αυτός είναι το πρόβλημα, αυτός πρέπει να προσεχθεί. Όχι οι αντιθέσεις, η διεύρυνση των ανισοτήτων, η φτώχεια, το πρόδηλο και τρομακτικό έλλειμμα ηγεσίας στην ΕΕ, αλλά ένας ομιχλώδης και πονηρά συνδυαζόμενος με την ακροδεξιά λαϊκισμός –που στα της Ελλάδας εκφράζεται, όπως θρασύτατα υποστηρίζουν, από τον ΣΥΡΙΖΑ(!)– η πάταξη του οποίου οφείλει να είναι πρώτιστο μέλημα όλων των «σοβαρών και υπεύθυνων» πολιτών. Τι κι αν με αυτά τα συνειδητά ψεύδη, δίνεται συγχωροχάρτι στους νεοφασίστες; Τι κι αν μια τέτοια ρητορική, στο πολύ πρόσφατο παρελθόν της εγχώριας πολιτικής ιστορίας, συνέβαλε τα μέγιστα στο μεγάλωμα του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής; (Ποιος μπορεί αλήθεια να ξεχάσει τα life style τηλεοπτικά αφιερώματα σε ηγετικά στελέχη της ΧΑ, την ανάδειξη των …κοινωνικών τους ευαισθησιών, την καλλιέργεια του …φιλολαϊκού τους προφίλ; Συνεντεύξεις και αφιερώματα όχι μόνο σε πρωινές, μεσημεριανές και μεταμεσονύκτιες εκπομπές, αλλά και σε δελτία ειδήσεων, με «βαριές» μάλιστα δημοσιογραφικές υπογραφές που διασφάλιζαν, υποτίθεται, το τεκμήριο της σοβαρότητας).

Ταυτόχρονα, λοιπόν, με το ξέπλυμα, η εκ νέου ανάσυρση της επικίνδυνης θεωρίας των δύο άκρων. Που στην παρούσα εγχώρια συγκυρία μπορεί να είναι βολική μόνο για δύο λόγους: ο πρώτος είναι πως ίσως μοιάζει ξανά χρήσιμο να ταυτιστούν με τη βία όχι μόνο η Αριστερά, αλλά και τα κοινωνικά κινήματα. Ο δεύτερος, ότι είναι επίσης χρήσιμο να αποκηρύσσονται τα φασιστικά μορφώματα, όπως η Χρυσή Αυγή και η ποινική δράση της ηγεσίας της, όχι όμως και η ιδεολογία της και τα αίτια που την έθρεψαν. Γιατί ακριβώς μέσα σ’ αυτά τα αίτια βρίσκονται και οι ανιστόρητοι συμψηφισμοί φασισμού και Αριστεράς.

 

Σε αυτό, λοιπόν, το περιβάλλον –με νωπά τα εκλογικά αποτελέσματα στην Ιταλία και με την επιχείρηση «ωραίο μου πλυντήριο» σε πλήρη εξέλιξη– συνεχίστηκε την περασμένη Τετάρτη στο Εφετείο, η σε β΄ βαθμό δίκη της Χρυσής Αυγής. Οι σκηνές που διαδραματίστηκαν μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, παρουσία αστυνομικών, και μπροστά στα μάτια της οικογένειας και των φίλων του Παύλου Φύσσα –ο Ηλίας Κασιδιάρης να διαφημίζει με τρικάκια το κόμμα του, οι οπαδοί του να χαιρετούν ναζιστικά και χειροκροτώντας να φωνάζουν φασιστικά συνθήματα, ο δικηγόρος Κώστας Πλεύρης, θεωρητικός του φασισμού και αρνητής του Ολοκαυτώματος, να χαιρετά επίσης ναζιστικά– μας φέρνουν και πάλι όλους προ των ευθυνών μας.

 

Κι επειδή δεν έχουμε κοντή μνήμη, θυμόμαστε. Θυμόμαστε αστυνομία, πολιτικούς και δημοσιογράφους να χαϊδεύουν τη φασιστική συμμορία και να καλύπτουν την εγκληματική δράση της. Θυμόμαστε την, όπως και τώρα, επίκληση της θεωρίας των δύο άκρων. Επειδή όμως εκτός από μνήμη διαθέτουμε και κρίση, αντιλαμβανόμαστε την αγωνία κάποιων να «κανονικοποιήσουν» τη Μελόνι. Γιατί πώς να την πουν ακροδεξιά νεοφασίστρια, όταν σε τίποτα δεν διαφέρει από τους Βορίδη, Γεωργιάδη, Πλεύρη;

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet