Με αφορμή το κείμενο 13 συντρόφων, με τίτλο «Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ ρίχνει λάδι στη φωτιά του πολέμου»

 

Η τελευταία φράση των συντρόφων στο εν λόγω κείμενο «…προκειμένου να αποτελέσει αντικείμενο εσωκομματικού διαλόγου και προβληματισμού», μου έδωσε το έναυσμα να καταθέσω κάποιες απόψεις στο ζήτημα που θίγουν. Εκ προοιμίου θεωρώ ότι η όλη διαδικασία ακολούθησε τις αρχές που αποδεχόμαστε καταστατικά στις λειτουργίες μας, δηλαδή την αποδοχή της πλειοψηφούσας θέσης από τα όργανα ως θέση του κόμματος και ταυτόχρονα την ανταλλαγή των απόψεων και την κοινοποίηση της μειοψηφούσας άποψης.

Επί της ουσίας τώρα. Οι απόψεις που κατατίθενται στο κείμενο των «13», εκ των πραγμάτων, μας θέτουν 3 ζητήματα ως κόμμα της Αριστεράς: Το ζήτημα αρχών, το ζήτημα τακτικής και το timing.

 

 Επί του ζητήματος αρχών.

 

Το εδάφιο 1 του κειμένου, όπου περιγράφεται το γεωπολιτικό πλαίσιο της κατάστασης μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, κατά τη γνώμη μου, συναντά την καθολική αποδοχή των μελών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αλλά και γενικότερα του προοδευτικού κόσμου. Η καταδίκη της εισβολής, οι συνέπειες της στην ΕΕ, αλλά και οι συνέπειες της πολιτικής της ΕΕ, ο ρόλος των ΗΠΑ και η πολυδιάστατη πολιτική που όφειλε να ακολουθήσει η Ελλάδα είναι θέσεις αυτονόητα αποδεκτές και δεν σηκώνουν αμφισβήτηση. Στα εδάφια 2 και 3 περιγράφονται οι συντηρητικές αλλαγές στην πολιτική της Φινλανδίας και της Σουηδίας (κυρίως στη δεύτερη) και η άρνηση των μεγάλων δυτικών δυνάμεων να αναλάβουν πρωτοβουλία για ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας. Συμφωνούμε.

Στο εδάφιο 4 κατατίθεται η αντίρρηση των «13» στο επιχείρημα της πλειοψηφούσας άποψης που λέει ότι επειδή την ένταξη των δύο αυτών χωρών στο ΝΑΤΟ τη ζητούν οι λαοί τους δια των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων τους, πρέπει να σεβαστούμε τη θέλησή τους, πρέπει να σεβαστούμε τη κρατική τους κυριαρχία και την αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών. Η αντίρρηση στοιχειοθετείται στο γεγονός ότι οι 2 χώρες δεν έκαναν δημοψήφισμα για να εκφρασθούν οι κοινωνίες τους και ότι το Αριστερό Κόμμα και οι Πράσινοι της Σουηδίας τάχθηκαν κατά της διεύρυνσης, παρά το γεγονός ότι, όπως και οι «13» δέχονται, μεγάλα τμήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών τάσσονται υπέρ της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ. Εδώ διαφωνούμε. Ερωτώ: ποια πολιτική αξία μας νομιμοποιεί να ορίσουμε εμείς το τρόπο που μια δημοκρατική χώρα θα πάρει τις αποφάσεις της και ποιος είναι ο «πρωτογενής» δημοκρατικός τρόπος (ομολογώ ότι δεν είμαι εξοικειωμένος με τη χρήση αυτού του όρου στις δημοκρατικές διαδικασίες) και βεβαίως ερωτώ εάν ζούμε στην εποχή της 3ης Διεθνούς. Στο κάτω-κάτω εμείς ως κυβέρνηση κάναμε δημοψήφισμα για να ψηφίσουμε τη Συνθήκη των Πρεσπών; Όχι.

 

Επί του ζητήματος τακτικής

 

Στο εδάφιο 6, οι «13» απαντούν στο επιχείρημα της πλειοψηφίας ότι στη Συνθήκη των Πρεσπών συμφωνήσαμε να ενταχθεί η Β. Μακεδονία στο ΝΑΤΟ, επιχειρηματολογώντας ότι το μέγεθος των χωρών είναι διαφορετικό και κυρίως ότι ο νέος Ψυχρός Πόλεμος στις διεθνείς σχέσεις και ο θερμός πόλεμος που μαίνεται στην Ουκρανία, είναι συνθήκες που δεν υπήρχαν την περίοδο της Συμφωνίας των Πρεσπών. Δέχονται, δηλαδή, ότι λόγοι τακτικής κάτω από συγκεκριμένες και ειδικές περιστάσεις μπορεί να επιβάλουν την υιοθέτηση μιας πολιτικής θέσης που δεν είναι απόλυτα σύμφωνη με τις διακηρυγμένες πολιτικές αρχών. Παράλληλα, στο ίδιο εδάφιο οι «13» υποστηρίζουν ότι η ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ προβλήθηκε ως εγγύηση σταθερότητας για μια μικρή χώρα, γείτονες της οποίας θέτουν ζητήματα συνοριακών διαφορών ή αμφισβητούν ακόμη και την εθνική της υπόσταση. Τολμώ να ρωτήσω: ποια εκτιμούν ότι μπορεί να είναι η απάντηση των Φινλανδών και Σουηδών στο ίδιο ερώτημα;

 

Επί του ζητήματος του timing

 

H συγκυρία έχει 2 πτυχές. Τη διεθνή και την εσωτερική. Η διεθνής κατάσταση διαμορφώνεται κυρίαρχα από την επιλογή των ΗΠΑ για περαιτέρω διεύρυνση του ΝΑΤΟ, διαρκούντος του πολέμου στην Ουκρανία λόγω της καταδικαστέας ρωσικής εισβολής, της επιχειρούμενης συγκρότησης μόνιμου αντιρωσικού μετώπου, όπως πολύ εύστοχα διατυπώνουν οι «13», και την ανάδειξη ενός νέου τύπου Ψυχρού Πολέμου, που αυτή τη φορά δεν ορίζεται από οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά μέτωπα, αλλά αποκλειστικά από ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Βεβαίως, η μέχρι τώρα στάση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στα επί μέρους πολιτικά διακυβεύματα που η καθημερινότητα με καταιγιστικό ρυθμό προτάσσει, είναι μια λεπτή άσκηση πολιτικής ισορροπίας ανάμεσα σε επιλογές φιλειρηνικών θέσεων, εθνικών προτεραιοτήτων, αλλά και ρεαλισμού, όπως πχ η θέση για την αποστολή εξοπλισμού στην Ουκρανία. Από την άλλη πλευρά, στο εσωτερικό μέτωπο, λίγους μήνες πριν από τις εθνικές εκλογές με τα αντικειμενικά ελλείματα επικοινωνιακής αποτελεσματικότητας που έχουμε και σε συνθήκες ανασυγκρότησης της πολιτικής και οργανωτικής λειτουργίας του κόμματος, η αντίστοιχη άσκηση λεπτής ισορροπίας στις πολιτικές μας επιλογές είναι επιβεβλημένη και πιο δύσκολη.

 

Εν κατακλείδι

 

Οι ραγδαίες εξελίξεις των τελευταίων μηνών ολοκληρώνουν τη διαμορφούμενη νέα εικόνα των διεθνών γεωπολιτικών ισορροπιών που είναι η εξής: Παγκόσμια κυριαρχία τριών τεράστιων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών παραγόντων, με ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά: α) των ΗΠΑ (πίσω από τις οποίες σέρνεται η ΕΕ και βεβαίως η Ελλάδα), β) της Ρωσίας και γ) της Κίνας. Πέρα από αυτές κινούνται η Ινδία και η Βραζιλία με τάσεις αυτόνομης πορείας. Ο πρώτος παράγοντας, που αφορά εμάς, είναι σε ευθεία πολιτική, οικονομική, στρατιωτική ακόμα και πολιτισμική σύγκρουση με τον δεύτερο. Συμφωνούμε όλοι για τις αιτίες και τις ευθύνες αυτής της σύγκρουσης. Το ερώτημα που τίθεται είναι ποια (πρέπει να) είναι η πολιτική θέση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, δοθέντων όλων των ανωτέρω, στο ζήτημα εισδοχής στο ΝΑΤΟ της Φινλανδίας και Σουηδίας. Πιστεύω ότι όλοι συμφωνούμε ότι επί του τελικού αποτελέσματος, δηλαδή αν τελικά οι 2 χώρες γίνουν μέλη του ΝΑΤΟ, η όποια στάση του κόμματος μας δεν έχει καμιά επίδραση. Άρα, η συζήτηση γίνεται για την επίδραση της θέσης μας στην εσωτερική πτυχή του ζητήματος, δηλαδή στον αντίκτυπο της στην ελληνική κοινωνία στη συγκεκριμένη συγκυρία (timing). Από τη μια μεριά έχουμε τη τεράστια πολιτική και επικοινωνιακή πίεση των «Μένουμε Ευρώπη», με ό,τι σημαίνει αυτό, καθώς και τις συνέπειες στη πολιτική μας οικοδόμησης κοινωνικών, οικονομικών, αλλά και πολιτικών συμμαχιών, και από την άλλη, το ζητούμενο της απαρέγκλιτης τήρησης αρχών και αξιών. Διλλήματα που στην Αριστερά τίθενται από 10ετίες (και θα τίθενται πάντα).

Την απάντηση δίνει, ιστορικά, ο μεγαλύτερος πολιτικός τακτικιστής όλων των εποχών ο Βλαντιμίρ Ίλιτς (Λένιν για τους πολλούς) με τη τοποθέτηση του για τη ταπεινωτική Συνθήκη ειρήνης της νεαρής Σοβιετικής Ένωσης στο Μπρεστ-Λιτόφσκ με τη Γερμανία: «αν δεν υπογράφαμε την ειρήνη του Μπρεστ, θα είχαμε παραδώσει μεμιάς την εξουσία στη ρωσική αστική τάξη και έτσι θα είχαμε βλάψει πάρα πολύ τη σοσιαλιστική επανάσταση». Έτσι, η Σοβιετική Ρωσία βγήκε από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Αυτό βοήθησε να διατηρηθεί η σοβιετική εξουσία και να πάρει την απαραίτητη ανάσα 

Άρα, η συγκεκριμένη θέση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ (όπως και όλες) κρίνεται από το αν συμβάλει στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, που είναι η πτώση της Δεξιάς και της δεξιάς πολιτικής. Τούτων δοθέντων πιστεύω πως ναι.

 

Κώστας Β. Μάρκου Ο Κώστας Β. Μάρκου, είναι βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Αχαΐας Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Ευρώπη )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet